Archive | January 2017

Hermann Broch: Τσερλίνε

hermannbrochtyping

…κι όμως, αν δεν υπήρχε το κενό, αν δεν ήταν η λησμονιά, δεν θα βλάσταινε το αλησμόνητο. Η λησμονιά, με άδεια τα χέρια, κουβαλάει το αλησμόνητο, και το αλησμόνητο κουβαλάει εμάς. Με τη λησμονιά ταΐζουμε τον χρόνο, τον θάνατο, όμως το αλησμόνητο μας το χαρίζει ο θάνατος, και τη στιγμή που θα το δεχθούμε βρισκόμαστε ακόμα εδώ, αλλά ταυτόχρονα είμαστε κιόλας εκεί όπου ο κόσμος χάνεται στα σκουπίδια. Γιατί το αλησμόνητο είναι κομμάτι από το μέλλον, εκείνο το κομμάτι αιωνιότητας που μας έχει χαριστεί όσο ζούμε και που μας κρατάει και κάνει το πέσιμό μας στα σκοτάδια πιο απαλό, σαν να ‘ταν πέταγμα…

*Εκδόσεις Κριτική, μτφ. Γ.Κόκκινος, σ. 32, 1950.

Αύγουστος Στρίντμπεργκ: Μόνος

6769985273_4038ecdd32_o

…όταν ξανασκέφτομαι τη συμβίωση με τους ανθρώπους, που κανονικά θα έπρεπε να παρέχει αληθινή μάθηση, βρίσκω ότι δεν ήταν παρά ένα σχολείο βασανισμού. Να είναι υποχρεωμένος κανείς κάθε στιγμή να βλέπει ασχήμιες όταν διαθέτει το αισθητήριο της ομορφιάς, είναι ένα βασανιστήριο που τον παραπλανεί, έτσι ώστε να θεωρήσει εντέλει τον εαυτό του ως μάρτυρα. Να κλείνει πάλι τα μάτια από διακριτικότητα μπρος στις αδικίες, με τον καιρό τον καθιστούν παλιάνθρωπο. Στη συνέχεια, ως αποτέλεσμα αυτής της διακριτικότητας, το να συνηθίσει να καταπίεζει την άποψή του, τον καθιστά δειλό. Τελικά, το να φορτώνεται κάποιος την ευθύνη για σφάλματα που δεν έκανε, ώστε να εξασφαλίσει την ησυχία του, τον υποβαθμίζει απαρατήρητα, ώστε μια ωραία μέρα καταλήγει να πιστέψει ότι είναι ελεεινός. Το να μην ακούει ποτέ έναν ενθαρρυντικό λόγο, υφαρπάζει το θάρρος του και το αίσθημα αυτοπεποίθησης. Και τα αποτελέσματα της ξένης ευθύνης καθώς τα φορτώνεται, τον κάνουν να μανιάζει εναντίον των συνανθρώπων και της τάξης του κόσμου…

Εκδ. Σκαρίφημα, σελ. 52-53, 1902

Hermann Hesse: Die Heimkehr

45804

Wenn es nun auch an menschlicher Bewillkommnung mangelte, sprach doch die Stadt selbst desto deutlicher und eindringlicher zu ihrem heimgekehrten Kinde. Wohl gab es überall Veränderungen und Neues, das Angesicht des Städtleins aber war nicht älter noch anders geworden und sah den Ankömmling vertraut und mütterlich an, so daß es ihm wohl und geborgen zu Mute ward und die Jahrzehnte der Fremde und Reisen und Abenteuer wunderlich zusammengingen und einschmolzen, als wären sie nur ein Abstecher und kleiner Umweg gewesen. Geschäfte gemacht und Geld verdient hatte er da und dort, er hatte auch in der Ferne ein Weib genommen und verloren, sich wohl gefühlt und Leid erfahren, allein zugehörig und daheim war er doch nur hier, und während er für einen Fremden galt und sogar als Ausländer betrachtet wurde, kam er sich selber ganz zu Hause und gleichartig mit diesen Leuten, Gassen und Häusern vor.

*Suhrkamp, S.14-15, 1909.

Δημοσθένης Παπαμάρκος: Γκιάκ

b198676

…Γω γράμματα καλά δεν ήξερα και όταν μου φτάνανε τα γράμματα σελίδες μου ‘ρχόταν βαριά που γω δεν μπόραγα να γράψω πάνω από δέκα σειρές, να της πω αυτά που είχα κατά νου. Κι έτσ’ έστελνα μαζί με το γράμμα και ζουγραφιές που έφτιαχνα πάν’ στα πακέτα απ’ τα τσιγάρα που μου ‘πεμπε με το φάκελο. Πέρναγε ο καιρός όμως και τελειωμό δεν είχε ο σκοτωμός κι άρχισε να πιάνει εμένα η απελπισιά. Κι όταν γίνηκε και μας πήρανε φαλάγγι οι Τούρκοι κι αρχίσαμε να γυρνάμε σαν τα κοπάδια, κοπήκανε και τα γράμματα και τα όλα. Πρόλαβα μόνο εγώ κι έδωσα σ’ έναν ντόπιο και τον διάταξα να της πάει ένα τελευταίο ραβασάκι που της έγραφα, Ανθούλα μου είμαι καλά. Φεύγουμε με τα καράβια. Θα γυρίσω πάλι. Άμα πάρεις το γράμμα μου, να ξέρεις θα σε περιμένω. Κι έπειτα φύγαμε…

*Εκδόσεις Αντίποδες, 2014, σελ. 71.

Τάσος Λειβαδίτης: Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα

803414_10151512221956425_1693000135_n_thumb3

…Και καμιά φορά τη νύχτα μια κραυγή που ζητάει βοήθεια ακούγεται απ’ το παρελθόν – ακριβώς γιατί ποτέ δεν το ζήσαμε
ή μας βασανίζουν αναμνήσεις από γεγονότα που δεν συνέβησαν ποτέ – αλλά ποιος είναι βέβαιος για το τι συνέβη; (σ.26)

…Ω που έζησα μια ζωή συγκεχυμένη, ακαθόριστη σαν ένα όνειρο που το ξεχνάς το πρωί και μετά το ξαναθυμάσαι, μέχει που δεν ξέρεις αν ήταν όνειρο ή το ίδιο το πεπρωμένο. Και είδα τ’ ανοιχτά παράθυρα σα μεγάλα βιβλία της ερημιάς
όπου διάβασα το πότε και το τίποτα. Κι έπρεπε εγώ απ’ αυτό το ποτέ και το τίποτα
να φτιάξω μια ποίηση για πάντα (σ.27)

…ώσπου στο τέλος κάτι μας παραπλανά και
και χάνουμε για πάντα το δρόμο: μια απρονοησία, μια
αργοπορία
ή κάποτε μια μακρινή μουσική.
Α πόσες μεταμορφώσεις μέσα στο όνειρο ή σ’ έναν δρόμο που είναι μακρύς- (σ.28)

…δεν υπάρχει λοιπόν κανείς άλλος μέσα στη ζωή μας,
γιατί τόση μοναξιά;
αλλά, ευτυχώς μόλις βρεθώ στην κάμαρά μου έχω φαεινές ιδέες: φορώ το σακκάκι του πατέρα κι έτσι είμαστε δύο
ανοίγω και την ομπρέλα μου και είμαι σ’ ένα ωραίο πάρκο, βράδυ, ενώ βρέχει και τα πουλιά τρέχουν να κρυφτούν
μέσα στον ύπνο των παιδιών. Τ’ αγάλματα μιλούν τη νύχτα. Κι ας λένε οι άλλοι ότι παραμιλώ (σ.31)

…λοιπόν ποια πράξη μας θα βαρύνει την ημέρα της Κρίσεως; Ποιος θα σηκωθεί να μας υπερασπίσει ή έστω να κάνει μια μικρή αναφορά στο όνομά μας; (σ.34)

…και συχνά ναυάγησα για ν’ αλλάξω λίγο αναμνήσεις
ή προσπάθησα από μια χίμαιρα να φτιάξω ένα ολόκληρο πεπρωμένο.
Τώρα ανα θυμάμαι κάτι είναι κάποια όνειρα που έκανα
ακουμπισμένος στον ωκεανό ή κάποιες ταπεινώσεις
που τέλειωσαν με τα πιο υπέροχα δάκρυα και συχνά
έκλεισα τα μάτια για να περάσω έναν δρόμο –
έτσι σώθηκα.
Κι όταν κάποτε χτύπησαν την πόρτα εγώ έλειπα, όπως
πάντα τις πιο ωραίες στιγμές μου.’Όχι, δε μένει
κανείς εδώ’, είπα.
Κι ήταν η μόνη αλήθεια που έλεγα (σελ.41)

Ω απέραντη νοσταλγία για κάτι που ποτέ δεν ζήσαμε
κι όμως αυτό υπήρξε όλη η ζωή μας (σ.76)

Εκδόσεις Κέδρος, 1987.

Περισσότερος Λειβαδίτης στο Landstreicher:

https://derlandstreicher.wordpress.com/2013/03/09/%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%BF%CF%82-%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BD%CF%85%CF%87%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%80/

https://derlandstreicher.wordpress.com/2013/10/30/%CF%89-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%B5%CF%83%CF%8D-%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5-%CE%B8%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%AD-%CF%83%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CF%85/

https://derlandstreicher.wordpress.com/2013/09/20/%CF%84-%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%BD-%CE%B8%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%BD%CE%B1-%CE%BB%CE%AD%CE%B3%CE%B5%CF%83%CE%B1%CE%B9-%CE%AC%CE%BD%CE%B8/

https://derlandstreicher.wordpress.com/2013/07/12/%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%BF%CF%82-%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82-e%CE%BA%CE%BC%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B1-%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%81/

https://derlandstreicher.wordpress.com/2014/03/08/%CF%84-%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BD%CF%8C-%CF%84%CF%83%CE%AC%CE%B9/

https://derlandstreicher.wordpress.com/2013/03/10/%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%BF%CF%82-%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B2%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BD%CF%85%CF%87%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%80-2/

Stefan Zweig: Ο Παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ

62c7faf6-3f95-403b-a8b7-4e57db5e728e_3

…Κι ύστερα έφυγα νιώθωντας ντροπή μπροστά στην καλή γριούλα, που με το τρόπο απλοϊκό κα ωστόσο απίστευτα ανθρώπινο έμεινε πιστή σε τούτον τον νεκρό. Γιατί, εκείνη, η αμόρφωτη, φύλαξε τουλάχιστον ένα βιβλίο να τον θυμάται καλύτερα. Ενώ εγώ, εγώ τον ξέχασα τον βιβλιομέντελο επί χρόνια, κι ας έπρεπε ειδικά εγώ να γνωρίζω πως τα βιβλία τα δημιουργούμε μόνο και μόνο για να συνδεθούμε με κάποιους ανθρώπους ξεπερνώντας τα όρια του βίου μας, και για να αμυνθούμε έτσι απέναντι στους αδυσώπητους αντιπάλους της ζωής σε κάθε έμφασή της: στο εφήμερο και στη λήθη.

*Εκδόσεις Άγρα, 2010, σ. 73, μτφ. Μ.Τοπάλη, Buchmendel, 1929.

Siegfried Lenz: Der Überläufer

ttt-28022016-lenz-104-_v-standard368_1c4176

‘Jetzt ist alles vorbei, Wolfgang, alles ist aus. Als wir zur Festung zurückkamen, wurden wir bereits erwartet. Alma ist tot, und was aus den andern geworden ist – aus Baffi, Zwiczos, Stehauf und Poppek -, weiß ich nicht. Mag sein, dass sie nicht mehr leben. Wir beide leben noch, aber ich sehe nicht ein, warum. Ist es ein Zufall? Ιst es Glück? Warum antwortest du mir nichts? Du, bist du taub? Ich spreche mit dir.’
‘Ich höre dir genau zu’, sagte Wolfgang.
‘So wie du hören auch die Bäume zu.’
‘Genügt das nicht?’

*Hoffmann und Campe, 2016, S.234, geschr.1951.