Το ταξίδι είναι η κοινή μας ταυτότητα

Εν αρχή ην το θεμελιώδες ερώτημα:
Γιατί γράφουμε;
Γιατί ταξιδεύουμε;
Η απάντηση είναι κοινή: “Γιατί δεν θέλουμε να ζούμε μια μόνο ζωή».
Αν δεχθούμε πως τα βιβλία (η λογοτεχνία, η ποίηση, η νουβέλα κλπ) αναπαριστούν, αποτυπώνουν μια καλύτερη ή χειρότερη ζωή, είναι δηλαδή per se μια ζωή αυθύπαρκτη, λογίζονται από μόνα τους ως ένα, μοναδικό, ταξίδι.
Γράφουμε, διαβάζουμε και ταξιδεύουμε, επομένως, γιατί δεν θέλουμε να ζήσουμε μια ζωή μονάχα.
Τα ταξίδια είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας μέσα από την επαφή και την επικοινωνία, τη συνδιαλλαγή με διαφορετικούς τόπους και πολιτισμούς.
Και για να θυμηθούμε τον Γκυ ντε Μωπασάν: Παρακολουθούμε ουσιαστικά ένα ταξίδι σαν μια πόρτα από όπου βγαίνεις από την πραγματικότητα για να μπεις σε έναν χώρο ανεξερεύνητο που μοιάζει με όνειρο.
Ποια ακαταμάχητη παρόρμηση ωθεί τους ανθρώπους να ταξιδέψουν; Γιατί δεν κάθονται στ’ αυγά τους; Πόσα ταξίδια χωράει μια ζωή και πόσες ζωές ένα ταξίδι; Πόσων ειδών ταξίδια καταγράφονται στη λογοτεχνία, στη ζωή;
Φανταστείτε μια συνομιλία μεταξύ Λειβαδίτη – Καβάφη μέσω ποιημάτων:
Γράφει ο πρώτος:
Ω εσείς που ναυαγήσατε σε θάλασσες που δεν ταξιδέψατε ποτέ! (Ταξιδιώτης)
Απαντάει ο Καβάφης: Είπες• «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή. ( Η Πόλις)
Ο πρώτος και καλύτερος λόγος για το ταξίδι είναι η δίψα για περιπέτεια. Η έμφυτη περιέργεια, η φιλομάθεια και η γνώση που χαρακτηρίζει το είδος μας, η λαχτάρα για νέους ορίζοντες, η επιθυμία για εξερεύνηση, η γοητεία της περιπλάνησης, η ανάγκη της ανακάλυψης, η μυσταγωγία της φυγής, η αίσθηση της ελευθερίας, η παραζάλη της φαντασίας.
Ο άνθρωπος μπορεί να ταξιδέψει στο χώρο και στο χρόνο. Μπορεί να ταξιδέψει με ένα μολύβι κι ένα φύλλο χαρτί – τις αποσκευές του συγγραφέα. Με έναν στίχο ή έναν ήχο. Μ’ ένα άρωμα ή μια μυρωδιά. Μπορεί να ταξιδέψει με τη φαντασία του, με τα πόδια, ξυπόλητος ή με παπούτσια, με τον έρωτα, μ’ ένα βλέμμα, με μια υπόσχεση, μέσα σε μια βάρκα ή σε μια αγκαλιά, στον ξύπνιο του ή στ’ όνειρό του (συνήθως πετώντας), μέσα του ή μέσα στο κορμί ενός άλλου, στα παιδικά του χρόνια, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα ή και μέσα στο δωμάτιό του (για να θυμηθούμε το Voyage autour de ma chambre του Ξαβιέ ντε Μεστρ, την απίθανη εκείνη μυθοπλασία του 1794), στο αγαπημένο του μέρος, την αγαπημένη του εποχή, ως το τέλος του χρόνου, στα πέρατα του κόσμου. Μπορεί να ταξιδεύει με κλειστά ή ανοιχτά τα μάτια, διαστέλλοντας το χρόνο, συστέλλοντας το χώρο, μόνος ή με παρέα, με τη βοήθεια ψυχεδελικών ουσιών, σαν διάττοντας αστέρας ή περιστρεφόμενος γύρω από τον ήλιο, κατασκευάζοντας διαστημόπλοια και χρονομηχανές, στο Route 66, τους πλανήτες, στο κέντρο της γης ή 20000 λεύγες υπό τη θάλασσα. Ας θυμηθούμε πως μέχρι ολόκληρο νησί ταξίδεψε από το Αιγαίο στον Ειρηνικό και από Τήλος έγινε Ταιλί με τη φαντασία του Καραγάτση (Χαμένο Νησί, 1943)
Γιατί ταξιδεύουμε; Από ποιον απογαλακτιζόμαστε; Από πού το σκάσαμε; Τι ψάχνουμε;
————–
Μα αληθινοί ταξιδευτές εκείνοι είναι που φεύγουν
μονάχα για να φύγουν•ελαφρές καρδιές καθώς
μπαλόνια, το μοιραίο τους ποτέ δεν τ’ αποφεύγουν•
Χωρίς να ξέρουν το γιατί, πάντοτε λένε «Εμπρός!»
(Σαρλ Μποντλέρ)
————–
Η ίδια μας η ζωή δεν είναι ένα ταξίδι; “Το μαγευτικό ταξίδι ενός εμβρύου από τη σύλληψη ως τη γέννηση”, συνηθίζουμε να λέμε. (Μου έρχεται στο μυαλό το Embryonic Journey των Jefferson Airplane). Άλλες εκφράσεις: “Το ταξίδι της ζωής”, “Έφυγε για το μεγάλο ταξίδι” , “ταξίδεψέ με” (εδώ το ρήμα ταξιδεύω είναι μεταβατικό και παίρνει αντικείμενο στην αιτιατική), “ταξιδεύω στα μάτια σου” (εδώ αμετάβατο). Το παράδοξο είναι πως δεν γνωρίζουμε καν αν το πέρασμά μας είναι η αρχή, μια στάση, μια αναλαμπή, ένα στιγμιότυπο ή το τέλος. Εφόσον, επομένως, το ταξίδι το φέρουμε εντός μας από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή της επίγειας παρουσίας μας, ανήκει στα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης. Είμαστε οι μοναχικοί ταξιδιώτες στο ταξίδι μας. Όχι όμως οι μοναδικοί. Χρειαζόμαστε συνοδοιπόρους, φλανέρ, μποέμ, μουσικάντηδες, τυχοδιώκτες, αμφισβητίες, άσωτους, τρελούς, μύστες, εύθυμους τσιγγάνους, λιποτάκτες, καταζητούμενους, πρόσφυγες, διωγμένους, αποσυνάγωγους, αμπελοφιλόσοφους, γυρολόγους, βοτανολόγους του περιθωρίου, εθνολόγους της παραφοράς, μπεκρήδες, ζωγράφους, υπέροχες γυναίκες, υπνοβάτες, πλάνητες, gamblers, ποιητές, απάχηδες, χρειαζόμαστε έναν δρόμο, μια σκιά και ένα σακίδιο, ένα δοξάρι, κρασί και ψωμοτύρι, πανδοχεία, μοτέλ, καταγώγια, σταυροδρόμια.

Βρισκόμαστε σε συνεχή κίνηση, εναρμονισμένοι με την τροχιακή ταχύτητα γης, το πάφλασμα των κυμάτων, τη ορμή των ωκεανών, το κυνηγητό των σύννεφων, το θρόισμα των φοινικόδεντρων. Λατρεύουμε τα πυκνά φυλλώματα, τη σκόνη του χαλικόδρομου, την πηγή με το κελαρυστό νερό, τα απάτητα χιόνια, τα φιδογυριστά μονοπάτια, την καυτή άμμο, τη δροσερή όχθη, το χωριό που ξεπροβάλλει, το σμίξιμο του ορίζοντα, της θάλασσας και του ουρανού, το άπειρο που εκτείνεται σαν tabula rasa μπροστά μας, έτοιμο και ιδανικό για να εγγράψουμε τα ορνιθοσκαλίσματά μας, να ορίσουμε τον προορισμό, να κατασκευάσουμε τις νέες ουτοπίες μας.
Η προετοιμασία, η πραγμάτωση του ταξιδιού, είναι μια ιεροτελεστία. Πίσω απ’ όλα βρίσκεται η αναζήτηση της Εδέμ. Ταξιδεύουμε για να δούμε, να παρατηρήσουμε, να γνωρίσουμε, να μάθουμε, να απογαλακτιστούμε, να ενηλικιωθούμε, να γίνουμε ταπεινοί, καλύτεροι, αλλιώτικοι, να μετουσιωθούμε, να μετεωριστούμε, να συρθούμε, να φαγωθούμε, να ερωτευτούμε, να ζήσουμε, να πεθάνουμε, να γίνουμε διάβολοι και άγιοι, ευλογημένοι και καταραμένοι, σοφοί, ρέκτες και ιδαλγοί, να ανοίξουμε ολότελα τους πόρους μας και να μας διαπεράσουν από άκρη σε άκρη όλες οι μυρωδιές και όλη η γνώση του κόσμου και πέραν και πάνω απ’ αυτόν, να πλημμυρίσουμε από εικόνες, να εξημερωθούμε και ν’ αποθηριοποιηθούμε, εντέλει να συμφιλιωθούμε με τον άνθρωπο, την ουσία μας και τις χίμαιρές μας.
Μακάριοι όσοι στο τέλος του προορισμού βρήκαν την ουτοπία τους και η ουτοπία, όπως πολλές φορές συνέβη στο παρελθόν σε σχετικά εγχειρήματα, δεν μετατράπηκε σε εφιάλτη ή παταγώδη αποτυχία.
Αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο ως αλληλουχία τοπίων, ως τοπογραφία, φωτογραφία – φωτογραφία, εικόνα – εικόνα, καρέ – καρέ, ξέρουμε πως είναι μεγάλος κι εμείς μικροί, αυτή είναι η κλίμακα, κι όμως παλεύουμε, πασχίζουμε με λύσσα να σταθούμε όρθιοι, να τεντωθούμε, να υψώσουμε το ανάστημά μας και να προχωρήσουμε με μεγάλες δρασκελιές, να δούμε, όσα περισσότερα προλαβαίνουμε από τον άγνωστο, μυστηριώδη, θαυμαστό κόσμο. Πολλὰ γὰρ τὰ κωλύοντα εἰδέναι, ἥ τ’ ἀδηλότης καὶ βραχὺς ὤν ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου» σημειώνει ο Πρωταγόρας περί Θεών. Γιατί πολλά πράγματα εμποδίζουν τη γνώση: το γεγονός ότι πολλά πράγματα είναι άδηλα και δεν φαίνονται και η συντομία της ανθρώπινης ζωής.
Τα τοπία και οι άνθρωποι δεν είναι πάντα ίδια. Εναλλάσσονται, αλλάζουν, μεταβάλλονται. Παρόλα αυτά, το ένα εισχωρεί στο άλλο, συμφιλιώνονται, αλληλεπιδρούν, ταιριάζουν, καθώς αποτελούν επί μέρους κομμάτια του ψηφιδωτού μιας κοσμολογίας που τη συνέχει μια μυστική εσωτερική συνάφεια.

Αφήνοντας το δικό μας χώρο, πραγματικό, γεωγραφικό ή πνευματικό, μεταβαίνουμε σ’ έναν άλλο, σχετικό ή αφηρημένο, σ’ ένα σύστημα που λειτουργεί παράλληλα με το δικό μας λιγότερο ή περισσότερο έξω από εμάς, το οποίο θα μας αποδεχθεί ή θα μας απορρίψει. Εμείς, παράλληλα, θα το ιχνηλατήσουμε, θα το ανιχνεύσουμε, θα το ψηλαφίσουμε σπιθαμή – σπιθαμή με σεβασμό και ταπεινότητα, προκειμένου να αντιληφθούμε εάν μας αντιπροσωπεύει ή αν το αμφισβητούμε. Ποτέ δεν παριστάνουμε τους τουρίστες, δεν φερόμαστε ως βάνδαλοι ετερόχθονες και επήλυδες σ’ έναν τόπο, μακριά από το στενά δικό μας, με μια κάμερα υπό μάλης, τραβώντας σέλφις με φόντο το Κολοσσαίο ή τρώγοντας Bratwurst μπροστά από το Brandenburger Tor. Θολώνουμε το σκοπό και εκχυδαΐζουμε τη διαδικασία. Κάνουμε το ταξίδι, τη μετάβαση στο νέο τόπο για να αφουγκραστούμε τη μουσική του, ν’ ακούσουμε τις ιστορίες του, να αποκωδικοποιήσουμε τα μυστικά του, ώστε να μπορέσουμε προσθέτοντας εικόνες, εμπειρίες και μνήμες να λύσουμε κάποτε την πανανθρώπινη εξίσωση, να ξαναβρούμε τη μυστική φόρμουλα της φυσικής ενότητας του ανθρώπου.
Πώς αλλιώς, αν δεν βουτήξουμε, αν δεν εντρυφήσουμε, αν δεν εμφιλοχωρήσουμε στο νέο σύστημα με την είσοδο μας στον προορισμό (που όπως είπαμε εκτός από γεωγραφικός, μπορεί να είναι υλικός, νοητικός, υπαρκτός ή μη πραγματικός), αν δεν περπατήσουμε στις γειτονιές του, δεν παρατηρήσουμε την αρχιτεκτονική του, δεν αναμειχθούμε με τις φυλές του, δεν καταγράψουμε τις κοινωνικές ομάδες του, τις ανισότητές του, τις διαστρωματώσεις του, δεν κοιτάξουμε πάνω από το φράκτη μέσα στις πίσω αυλές των σπιτιών, αν δεν διαπιστώσουμε τα χούγια, τις ιδιοτροπίες, τις συνήθειες, τις αρετές των ανθρώπων, αν δεν προσέξουμε τη θέση τους και την κίνησή τους μέσα στο αστικό ή μη τοπίο, αν δεν τους μιλήσουμε, δεν τους αγγίξουμε, δεν τους ακούσουμε, δεν τους μεθύσουμε, πώς θα εντοπίσουμε τι μας χωρίζει, τι μας ενώνει, τι θα προσφέρουμε από κοινού στο πανανθρώπινο ιδεώδες της συναδέλφωσης και της κοινής καταγωγής του είδους; Κι αυτή ακριβώς η ετεροτοπία, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Φουκώ είναι που θα μας βοηθήσει να δούμε με καθαρή και διαυγή ματιά: Μια ταβέρνα, ένα σχολείο, ένας κήπος, ένα καφέ, ένα παζάρι, μια συναυλία, μια διαδήλωση, ένα σωφρονιστήριο, μια βιβλιοθήκη. Εκεί θα αποκαλυφθεί η αλήθεια, στους τόπους του “ετέρου”, του άλλου, διαφορετικού, της παρέκκλισης, του μη κανονικού, εκεί, όπου οι κοινωνικές σχέσεις διαφοροποιούνται από τις κυρίαρχες.

Εν κατακλείδι, ο συμβολισμός του ταξιδιού στο χώρο (και στο χρόνο) είναι σπουδαίας σημασίας: Το ταξίδι είναι κίνηση, αποκάλυψη, πρόοδος, ύψιστη οικουμενική αξία, συγκολλητική ουσία και αρμός της φυσικής ενότητας των ανθρώπων. Είτε πλάθουμε, είτε βιώνουμε την εκκίνηση/τη μετάβαση/την άφιξη/την είσοδο στο χώρο-σύστημα κανένα ταξίδι δεν είναι άσκοπο. Πέρα από τις πολιτιστικές, θρησκευτικές, κοινωνικές, φυλετικές, ιδεολογικές προτιμήσεις, συγκλίσεις, αποκλίσεις ή διαφορές του κάθε ανθρώπου, όλοι μας είμαστε κοσμοπολίτες, πολίτες του κόσμου, οι οποίοι δεν αναγνωρίζουν σύνορα, περιορισμούς και τεχνητά εμπόδια, ταξιδιώτες και συνεπιβάτες στο μαγικό, ιπτάμενο χαλί της ζωής. Το ταξίδι είναι η κοινή μας ταυτότητα.

Laurie Lee: An einem hellen Morgen ging ich fort (1969)

5378e10e22a0df45bea6f110-l

…Als ich am nächsten Tag wieder auf der Straße nach London kam, dachte ich aber nur noch an den Weg, der vor mir lag. Ich schritt stetig dahin, mühelos ging ich Stunde um Stunde wie in einem schwingenden, schwerelosen Traum. Ich war in jenem Alter, das weder Strapaze noch Müdigkeit kennt. Der Körper verbrennt magische Kraftstoffe und gleitet durch die warme Luft, etwa kniehoch über dem boden, seinem Gespür mühelos flogend. Selbst Erschöpfung hatt, wenn man sie sich bemerkbar machte, noch etwas Sinnliches, Wollüstiges, und der Schlaf war sanft und tief wie Öl. Es war der Höhepunkt auf der Kurve des sich körperlich Verschwendens, bevor einem die erste Rechnung präsentiert wird…

Laurie Lee: As I walked out one midsummer morning (1969), Milena Verlag, S.22,23.

Ρ.Μ.Ρίλκε: Οι τελευταίοι (1902)

rainer_maria_rilke

…Μιλήσαμε ήδη νωρίτερα γι’ αυτό, αν μου επιτρέπετε. Τέχνη στην ουσία σημαίνει παιδικότητα. Τέχνη σημαίνει να μη γνωρίζεις ότι ο κόσμος υπάρχει και να δημιουργείς έναν. Να μην καταστρέφεις ό,τιι βρίσκεις, αλλά απλώς να μη βρίσκεις τίποτα τέλειο. Μόνο πιθανότητες. Μόνο επιθυμίες. Και ξαφνικά να είσαι η ολοκλήρωση, να είσαι ένα όνειρο, να έχεις ήλιο. Χωρί να μιλάς γι’ αυτό, ασυναίσθητα. Να μη φτάνεις ποτέ στην τελείωση. Ποτέ να μη ζεις την έβδομη μέρα. Ποτέ να μη βλέπεις ότι όλα είναι καλά. Η αίσθηση του ανικανοποίητου σημαίνει νιότη. Ο Θεός ήταν πολύ γέρος στην αρχή, πιστεύω. Διαφορετικά δεν θα είχε σταματήσει το βράδυ της έκτης ημέρας. Ούτε καν τη χιλιοστή ημέρα. Ούτε καν σήμερα. Μόνο αυτό έχω να του προσάψω. Ότι εξαντλήθηκε. Ότι πίστεψε ότι το βιβλίο του τελείωνε με τον άνθρωπο και κατόπιν άφησε κάτω την πένα του αναμένοντας να δει πόσες φορές θα εκδοθεί. Ότι δεν ήταν καλλιτέχνης, αυτό είναι τόσο θλιβερό. Ότι παρόλα αυτά δεν ήταν καλλιτέχνης…

Rainer Maria Rilke, Die Letzten, 1902, Ροές, 2003, σελ. 26,27, μτφ. Κατ.Τσολακίδου

Hermann Broch: Τσερλίνε

hermannbrochtyping

…κι όμως, αν δεν υπήρχε το κενό, αν δεν ήταν η λησμονιά, δεν θα βλάσταινε το αλησμόνητο. Η λησμονιά, με άδεια τα χέρια, κουβαλάει το αλησμόνητο, και το αλησμόνητο κουβαλάει εμάς. Με τη λησμονιά ταΐζουμε τον χρόνο, τον θάνατο, όμως το αλησμόνητο μας το χαρίζει ο θάνατος, και τη στιγμή που θα το δεχθούμε βρισκόμαστε ακόμα εδώ, αλλά ταυτόχρονα είμαστε κιόλας εκεί όπου ο κόσμος χάνεται στα σκουπίδια. Γιατί το αλησμόνητο είναι κομμάτι από το μέλλον, εκείνο το κομμάτι αιωνιότητας που μας έχει χαριστεί όσο ζούμε και που μας κρατάει και κάνει το πέσιμό μας στα σκοτάδια πιο απαλό, σαν να ‘ταν πέταγμα…

*Εκδόσεις Κριτική, μτφ. Γ.Κόκκινος, σ. 32, 1950.

Αύγουστος Στρίντμπεργκ: Μόνος

6769985273_4038ecdd32_o

…όταν ξανασκέφτομαι τη συμβίωση με τους ανθρώπους, που κανονικά θα έπρεπε να παρέχει αληθινή μάθηση, βρίσκω ότι δεν ήταν παρά ένα σχολείο βασανισμού. Να είναι υποχρεωμένος κανείς κάθε στιγμή να βλέπει ασχήμιες όταν διαθέτει το αισθητήριο της ομορφιάς, είναι ένα βασανιστήριο που τον παραπλανεί, έτσι ώστε να θεωρήσει εντέλει τον εαυτό του ως μάρτυρα. Να κλείνει πάλι τα μάτια από διακριτικότητα μπρος στις αδικίες, με τον καιρό τον καθιστούν παλιάνθρωπο. Στη συνέχεια, ως αποτέλεσμα αυτής της διακριτικότητας, το να συνηθίσει να καταπίεζει την άποψή του, τον καθιστά δειλό. Τελικά, το να φορτώνεται κάποιος την ευθύνη για σφάλματα που δεν έκανε, ώστε να εξασφαλίσει την ησυχία του, τον υποβαθμίζει απαρατήρητα, ώστε μια ωραία μέρα καταλήγει να πιστέψει ότι είναι ελεεινός. Το να μην ακούει ποτέ έναν ενθαρρυντικό λόγο, υφαρπάζει το θάρρος του και το αίσθημα αυτοπεποίθησης. Και τα αποτελέσματα της ξένης ευθύνης καθώς τα φορτώνεται, τον κάνουν να μανιάζει εναντίον των συνανθρώπων και της τάξης του κόσμου…

Εκδ. Σκαρίφημα, σελ. 52-53, 1902

Hermann Hesse: Die Heimkehr

45804

Wenn es nun auch an menschlicher Bewillkommnung mangelte, sprach doch die Stadt selbst desto deutlicher und eindringlicher zu ihrem heimgekehrten Kinde. Wohl gab es überall Veränderungen und Neues, das Angesicht des Städtleins aber war nicht älter noch anders geworden und sah den Ankömmling vertraut und mütterlich an, so daß es ihm wohl und geborgen zu Mute ward und die Jahrzehnte der Fremde und Reisen und Abenteuer wunderlich zusammengingen und einschmolzen, als wären sie nur ein Abstecher und kleiner Umweg gewesen. Geschäfte gemacht und Geld verdient hatte er da und dort, er hatte auch in der Ferne ein Weib genommen und verloren, sich wohl gefühlt und Leid erfahren, allein zugehörig und daheim war er doch nur hier, und während er für einen Fremden galt und sogar als Ausländer betrachtet wurde, kam er sich selber ganz zu Hause und gleichartig mit diesen Leuten, Gassen und Häusern vor.

*Suhrkamp, S.14-15, 1909.

Δημοσθένης Παπαμάρκος: Γκιάκ

b198676

…Γω γράμματα καλά δεν ήξερα και όταν μου φτάνανε τα γράμματα σελίδες μου ‘ρχόταν βαριά που γω δεν μπόραγα να γράψω πάνω από δέκα σειρές, να της πω αυτά που είχα κατά νου. Κι έτσ’ έστελνα μαζί με το γράμμα και ζουγραφιές που έφτιαχνα πάν’ στα πακέτα απ’ τα τσιγάρα που μου ‘πεμπε με το φάκελο. Πέρναγε ο καιρός όμως και τελειωμό δεν είχε ο σκοτωμός κι άρχισε να πιάνει εμένα η απελπισιά. Κι όταν γίνηκε και μας πήρανε φαλάγγι οι Τούρκοι κι αρχίσαμε να γυρνάμε σαν τα κοπάδια, κοπήκανε και τα γράμματα και τα όλα. Πρόλαβα μόνο εγώ κι έδωσα σ’ έναν ντόπιο και τον διάταξα να της πάει ένα τελευταίο ραβασάκι που της έγραφα, Ανθούλα μου είμαι καλά. Φεύγουμε με τα καράβια. Θα γυρίσω πάλι. Άμα πάρεις το γράμμα μου, να ξέρεις θα σε περιμένω. Κι έπειτα φύγαμε…

*Εκδόσεις Αντίποδες, 2014, σελ. 71.