Über das Licht / von Robert Delaunay, übersetzt von Paul Klee (Jan.1913)

Ueber das Licht

Von Robert Delaunay

Im Verlauf des Impressionismus wurde in der Malerei das Licht entdeckt, das aus der Tiefe der Empfindung erfaßte Licht als Farben-Organismus aus komplementären Werten, aus zum Paar sich ergänzenden Maßen, aus Kontrasten auf mehreren Seiten zugleich. Man gelangte so über das zufällig Naheliegende hinaus zu einer universalen Wirklichkeit von größter Tiefenwirkung (nous voyons jusqu’ aux étoiles). Das Auge vermittelt nun als unser bevorzugter Sinn zwischen dem Gehirn und der durch das Gleichzeitigkeitsverhältnis von Teilung und Vereinigung charakterisierten Vitalität der Welt. Dabei müssen sich Auffassungskraft und [256] Wahrnehmung vereinigen. Man muß sehen wollen.

* * *
Mit dem Gehörsinn allein wären wir zu keinem so vollkommenen und universalen Wissen vorgedrungen, und ohne die Wahrnehmungsmöglichkeiten des Gesichtssinnes wären wir bei einer Successiv-Bewegung stehen geblieben, sozusagen beim Takt der Uhr. Bei der Parität des Gegenstandes wären wir verblieben, beim proizierten Gegenstand ohne Tiefe.

In diesem Gegenstand lebt eine sehr beengte Bewegung, eine simple Folge von Stärkegraden. Im besten Fall, kann man, bildlich gesprochen, zu einer Reihe aneinandergehängten Wagen gelangen.

Architektur und Plastik müssen sich damit begnügen.

Auch die gewaltigsten Gegenstände der Erde kommen über diesen Mangel nicht hinweg, und wäre es auch der Eifelturm oder der Schienenstrang als Sinnbilder größter Höhe und Länge, wären es die Weltstädte als Sinnbilder größter Flächenausdehnung.


* * *
Solange die Kunst vom Gegenstand nicht loskommt, bleibt sie Beschreibung, Litteratur, erniedrigt sie sich in der Verwendung mangelhafter Ausdrucksmittel, verdammt sie sich zur Sklaverei der Imitation. Und dies gilt auch dann, wenn sie, die Lichterscheinung eines Gegenstandes, oder die Lichtverhältnisse bei mehreren Gegenständen betont, ohne daß das Licht sich dabei zur darstellerischen Selbständigkeit erhebt.

* * *
Die Natur ist von einer in ihrer Vielfältigkeit nicht zu beengenden Rythmik durchdrungen. Die Kunst ahme[1] ihr hierin nach, um sich zu gleicher Erhabenheit zu klären, sich zu Gesichten vielfachen Zusammenklangs zu erheben, eines Zusammenklangs von Farben, die sich teilen, und in gleicher Aktion wieder zum Ganzen zusammenschließen. Diese synchromische Aktion ist als eigentlicher und einziger Vorwurf (sujet) der Malerei zu betrachten.

Für die Uebersetzung verantwortlich
Paul Klee

Berliner Mauerfall: 30 χρόνια από την πτώση του τείχους (η αρχή)

Τα φώτα έσβησαν ακριβώς στη μία και πέντε τη νύχτα. Ξαφνικά η Πύλη του Βρανδεμβούργου την θερμή καλοκαιρινή νύχτα της 12ης προς τη 13η Αυγούστου 1961 τυλίχθηκε στο σκοτάδι. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, το παγκοσμίως γνωστότερο από τα ογδόντα περίπου σημεία ελέγχου διέλευσης στο Βερολίνο, την παλιά πρωτεύουσα του Ράιχ, μεταξύ του σοβιετικού τομέα και των τριών τομέων των δυτικών δυνάμεων ΗΠΑ, Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας ήταν αδιάλειπτα φωταγωγημένο. Και τώρα σκοτάδι. Μονάχα σκιές διακρίνονταν να περνούν κάτω από το έμβλημα του κλασικισμού της προ πολλού διαιρεμένης πόλης με κατεύθυνση προς τα δυτικά. Μετά από λίγα μέτρα σταματούσαν. Φιγούρες με στολές γλιστρούσαν ανάμεσα στις μεγάλες σκοτεινές σκιές. Σχεδόν ταυτόχρονα, μόλις έξι λεπτά μετά από τη συσκότιση ο Ραδιοφωνικός Σταθμός του Ανατολικού Βερολίνου διέκοπτε το πρόγραμμά του για να μεταδώσει μιαν έκτακτη ανακοίνωση:

«Οι κυβερνήσεις των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας απευθύνουν την πρόταση στην Λαϊκή Βουλή και την κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ) να εγκαθιδρυθεί στα σύνορα του Δυτικού Βερολίνου μια τέτοια τάξη πραγμάτων, με την οποία θα αποτρέπεται αξιόπιστα η υπονομευτική δραστηριότητα κατά των χωρών του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και θα διασφαλίζεται ικανοποιητική περιμετρική φρούρηση ολόκληρης της περιοχής του Δυτικού Βερολίνου».

Πραγματικά, την ίδια ώρα παρατάσσονταν, όχι μόνο στην Πύλη του Βρανδεμβούργου, αλλά και γύρω από όλους τους δυτικούς τομείς του Βερολίνου, δέκα χιλιάδες περίπου ανατολικογερμανοί αστυνομικοί, καθώς και μονάδες του Εθνικού Λαϊκού Στρατού και, κυρίως, οπλισμένοι εργάτες, οι λεγόμενες επιχειρησιακές ένοπλες ομάδες. Στην πρώτη γραμμή, με εξαίρεση τα τεθωρακισμένα στην Πύλη του Βρανδεμβούργου, επιχειρούσαν πεζοπόρα τμήματα με τουφέκια εφόδου. Έστηναν συρματοπλέγματα και μέσα στο σκοτάδι ήδη άρχιζαν να διανοίγουν οπές στην άσφαλτο και να τοποθετούν στύλους. Τεθωρακισμένα του Εθνικού Λαϊκού Στρατού, τα περισσότερα παλιά T – 34 από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καταλάμβαναν θέσεις σε ερειπωμένα οικόπεδα στο Μίττε (Mitte) και σε άλλες περιοχές κοντά στα σύνορα των τομέων. Επιπλέον, στα μετόπισθεν, σοβιετικοί στρατιώτες με σύγχρονα άρματα μάχης βρίσκονταν σε κατάσταση ετοιμότητας, προκειμένου να επέμβουν με βαρύ οπλισμό σε περίπτωση ανάγκης.
Το χτύπημα ήταν επιτυχημένο: Σε πολλά σημεία του Βερολίνου, μέσα σε «τριάντα λεπτά από το χρονικό σημείο Χ», τα σύνορα των τομέων είχαν μπλοκαριστεί, όπως προέβλεπε η διαταγή. Πρώτα αποκλείστηκαν οι διασταυρώσεις που χρησιμοποιούνταν μέχρι τότε ως σημεία διέλευσης. Κατόπιν, οι ταγοί του Ανατολικού Βερολίνου ανέστειλαν την λειτουργία των υπέργειων και υπογείων σιδηροδρομικών γραμμών που συνέδεαν Ανατολικό και Δυτικό Βερολίνο μεταξύ τους. Η αστυνομία του Δυτικού Βερολίνου παρατήρησε με καθυστέρηση 49 λεπτών από το «χρονικό σημείο Χ» ότι στη συνοριακή γραμμή συνέβαιναν περίεργα πράγματα. «13 Αυγούστου 1961, ώρα 01.54 πμ: Το αστυνομικό τμήμα Σπάνταου ανακοινώνει ότι ο προαστιακός σιδηρόδρομος με κατεύθυνση από Στάακεν προς Βερολίνο οδηγήθηκε πίσω σε εδάφη εντός της σοβιετικής ζώνης», σημείωνε ο Αστυνόμος Α’, Χέρμαν Μπεκ, στο βιβλίο βάρδιας. Ο αστυνομικός υπηρεσίας στο κέντρο επιχειρήσεων της Αστυνομίας του Δυτικού Βερολίνου στην οδό Τέμπελχοφερ Νταμ δεν ήξερε τι να υποθέσει με αυτή την ανακοίνωση, το ίδιο και με την επόμενη: «Ώρα 01.55 μμ: Διακοπή λειτουργίας του προαστιακού σιδηρόδρομου στο σταθμό Γκεσούντμπρουνεν και στις δύο κατευθύνσεις».
Ο Μπεκ δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει ότι με τις σημειώσεις του κατέγραφε μια κοσμοϊστορική στιγμή. Το προηγούμενο βράδυ από το «χρονικό σημείο Χ», το Υπουργικό Συμβούλιο, η ανίσχυρη κυβέρνηση της ΛΔΓ, λάμβανε σε αυστηρά μυστική συνεδρίαση επισήμως την απόφαση:
«Για την πρόληψη των εχθρικών ενεργειών των ρεβανσιστικών και μιλιταριστικών δυνάμεων της Δυτικής Γερμανίας και του Δυτικού Βερολίνου εισάγεται η εφαρμογή μέτρων ελέγχου στα σύνορα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, συμπεριλαμβανομένων των συνόρων με τους δυτικούς τομείς του Βερολίνου, ομοίων με αυτά που είθισται να ισχύουν στα σύνορα κάθε κυρίαρχου κράτους. Για την αποτροπή υπονομευτικών δραστηριοτήτων πρέπει να διασφαλιστούν η αξιόπιστη φρούρηση και ο αποτελεσματικός έλεγχος των συνόρων με το Δυτικό Βερολίνο. Οι πολίτες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας θα δύνανται να διέρχονται εφεξής από τα εν λόγω σύνορα μόνο με ειδική άδεια. Όσο το Δυτικό Βερολίνο δεν μεταβάλλεται σε αποστρατιωτικοποιημένη, ουδέτερη ελεύθερη πόλη, οι πολίτες της πρωτεύουσας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας θα χρειάζονται ειδική βεβαίωση για τη διέλευση των συνόρων με προορισμό το Δυτικό Βερολίνο. Επισκέψεις πολιτών με ειρηνικές διαθέσεις από το Δυτικό Βερολίνο στην πρωτεύουσα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (το δημοκρατικό Βερολίνο) θα είναι δυνατές κατόπιν επιδείξεως ταυτότητας».
Με άλλα λόγια: Η τελευταία πύλη ελευθερίας για τους υπόδουλους του δικτατορικού καθεστώτος του SED, το Δυτικό Βερολίνο, είχε σφραγιστεί.
Το Τείχος του Βερολίνου είναι ιστορικά μοναδικό. Κατά τον 20ο αιώνα υπήρξαν μεν κι άλλες διχοτομημένες πόλεις, π.χ. η Ιερουσαλήμ, το Μπέλφαστ, η πρωτεύουσα της Κύπρου, Λευκωσία, ή η Μιτροβίτσα στο Κόσοβο. Πουθενά ωστόσο δεν επιβλήθηκε αποκλεισμός με τόση συνέπεια όσο στο Βερολίνο – καίτοι μόνο για τους πολίτες της ΛΔΓ κάτω από το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης. Στην Ιερουσαλήμ μπορεί από το 1948 μέχρι το 1967 να μην επιτρεπόταν στους Εβραίους η επίσκεψη στο Τείχος των Δακρύων, τον σημαντικότερο ιερό τους τόπο, όμως πέραν τούτου, τα σύνορα – σε μεγάλο μέρος αποτελούνταν από τείχος – μεταξύ Παλιάς Πόλης και Δυτικής Ιερουσαλήμ, μέσω σημείων ελέγχου παρέμεναν ανοιχτά και προς τις δύο κατευθύνσεις. Η διέλευση του κατασκευασμένου το 2003 διαχωριστικού τείχους μεταξύ του Ισραήλ και της παλαιστινιακής Δυτικής Όχθης είναι επίσης δυνατή από ειδικά σημεία ελέγχου με άδεια των ισραηλινών αρχών. Προπάντων εξυπηρετείται ο σκοπός να εμποδίζονται οι ισλαμιστές τρομοκράτες να εισχωρούν ανενόχλητοι σε περιοχές – στόχους. Στο Μπέλφαστ, διαχωριστικοί φράκτες και το λεγόμενο «Τείχος της Ειρήνης» χωρίζουν συνοικίες που κατοικούνται αποκλειστικά είτε από προτεστάντες είτε από καθολικούς. Στη Λευκωσία, η «Πράσινη Γραμμή» τέμνει το κέντρο της πόλης από το 1974, όπως ακριβώς κάποτε συνέβαινε στο Βερολίνο, εντούτοις με τον καιρό άνοιξαν πέντε σημεία για τη διέλευση προσώπων, ενώ από τον Απρίλιο του 2008 το οδόφραγμα της Λήδρας, της κεντρικής εμπορικής οδού της Λευκωσίας, αποτελεί παρελθόν. Στη Μιτροβίτσα, τέλος, ένα τείχος είναι περιττό, διότι εδώ ο ποταμός Ιμπάρ αποτελεί το φυσικό σύνορο που χωρίζει τον μικρότερο σερβικό βόρειο τομέα από τον νότιο που κατοικείται σχεδόν αποκλειστικά από Αλβανούς.
Αντιθέτως, στο Βερολίνο η κλειστή διαχωριστική γραμμή φυλασσόταν από το στρατό επί 28 χρόνια, δύο μήνες και 28 ημέρες. Σ’ αυτά τα σύνορα γινόταν χρήση όπλων• πάνω από 130 άτομα έχασαν τη ζωή τους επειδή ήθελαν να ξεφύγουν από την εξουσία του SED και να ζήσουν στην ελευθερία. Περιμετρικά του Βερολίνου δεν υπήρχαν ούτε στρωμένα ναρκοπέδια ούτε τα διαβόητα εγκατεστημένα συστήματα αυτόματου πυροβολισμού. Ωστόσο, ρητές διαταγές ίσχυαν και για το Τείχος του Βερολίνου. Ήδη στις 22 Αυγούστου 1961 ο πρακτικογράφος του Πολιτμπιρό του SED κατέγραψε μια εντολή του Γενικού Γραμματέα του SED Βάλτερ Ούλμπριχτ (Walter Ulbricht) που δεν χωρούσε παρερμηνείες. Μετά την κατασκευή του Τείχους ο πρωθυπουργός και δήμαρχος του Δυτικού Βερολίνου, Βίλι Μπραντ, είχε απευθύνει την έκκληση προς τους συνοριοφύλακες της ΛΔΓ «μην πυροβολείτε τους συμπατριώτες σας»! Σύμφωνα με το πρωτόκολλο, ο Ούλμπριχτ παρατήρησε σχετικώς: «Μερικοί λένε, μα δεν πρέπει Γερμανοί να πυροβολούν Γερμανούς. Εμείς θα πυροβολούμε εναντίον Γερμανών που εκπροσωπούν τον γερμανικό ιμπεριαλισμό. Όποιος επιχειρεί προβοκάτσια, θα πυροβολείται»! Κι επειδή όποιος δεν αναγνώριζε τα σύνορα μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας – συμπεριλαμβανομένου του Δυτικού Βερολίνου – και της ΛΔΓ, θεωρείτο αυτομάτως εκπρόσωπος του ιμπεριαλισμού που εξύφαινε την πρόκληση του «Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου», επρόκειτο για μια ξεκάθαρη εντολή. Έτσι, αμέσως το επόμενο πρωί μοιράστηκε για πρώτη φορά σε όλους τους στρατιώτες της ΛΔΓ που υπηρετούσαν στα σύνορα βαρύς οπλισμός, τον οποίο μέχρι τότε έφεραν μόνο αξιωματικοί και περίπολοι για την παρακολούθηση των πολιτών.
Τρεις εβδομάδες αργότερα εκδόθηκε η «διαταγή για τη διασφάλιση της ασφάλειας των δυτικών συνόρων της ΛΔΓ της 14ης Σεπτεμβρίου 1961». Μεταξύ άλλων οριζόταν ότι «οι λιποτάκτες πυροβολούνται αυτοστιγμεί, δηλαδή χωρίς πρόσταγμα ή προειδοποιητική βολή. Εναντίον φυγάδων που επιχειρούν να διαφύγουν της σύλληψης μέσω απόδρασης στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, έπειτα από ρίψη προειδοποιητικής βολής επιτρέπεται η βολή με ευθεία πρόταση του χεριού του βάλλοντος». Επίσης στις 6 Οκτωβρίου 1961 ο Υπουργός Άμυνας της ΛΔΓ, Χάιντς Χόφμαν, εξέδωσε ρητές «διατάξεις σχετικά με τη χρήση των όπλων από τη συνοριακή μονάδα του Εθνικού Λαϊκού Στρατού», με τις οποίες καθοριζόταν ότι «βάρδιες, φρουροί και περίπολοι των συνοριακών μονάδων του Εθνικού Λαϊκού Στρατού στα δυτικά και παράκτια εθνικά σύνορα υποχρεούνται να κάνουν χρήση των όπλων τους στις κάτωθι περιπτώσεις: (…) για τη σύλληψη προσώπων, τα οποία δεν πειθαρχούν στις εντολές των συνοριοφυλάκων να παραμείνουν ακίνητοι στο πρόσταγμα «αλτ, ακίνητος, συνοριοφυλακή» ή μετά από ρίψη προειδοποιητικής βολής, αλλά επιχειρούν κατά προφανή τρόπο να παραβιάσουν τα εθνικά σύνορα της ΛΔΓ και δεν υφίσταται άλλη δυνατότητα να συλληφθούν».
Κατά συνέπεια, κάθε απόπειρα παραβίασης του Τείχους του Βερολίνου μετατρεπόταν σε μια άκρως επικίνδυνη περιπέτεια. Ωστόσο και στις δύο πλευρές της νεκρής ζώνης υπήρχαν άνθρωποι που δεν ήθελαν να συμβιβαστούν με τον αποκλεισμό και αναζητούσαν όσο το δυνατόν ασφαλέστερα περάσματα διαφυγής. Μέσα σε λίγες ημέρες από την 13η Αυγούστου 1961 σχηματίστηκαν στο Δυτικό Βερολίνο διάφορες ομάδες παροχής βοήθειας στους φυγάδες. Στο Ανατολικό Βερολίνο, αντιθέτως, υπήρξαν πολλές ατομικές πρωτοβουλίες πολιτών που, είτε επειδή ζούσαν ή δούλευαν κοντά στα σύνορα είτε για άλλους λόγους, γνώριζαν τις ενδεδειγμένες δυνατότητες απόδρασης. Παρά τους κινδύνους συχνά τους ακολουθούσαν μέλη των οικογενειών τους και γνωστοί. Για μια ζωή στην ελευθερία μερικές φορές δεν δίσταζαν να προβούν σε παράτολμες πράξεις: Τα σύνορα ρηγματώνονταν τη μια με ένα βαρύ τρένο, την άλλη με ένα θωρακισμένο φορτηγό. Από αέρος παραβιάζονταν τη μια με ιδιοκατασκευή τελεφερίκ ή μέσω γραμμών υψηλής τάσης. Όμως ο πιο εντυπωσιακός και σύνθετος τρόπος απόδρασης ήταν το πέρασμα κάτω από το Τείχος. Κατά τους πρώτους μήνες τα δίκτυα αποχέτευσης αποτελούσαν μια δημοφιλή οδό διαφυγής, την οποία ωστόσο γρήγορα έφραξε η ΛΔΓ. Τότε σήμανε η ώρα των τούνελ της φυγής του Βερολίνου.
Μέχρι τότε είχαν υπάρξει σποραδικές απόπειρες απόδρασης από φυλακές ή στρατόπεδα με διάνοιξη ορύγματος, όμως το διάστημα μεταξύ 1962 – 1964 αναπτύχθηκε στο Βερολίνο μια δραστηριότητα κατασκευής τούνελ κυριολεκτικά άνευ προηγουμένου. Κοντά στα εβδομήντα τούνελ δημιουργήθηκαν έπειτα από επίμονες προσπάθειες από το ανατολικό προς το δυτικό τμήμα ή από το δυτικό προς το ανατολικό, αλλά εξ’ αυτών μόνο το ένα στα τέσσερα οδήγησε πράγματι τους φυγάδες στην ελευθερία. Πάντως, πάνω από 250 πολίτες της ΛΔΓ σύρθηκαν κάτω από τη γη κατευθυνόμενοι «απέναντι», αλλά πολλοί περισσότεροι ήταν εκείνοι που πλήρωσαν την ελπίδα απόδρασης με ποινές πολυετούς κάθειρξης. Ουδείς γνωρίζει μέχρι σήμερα τον αριθμό των ζωών που κατέστρεψαν οι αδίστακτοι ανακριτές του Υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας στο ανακριτικό κέντρο του Βερολίνου – Χόενσενχαουζεν (Berlin-Hohenschönhausen).
Πολλά από τα τούνελ ήταν αυτοσχέδια και κατασκευάστηκαν με τα απλούστερα μέσα, όπως στενούς σωλήνες, οι οποίοι μπορούσαν να σπάσουν κάθε στιγμή και να θάψουν ζωντανούς τους κατασκευαστές ή τους φυγάδες. Ωστόσο, ο κίνδυνος αυτός ήταν ελεγχόμενος σε αντίθεση με τα μέτρα που λάμβανε ο αντίπαλος. Οι συνοριακές μονάδες και προπάντων το Υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας καταδίωκαν με τεράστιο ζήλο και δολιότητα τους κατασκευαστές υπογείων σηράγγων. Οι φάκελοι που ανοίγονταν συνήθως από το αρμόδιο για την παρακολούθηση των «ενόπλων οργάνων» Τμήμα Ι του Υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας ή από τους ανακριτές του Τμήματος ΙΧ, μαρτυρούν την απόλυτη θέληση του κρατικού μηχανισμού της ΛΔΓ να κλείσει, ει δυνατόν, κάθε πέρασμα, ακόμη και κάτω από το «αντιφασιστικό προστατευτικό Τείχος».
Προς τούτο, κατέφευγαν συνειδητά στη χρήση βίας. Οι αστυνομικές δυνάμεις κατηχούνταν με τέτοιο τρόπο, ώστε να διακρίνουν στα πρόσωπα των κατασκευαστών των σηράγγων αιμοδιψείς τρομοκράτες, τους οποίους ήταν προτιμότερο να πυροβολούν επί τόπου παρά να συλλαμβάνουν. Τον Μάρτιο και τον Ιούνιο του 1962 δύο κατασκευαστές από το Δυτικό Βερολίνο έχασαν τη ζωή τους κατ’ αυτόν τον τρόπο. Όταν μάλιστα η Στάζι δεν κατόρθωσε να συλλάβει έναν από τους πιο επιτυχημένους βοηθούς φυγάδων, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές της, οι αξιωματικοί της μυστικής υπηρεσίας εκπόνησαν ένα καταχθόνιο σχέδιο, το οποίο αφενός στόχευε στο θάνατο του καταζητούμενου προσώπου, καθώς και των φυγάδων που τον συνόδευαν και αφετέρου θα το χρησιμοποιούσαν ως αφορμή για μια εκστρατεία προπαγάνδας. Προφανώς κάποιος άνδρας της Στάζι ένιωσε τύψεις και έκοψε το καλώδιο του εκρηκτικού μηχανισμού. Κατά τα φαινόμενα, το Υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας δεν ανακάλυψε ποτέ ποιος ήταν. Η τόσο έντονη αξίωση του Έριχ Μίλκε (Erich Mielke) να ακολουθείται το πρότυπο της «δοξασμένης Τσε-Κα»,  δεν αρκούσε να μετατρέψει αυτόν τον άνδρα της Στάζι σε δολοφόνο…
Τρεις δεκαετίες μετά από την ειρηνική επανάσταση στη ΛΔΓ και, χάρη στο δυναμισμό των πολιτών, την πτώση του Τείχους, η κριτική αξιολόγηση του μη ευνομούμενου κράτους (Unrechtstaat) του SED εμφανίζει κενά, των δε κοινωνικών, πολιτικών, γεωστρατηγικών συνεπειών θα πρέπει να συνεχιστεί για πολύ καιρό ακόμα…

Το ταξίδι είναι η κοινή μας ταυτότητα

Εν αρχή ην το θεμελιώδες ερώτημα:
Γιατί γράφουμε;
Γιατί ταξιδεύουμε;
Η απάντηση είναι κοινή: “Γιατί δεν θέλουμε να ζούμε μια μόνο ζωή».
Αν δεχθούμε πως τα βιβλία (η λογοτεχνία, η ποίηση, η νουβέλα κλπ) αναπαριστούν, αποτυπώνουν μια καλύτερη ή χειρότερη ζωή, είναι δηλαδή per se μια ζωή αυθύπαρκτη, λογίζονται από μόνα τους ως ένα, μοναδικό, ταξίδι.
Γράφουμε, διαβάζουμε και ταξιδεύουμε, επομένως, γιατί δεν θέλουμε να ζήσουμε μια ζωή μονάχα.
Τα ταξίδια είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας μέσα από την επαφή και την επικοινωνία, τη συνδιαλλαγή με διαφορετικούς τόπους και πολιτισμούς.
Και για να θυμηθούμε τον Γκυ ντε Μωπασάν: Παρακολουθούμε ουσιαστικά ένα ταξίδι σαν μια πόρτα από όπου βγαίνεις από την πραγματικότητα για να μπεις σε έναν χώρο ανεξερεύνητο που μοιάζει με όνειρο.
Ποια ακαταμάχητη παρόρμηση ωθεί τους ανθρώπους να ταξιδέψουν; Γιατί δεν κάθονται στ’ αυγά τους; Πόσα ταξίδια χωράει μια ζωή και πόσες ζωές ένα ταξίδι; Πόσων ειδών ταξίδια καταγράφονται στη λογοτεχνία, στη ζωή;
Φανταστείτε μια συνομιλία μεταξύ Λειβαδίτη – Καβάφη μέσω ποιημάτων:
Γράφει ο πρώτος:
Ω εσείς που ναυαγήσατε σε θάλασσες που δεν ταξιδέψατε ποτέ! (Ταξιδιώτης)
Απαντάει ο Καβάφης: Είπες• «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή. ( Η Πόλις)
Ο πρώτος και καλύτερος λόγος για το ταξίδι είναι η δίψα για περιπέτεια. Η έμφυτη περιέργεια, η φιλομάθεια και η γνώση που χαρακτηρίζει το είδος μας, η λαχτάρα για νέους ορίζοντες, η επιθυμία για εξερεύνηση, η γοητεία της περιπλάνησης, η ανάγκη της ανακάλυψης, η μυσταγωγία της φυγής, η αίσθηση της ελευθερίας, η παραζάλη της φαντασίας.
Ο άνθρωπος μπορεί να ταξιδέψει στο χώρο και στο χρόνο. Μπορεί να ταξιδέψει με ένα μολύβι κι ένα φύλλο χαρτί – τις αποσκευές του συγγραφέα. Με έναν στίχο ή έναν ήχο. Μ’ ένα άρωμα ή μια μυρωδιά. Μπορεί να ταξιδέψει με τη φαντασία του, με τα πόδια, ξυπόλητος ή με παπούτσια, με τον έρωτα, μ’ ένα βλέμμα, με μια υπόσχεση, μέσα σε μια βάρκα ή σε μια αγκαλιά, στον ξύπνιο του ή στ’ όνειρό του (συνήθως πετώντας), μέσα του ή μέσα στο κορμί ενός άλλου, στα παιδικά του χρόνια, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα ή και μέσα στο δωμάτιό του (για να θυμηθούμε το Voyage autour de ma chambre του Ξαβιέ ντε Μεστρ, την απίθανη εκείνη μυθοπλασία του 1794), στο αγαπημένο του μέρος, την αγαπημένη του εποχή, ως το τέλος του χρόνου, στα πέρατα του κόσμου. Μπορεί να ταξιδεύει με κλειστά ή ανοιχτά τα μάτια, διαστέλλοντας το χρόνο, συστέλλοντας το χώρο, μόνος ή με παρέα, με τη βοήθεια ψυχεδελικών ουσιών, σαν διάττοντας αστέρας ή περιστρεφόμενος γύρω από τον ήλιο, κατασκευάζοντας διαστημόπλοια και χρονομηχανές, στο Route 66, τους πλανήτες, στο κέντρο της γης ή 20000 λεύγες υπό τη θάλασσα. Ας θυμηθούμε πως μέχρι ολόκληρο νησί ταξίδεψε από το Αιγαίο στον Ειρηνικό και από Τήλος έγινε Ταιλί με τη φαντασία του Καραγάτση (Χαμένο Νησί, 1943)
Γιατί ταξιδεύουμε; Από ποιον απογαλακτιζόμαστε; Από πού το σκάσαμε; Τι ψάχνουμε;
————–
Μα αληθινοί ταξιδευτές εκείνοι είναι που φεύγουν
μονάχα για να φύγουν•ελαφρές καρδιές καθώς
μπαλόνια, το μοιραίο τους ποτέ δεν τ’ αποφεύγουν•
Χωρίς να ξέρουν το γιατί, πάντοτε λένε «Εμπρός!»
(Σαρλ Μποντλέρ)
————–
Η ίδια μας η ζωή δεν είναι ένα ταξίδι; “Το μαγευτικό ταξίδι ενός εμβρύου από τη σύλληψη ως τη γέννηση”, συνηθίζουμε να λέμε. (Μου έρχεται στο μυαλό το Embryonic Journey των Jefferson Airplane). Άλλες εκφράσεις: “Το ταξίδι της ζωής”, “Έφυγε για το μεγάλο ταξίδι” , “ταξίδεψέ με” (εδώ το ρήμα ταξιδεύω είναι μεταβατικό και παίρνει αντικείμενο στην αιτιατική), “ταξιδεύω στα μάτια σου” (εδώ αμετάβατο). Το παράδοξο είναι πως δεν γνωρίζουμε καν αν το πέρασμά μας είναι η αρχή, μια στάση, μια αναλαμπή, ένα στιγμιότυπο ή το τέλος. Εφόσον, επομένως, το ταξίδι το φέρουμε εντός μας από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή της επίγειας παρουσίας μας, ανήκει στα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης. Είμαστε οι μοναχικοί ταξιδιώτες στο ταξίδι μας. Όχι όμως οι μοναδικοί. Χρειαζόμαστε συνοδοιπόρους, φλανέρ, μποέμ, μουσικάντηδες, τυχοδιώκτες, αμφισβητίες, άσωτους, τρελούς, μύστες, εύθυμους τσιγγάνους, λιποτάκτες, καταζητούμενους, πρόσφυγες, διωγμένους, αποσυνάγωγους, αμπελοφιλόσοφους, γυρολόγους, βοτανολόγους του περιθωρίου, εθνολόγους της παραφοράς, μπεκρήδες, ζωγράφους, υπέροχες γυναίκες, υπνοβάτες, πλάνητες, gamblers, ποιητές, απάχηδες, χρειαζόμαστε έναν δρόμο, μια σκιά και ένα σακίδιο, ένα δοξάρι, κρασί και ψωμοτύρι, πανδοχεία, μοτέλ, καταγώγια, σταυροδρόμια.

Βρισκόμαστε σε συνεχή κίνηση, εναρμονισμένοι με την τροχιακή ταχύτητα γης, το πάφλασμα των κυμάτων, τη ορμή των ωκεανών, το κυνηγητό των σύννεφων, το θρόισμα των φοινικόδεντρων. Λατρεύουμε τα πυκνά φυλλώματα, τη σκόνη του χαλικόδρομου, την πηγή με το κελαρυστό νερό, τα απάτητα χιόνια, τα φιδογυριστά μονοπάτια, την καυτή άμμο, τη δροσερή όχθη, το χωριό που ξεπροβάλλει, το σμίξιμο του ορίζοντα, της θάλασσας και του ουρανού, το άπειρο που εκτείνεται σαν tabula rasa μπροστά μας, έτοιμο και ιδανικό για να εγγράψουμε τα ορνιθοσκαλίσματά μας, να ορίσουμε τον προορισμό, να κατασκευάσουμε τις νέες ουτοπίες μας.
Η προετοιμασία, η πραγμάτωση του ταξιδιού, είναι μια ιεροτελεστία. Πίσω απ’ όλα βρίσκεται η αναζήτηση της Εδέμ. Ταξιδεύουμε για να δούμε, να παρατηρήσουμε, να γνωρίσουμε, να μάθουμε, να απογαλακτιστούμε, να ενηλικιωθούμε, να γίνουμε ταπεινοί, καλύτεροι, αλλιώτικοι, να μετουσιωθούμε, να μετεωριστούμε, να συρθούμε, να φαγωθούμε, να ερωτευτούμε, να ζήσουμε, να πεθάνουμε, να γίνουμε διάβολοι και άγιοι, ευλογημένοι και καταραμένοι, σοφοί, ρέκτες και ιδαλγοί, να ανοίξουμε ολότελα τους πόρους μας και να μας διαπεράσουν από άκρη σε άκρη όλες οι μυρωδιές και όλη η γνώση του κόσμου και πέραν και πάνω απ’ αυτόν, να πλημμυρίσουμε από εικόνες, να εξημερωθούμε και ν’ αποθηριοποιηθούμε, εντέλει να συμφιλιωθούμε με τον άνθρωπο, την ουσία μας και τις χίμαιρές μας.
Μακάριοι όσοι στο τέλος του προορισμού βρήκαν την ουτοπία τους και η ουτοπία, όπως πολλές φορές συνέβη στο παρελθόν σε σχετικά εγχειρήματα, δεν μετατράπηκε σε εφιάλτη ή παταγώδη αποτυχία.
Αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο ως αλληλουχία τοπίων, ως τοπογραφία, φωτογραφία – φωτογραφία, εικόνα – εικόνα, καρέ – καρέ, ξέρουμε πως είναι μεγάλος κι εμείς μικροί, αυτή είναι η κλίμακα, κι όμως παλεύουμε, πασχίζουμε με λύσσα να σταθούμε όρθιοι, να τεντωθούμε, να υψώσουμε το ανάστημά μας και να προχωρήσουμε με μεγάλες δρασκελιές, να δούμε, όσα περισσότερα προλαβαίνουμε από τον άγνωστο, μυστηριώδη, θαυμαστό κόσμο. Πολλὰ γὰρ τὰ κωλύοντα εἰδέναι, ἥ τ’ ἀδηλότης καὶ βραχὺς ὤν ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου» σημειώνει ο Πρωταγόρας περί Θεών. Γιατί πολλά πράγματα εμποδίζουν τη γνώση: το γεγονός ότι πολλά πράγματα είναι άδηλα και δεν φαίνονται και η συντομία της ανθρώπινης ζωής.
Τα τοπία και οι άνθρωποι δεν είναι πάντα ίδια. Εναλλάσσονται, αλλάζουν, μεταβάλλονται. Παρόλα αυτά, το ένα εισχωρεί στο άλλο, συμφιλιώνονται, αλληλεπιδρούν, ταιριάζουν, καθώς αποτελούν επί μέρους κομμάτια του ψηφιδωτού μιας κοσμολογίας που τη συνέχει μια μυστική εσωτερική συνάφεια.

Αφήνοντας το δικό μας χώρο, πραγματικό, γεωγραφικό ή πνευματικό, μεταβαίνουμε σ’ έναν άλλο, σχετικό ή αφηρημένο, σ’ ένα σύστημα που λειτουργεί παράλληλα με το δικό μας λιγότερο ή περισσότερο έξω από εμάς, το οποίο θα μας αποδεχθεί ή θα μας απορρίψει. Εμείς, παράλληλα, θα το ιχνηλατήσουμε, θα το ανιχνεύσουμε, θα το ψηλαφίσουμε σπιθαμή – σπιθαμή με σεβασμό και ταπεινότητα, προκειμένου να αντιληφθούμε εάν μας αντιπροσωπεύει ή αν το αμφισβητούμε. Ποτέ δεν παριστάνουμε τους τουρίστες, δεν φερόμαστε ως βάνδαλοι ετερόχθονες και επήλυδες σ’ έναν τόπο, μακριά από το στενά δικό μας, με μια κάμερα υπό μάλης, τραβώντας σέλφις με φόντο το Κολοσσαίο ή τρώγοντας Bratwurst μπροστά από το Brandenburger Tor. Θολώνουμε το σκοπό και εκχυδαΐζουμε τη διαδικασία. Κάνουμε το ταξίδι, τη μετάβαση στο νέο τόπο για να αφουγκραστούμε τη μουσική του, ν’ ακούσουμε τις ιστορίες του, να αποκωδικοποιήσουμε τα μυστικά του, ώστε να μπορέσουμε προσθέτοντας εικόνες, εμπειρίες και μνήμες να λύσουμε κάποτε την πανανθρώπινη εξίσωση, να ξαναβρούμε τη μυστική φόρμουλα της φυσικής ενότητας του ανθρώπου.
Πώς αλλιώς, αν δεν βουτήξουμε, αν δεν εντρυφήσουμε, αν δεν εμφιλοχωρήσουμε στο νέο σύστημα με την είσοδο μας στον προορισμό (που όπως είπαμε εκτός από γεωγραφικός, μπορεί να είναι υλικός, νοητικός, υπαρκτός ή μη πραγματικός), αν δεν περπατήσουμε στις γειτονιές του, δεν παρατηρήσουμε την αρχιτεκτονική του, δεν αναμειχθούμε με τις φυλές του, δεν καταγράψουμε τις κοινωνικές ομάδες του, τις ανισότητές του, τις διαστρωματώσεις του, δεν κοιτάξουμε πάνω από το φράκτη μέσα στις πίσω αυλές των σπιτιών, αν δεν διαπιστώσουμε τα χούγια, τις ιδιοτροπίες, τις συνήθειες, τις αρετές των ανθρώπων, αν δεν προσέξουμε τη θέση τους και την κίνησή τους μέσα στο αστικό ή μη τοπίο, αν δεν τους μιλήσουμε, δεν τους αγγίξουμε, δεν τους ακούσουμε, δεν τους μεθύσουμε, πώς θα εντοπίσουμε τι μας χωρίζει, τι μας ενώνει, τι θα προσφέρουμε από κοινού στο πανανθρώπινο ιδεώδες της συναδέλφωσης και της κοινής καταγωγής του είδους; Κι αυτή ακριβώς η ετεροτοπία, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Φουκώ είναι που θα μας βοηθήσει να δούμε με καθαρή και διαυγή ματιά: Μια ταβέρνα, ένα σχολείο, ένας κήπος, ένα καφέ, ένα παζάρι, μια συναυλία, μια διαδήλωση, ένα σωφρονιστήριο, μια βιβλιοθήκη. Εκεί θα αποκαλυφθεί η αλήθεια, στους τόπους του “ετέρου”, του άλλου, διαφορετικού, της παρέκκλισης, του μη κανονικού, εκεί, όπου οι κοινωνικές σχέσεις διαφοροποιούνται από τις κυρίαρχες.

Εν κατακλείδι, ο συμβολισμός του ταξιδιού στο χώρο (και στο χρόνο) είναι σπουδαίας σημασίας: Το ταξίδι είναι κίνηση, αποκάλυψη, πρόοδος, ύψιστη οικουμενική αξία, συγκολλητική ουσία και αρμός της φυσικής ενότητας των ανθρώπων. Είτε πλάθουμε, είτε βιώνουμε την εκκίνηση/τη μετάβαση/την άφιξη/την είσοδο στο χώρο-σύστημα κανένα ταξίδι δεν είναι άσκοπο. Πέρα από τις πολιτιστικές, θρησκευτικές, κοινωνικές, φυλετικές, ιδεολογικές προτιμήσεις, συγκλίσεις, αποκλίσεις ή διαφορές του κάθε ανθρώπου, όλοι μας είμαστε κοσμοπολίτες, πολίτες του κόσμου, οι οποίοι δεν αναγνωρίζουν σύνορα, περιορισμούς και τεχνητά εμπόδια, ταξιδιώτες και συνεπιβάτες στο μαγικό, ιπτάμενο χαλί της ζωής. Το ταξίδι είναι η κοινή μας ταυτότητα.

Laurie Lee: An einem hellen Morgen ging ich fort (1969)

5378e10e22a0df45bea6f110-l

…Als ich am nächsten Tag wieder auf der Straße nach London kam, dachte ich aber nur noch an den Weg, der vor mir lag. Ich schritt stetig dahin, mühelos ging ich Stunde um Stunde wie in einem schwingenden, schwerelosen Traum. Ich war in jenem Alter, das weder Strapaze noch Müdigkeit kennt. Der Körper verbrennt magische Kraftstoffe und gleitet durch die warme Luft, etwa kniehoch über dem boden, seinem Gespür mühelos flogend. Selbst Erschöpfung hatt, wenn man sie sich bemerkbar machte, noch etwas Sinnliches, Wollüstiges, und der Schlaf war sanft und tief wie Öl. Es war der Höhepunkt auf der Kurve des sich körperlich Verschwendens, bevor einem die erste Rechnung präsentiert wird…

Laurie Lee: As I walked out one midsummer morning (1969), Milena Verlag, S.22,23.

Ρ.Μ.Ρίλκε: Οι τελευταίοι (1902)

rainer_maria_rilke

…Μιλήσαμε ήδη νωρίτερα γι’ αυτό, αν μου επιτρέπετε. Τέχνη στην ουσία σημαίνει παιδικότητα. Τέχνη σημαίνει να μη γνωρίζεις ότι ο κόσμος υπάρχει και να δημιουργείς έναν. Να μην καταστρέφεις ό,τιι βρίσκεις, αλλά απλώς να μη βρίσκεις τίποτα τέλειο. Μόνο πιθανότητες. Μόνο επιθυμίες. Και ξαφνικά να είσαι η ολοκλήρωση, να είσαι ένα όνειρο, να έχεις ήλιο. Χωρί να μιλάς γι’ αυτό, ασυναίσθητα. Να μη φτάνεις ποτέ στην τελείωση. Ποτέ να μη ζεις την έβδομη μέρα. Ποτέ να μη βλέπεις ότι όλα είναι καλά. Η αίσθηση του ανικανοποίητου σημαίνει νιότη. Ο Θεός ήταν πολύ γέρος στην αρχή, πιστεύω. Διαφορετικά δεν θα είχε σταματήσει το βράδυ της έκτης ημέρας. Ούτε καν τη χιλιοστή ημέρα. Ούτε καν σήμερα. Μόνο αυτό έχω να του προσάψω. Ότι εξαντλήθηκε. Ότι πίστεψε ότι το βιβλίο του τελείωνε με τον άνθρωπο και κατόπιν άφησε κάτω την πένα του αναμένοντας να δει πόσες φορές θα εκδοθεί. Ότι δεν ήταν καλλιτέχνης, αυτό είναι τόσο θλιβερό. Ότι παρόλα αυτά δεν ήταν καλλιτέχνης…

Rainer Maria Rilke, Die Letzten, 1902, Ροές, 2003, σελ. 26,27, μτφ. Κατ.Τσολακίδου

Hermann Broch: Τσερλίνε

hermannbrochtyping

…κι όμως, αν δεν υπήρχε το κενό, αν δεν ήταν η λησμονιά, δεν θα βλάσταινε το αλησμόνητο. Η λησμονιά, με άδεια τα χέρια, κουβαλάει το αλησμόνητο, και το αλησμόνητο κουβαλάει εμάς. Με τη λησμονιά ταΐζουμε τον χρόνο, τον θάνατο, όμως το αλησμόνητο μας το χαρίζει ο θάνατος, και τη στιγμή που θα το δεχθούμε βρισκόμαστε ακόμα εδώ, αλλά ταυτόχρονα είμαστε κιόλας εκεί όπου ο κόσμος χάνεται στα σκουπίδια. Γιατί το αλησμόνητο είναι κομμάτι από το μέλλον, εκείνο το κομμάτι αιωνιότητας που μας έχει χαριστεί όσο ζούμε και που μας κρατάει και κάνει το πέσιμό μας στα σκοτάδια πιο απαλό, σαν να ‘ταν πέταγμα…

*Εκδόσεις Κριτική, μτφ. Γ.Κόκκινος, σ. 32, 1950.

Αύγουστος Στρίντμπεργκ: Μόνος

6769985273_4038ecdd32_o

…όταν ξανασκέφτομαι τη συμβίωση με τους ανθρώπους, που κανονικά θα έπρεπε να παρέχει αληθινή μάθηση, βρίσκω ότι δεν ήταν παρά ένα σχολείο βασανισμού. Να είναι υποχρεωμένος κανείς κάθε στιγμή να βλέπει ασχήμιες όταν διαθέτει το αισθητήριο της ομορφιάς, είναι ένα βασανιστήριο που τον παραπλανεί, έτσι ώστε να θεωρήσει εντέλει τον εαυτό του ως μάρτυρα. Να κλείνει πάλι τα μάτια από διακριτικότητα μπρος στις αδικίες, με τον καιρό τον καθιστούν παλιάνθρωπο. Στη συνέχεια, ως αποτέλεσμα αυτής της διακριτικότητας, το να συνηθίσει να καταπίεζει την άποψή του, τον καθιστά δειλό. Τελικά, το να φορτώνεται κάποιος την ευθύνη για σφάλματα που δεν έκανε, ώστε να εξασφαλίσει την ησυχία του, τον υποβαθμίζει απαρατήρητα, ώστε μια ωραία μέρα καταλήγει να πιστέψει ότι είναι ελεεινός. Το να μην ακούει ποτέ έναν ενθαρρυντικό λόγο, υφαρπάζει το θάρρος του και το αίσθημα αυτοπεποίθησης. Και τα αποτελέσματα της ξένης ευθύνης καθώς τα φορτώνεται, τον κάνουν να μανιάζει εναντίον των συνανθρώπων και της τάξης του κόσμου…

Εκδ. Σκαρίφημα, σελ. 52-53, 1902