Archive | February 2012

Κουβέλης στην Frankfurter Allgemeine

Η σελίδα 3 της Frankfurter Allgemeine (27.2.2012), αφιερωμένη στο Φώτη Κουβέλη, πρόεδρο της Δημοκρατικής Αριστεράς. Το άρθρο – πορτρέτο υπογράφει ο Michael Mertens και τιτλοφορείται: “Φέρελπις δίχως σχέδιο”.

http://www.faz.net/frankfurter-allgemeine-zeitung/griechenland-ein-konzeptloser-hoffnungstraeger-11663254.html 

Ο δημοφιλέστερος πολιτικός της Ελλάδας αυτή τη στιγμή ονομάζεται Φώτης Κουβέλης. Ωστόσο, ακόμη και ο επικεφαλής της ΔΗΜΑΡ εμφανίζεται να μην διαθέτει πειστική απάντηση για την έξοδο από την κρίση“.

Το πρώτο μισό του εκτενούς κειμένου παρακολουθεί την πολιτική διαδρομή του Κουβέλη και εξυμνεί τις αρετές του: ακεραιότητα, νηφαλιότητα, μετριοπάθεια, “ιδιότητες που του αναγνωρίζουν και οι αντίπαλοι, σπάνιες στο ελληνικό πολιτικό σύστημα”.

Όταν του απευθύνεται η σχετική ερώτηση, απαντά ότι “οι δυνάμεις της αριστεράς στην Ελλάδα δεν αθροίζονται, δεν είναι δυνατόν να απορρίπτεις μόνο τις απαιτήσεις της Τρόικα, αλλά να καταθέτεις και τις ιδέες σου”.

Στη συνέχεια, ο δημοσιογράφος αναφέρεται στις πολιτικές επιλογές του Κουβέλη σε συνάρτηση με την οικονομική κρίση:

“Η δημοσκοπική άνοδος του Κουβέλη οφείλεται και στο γεγονός ότι και η ΔΗΜΑΡ έχει καταψηφίσει μέχρι στιγμής όλες τις μεταρρυθμίσεις και όλα τα μέτρα λιτότητας. Ο Κουβέλης έχει μεν επεξεργαστεί εναλλακτικές προτάσεις, αλλά αυτές εξαντλούνται σε λόγια κενά”. Π.χ. τι σημαίνει όταν ο Κουβέλης λέει: “Ένα από τα βασικά ζητήματα της πολιτικής στην Ελλάδα είναι η πρόταση και εφαρμογή μεταρρυθμίσεων. Μεταρρυθμίσεις, οι οποίες κατά κύριο λόγο αφορούν στο μετασχηματισμό του κράτους. Το ζητούμενο είναι η διαφάνεια και η νομιμότητα λειτουργίας της αγοράς, βαθιές τομές, όχι απλώς και μόνο μεταρρυθμίσεις στο πολιτικό σύστημα και στο σύστημα άσκησης της εξουσίας. Όσο κι αν ο Κουβέλης προσπαθεί να γίνει συγκεκριμένος, το αποτέλεσμα είναι οι γενικολογίες”.

Ο Μέρτενς καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Κουβέλης είναι, τελικώς, προϊόν του ίδιου πολιτικού συστήματος, καθώς οι πολιτικές του θέσεις και προτάσεις αποτελούν παλιές συνταγές που θα οδηγούσαν στα ίδια λάθη και “σαστίζει” με το πόσο αυτονόητο θεωρέί ο Κουβέλης ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ είναι υποχρεωμένα να αναπληρώνουν με διαρκή οικονομική βοήθεια το ελληνικό χάσμα μεταξύ οικονομικών επιδόσεων και βιοτικού επιπέδου. Στην ερώτηση, μήπως πολύ φτωχότερα κράτη μέλη της ανατολικής Ευρώπης δικαιούνται πιο πολύ τέτοιου είδους οικονομικά προγράμματα στήριξης, ο Κουβέλης απαντά “όπως όλοι οι πολιτικοί στην Ελλάδα, αριστεροί και δεξιοί”, ότι η Ελλάδα δεν συγκρίνεται με τα νέα κράτη μέλη και ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η διαφορετική αφετηρία της χώρας.

 Αυτή η απάντηση οδηγεί στον επίλογο του κειμένου, το οποίο κλείνει με μια δήλωση του Στέφανου Μάνου για τη ΔΗΜΑΡ, ο οποίος την περιγράφει ως ένα «αριστερό ρομαντικό κόμμα». «Αυτοί οι άνθρωποι είναι όλοι πάνω στα σύννεφα, πιστεύουν ότι θα μπορούσαν να πλάσουν τον κόσμο σύμφωνα με τις ιδέες τους και είναι αδιάφοροι έναντι της πραγματικότητας».

 

 

 

Advertisements

Tuesdays at Kakofonix

Tonight at Kakofonix Bar

Maximum Rock and Roll….From Garage, Surf, Freakbeat, Psych to New Wave, Indy, Punk, Psychobilly.

Dj Set by Apo 66.

From 22.00 p.m. till late!

Kolokotroni 22, Ag. Anargyroi.

Listen: http://www.youtube.com/watch?v=T1PbbKQmA1E

The Choir – It’s Cold Outside (Cleveland, OH., 1966)

 

Αδέσποτη φωτογραφία (Shortstory)

Η μητέρα κρατάει το πρωτόκολλο της ζωής μου μεθοδικά και συστηματικά με έναν αδιόρατο, αξιοθαύμαστο τρόπο. Θεματοφύλακας των αναμνήσεών μου, συλλέγει, καταγράφει και ταξινομεί  με ευλάβεια ο,τιδήποτε συνδέθηκε με μένα. Αδιάλειπτα, σιωπηλά πίσω από τον αργαλειό της μοναξιάς της υφαίνει τα διαχρονικά μου memorabilia. Ωχριά μπροστά της η καινοτόμος εφαρμογή του χρονολογίου του facebook. Ως εκ θαύματος τα πάντα καταλήγουν εκούσια ή ακούσια στα χέρια της (ειδικά ό,τι «παραπίπτει» ή όλως περιέργως εξαφανίζεται στις συνεχείς μετακινήσεις και μετακομίσεις μου, ξέρω πλέον πού να το αναζητήσω):

Οι πρώτες αριστερόχειρες μουντζούρες, τα δεκάδες μπλοκ ιχνογραφίας, έλεγχοι επίδοσεων από το νηπιαγωγείο μέχρι το τέλος του Λυκείου, έπαινοι, πτυχία, εκατοντάδες φωτογραφίες που ιχνηλατούν και σκιαγραφούν την εξέλιξη του γιόκα της, σκίτσα, ποιητικά σκιρτήματα, μισοτελειωμένα εφηβικά γραψίματα, δημοσιεύσεις, απατεωνιές, κασέτες με τις teenage εκπομπές μου στο τοπικό ραδιόφωνο, το αγαπημένο  Walkman του ‘85, μικροδωράκια και αλλοτινά αντικείμενα συναισθηματικής αξίας που τα βλέπω σήμερα και τα ρωτώ στα ίσα «γνωριζόμαστε;», στιχάκια αφιερωμένα, άδεια πακέτα Pall Mall, ομάδες Subbuteo, ημερολόγια, εισιτήρια από γήπεδα, συναυλίες και καράβια, δεκάδες τεύχη Βαβέλ και Βαβούρα, όλα η σειρά του «Από χώρα σε χώρα», του ταξιδιωτικού περιοδικού που εξέδιδα, συνέγραφα και πουλούσα στους συγγενείς μου από τα 10 ως τα 14 μου, τα μπλε τετράδιά μου και όλα τα σχολικά βιβλία πασών των εκπαιδευτικών βαθμίδων, όσα δηλαδή γλύτωσαν το ολοκαύτωμα ή την καταβύθιση στην παραλία της πόλης, μια Kodak του ’83 με εικοσιτεσσάρι φιλμ, λευκώματα, ημερολόγια, γράμματα, επιστολές, μηχανογραφικά και ένα σωρό άλλα. (Δεν επιθυμώ να αναφερθώ εκτενώς στις ανομολόγητες μουσικές προτιμήσεις των όψιμων teen μου, υλικό που διατηρήθηκε μέσα στους παγετώνες του χρόνου, ηχογραφημένο από πειρατικούς σταθμούς σε κασέτες,  αγορασμένο -ενίοτε ζουλαρισμένο- από δισκοπωλεία μετά από επιτυχή διεκπεραίωση επιχειρηματικού κόλπου, γνωστού κι  ως «κάλαντα». Θα αρκεστώ να ομολογήσω ότι πατώντας πρόσφατα από περιέργεια το play του στερεοφωνικού, έπεσα στην καλύτερη στο «ιτάλο» Acapulco Nights και το Wake me up before you gogo. Αυτομάτως θυμήθηκα με κάποια μακρινή, γλυκιά ικανοποίηση ότι τουλάχιστον όταν όλοι οι προ εικοσιπενταετίας συμμαθητές, τίγκα στο μπιμπίκι, τσαλαβουτούσαν στην αγνή βαρβατίλα του χέβι μέταλ και αποκλείονταν συνειδητά από το οπτικό spectrum του άλλου φύλου – εγώ, με κόστος τον χαρακτηρισμό «φλώρος», έκανα παρέα με τα κοριτσάκια της ηλικία μου μιλώντας κι έχοντας άποψη για τον Simon Le Bon και τον Paul Young, μάθαινα τα πυρετικά μυστικά και τις ανέμελες ιδιοτροπίες τους, πράγμα που αποδείχτηκε απολύτως απαραίτητο και ωφέλιμο στη μετέπειτα πορεία μου στη ζωή).

—-

«Γνωριζόμαστε»;  Την κοίταγα, την περιεργαζόμουν με τις ώρες. Πώς ξέφυγε τούτη από τη συλλεκτική μανία της μητέρας μου; Πώς βρέθηκε εδώ, στο νέο μου άσυλο, παρείσακτη μέσα στις λιγοστές αποσκευές μου; Με κοίταζε σαν να μου μιλούσε. Μου μιλούσε, απευθυνόταν σε μένα, αλλά τι μου έλεγε; Τι ήθελε να μου πει;

Την κρατούσα στα χέρια μου. Στο πίσω μέρος της κενό, keine Angabe, αχρονολόγητη. Πόλαροϊντ, αναγνωρίζω το φόντο: Είναι από τα δοξασμένα χρόνια της οδού Αντήνορος, άρα 18άρα και βάλε, ενηλικιωμένη, εντάξει δεν θα μας παρεξηγήσουν. Την άφησα στο τραπέζι, δίπλα από τον καναπέ που κοιμάμαι τα βράδια, μαζί με τον Φλομπέρ, τον Ντύλαν Τόμας και τους τρέχοντες λογαριασμούς.  Είχε σκοτεινιάσει, δεν είχα ανάψει τη λάμπα. Επαρκές φως από το στύλο της ΔΕΗ έξω ακριβώς από το παράθυρό μου καθιστούσε τη φωτογραφία ευδιάκριτη. «Επιστρέφω», είπα από μέσα μου και κατευθύνθηκα ψηλαφώντας στο σκοτάδι προς το ψυγείο, απ’ όπου βούτηξα μια Beck’s.  Γύρισα αμέσως και κάθισα στο χαλί, μπροστά από το τραπεζάκι με τη φωτογραφία. Άναψα τσιγάρο και παρατήρησα τον καπνό να ανεβαίνει στο δωμάτιο λικνιζόμενος σαγηνευτικά, χορεύοντας στο θαμπό πορτοκαλί φως που εμφιλοχωρούσε στα άδυτα του χώρου μου και έπεφτε πάνω στο πορτρέτο, στα χέρια του χρόνου που μου ψιθύριζε το Μυστικό.

«Γαμώτο μου», έκανα. Εκεί μπροστά μου πάλλονταν ακόμη οι ημιθανείς αρτηρίες μιας άλλης εποχής: Το μπουντουάρ μου. Το καταφύγιο και η κρυφή μου πολιτεία. Snapshot της Αφετηρίας και της Μήτρας. Στο οσκαρουαλντικό πρόσωπο που με κοίταζε σοβαρά και με νόημα κατευθείαν μέσα στα μάτια, αναγνώριζα τον νεαρό εαυτό μου. Καθισμένος στην αγαπημένη μου γωνία, μπροστά στο πικάπ, τα χέρια σταυρωμένα στα γόνατα, γκρι t-shirt, έκφραση οργισμένης νεανικής σοφίας, γοητευτικής απολυτότητας και καλειδοσκοπικού ηδονισμού που κατείχε όλα τα μυστικά των ζωών που πέρασαν πάνω από την ίδια πρωταρχική ψυχή. Απέναντι του αμήχανο, αντιμέτωπο το σαρκίον του ίδιου ανθρώπου, χρόνια μετά, άλλος (;) στην ίδια ζωή. Αποξενωθήκαμε; Διασπαστήκαμε; Αναγνωριζόμαστε ρε συ; Ταυτιζόμαστε;

Στο background σκίτσα mindblowing, ψυχεδελικές αφίσες, το γιν και το γιαν, η φωτεινή πυραμίδα της ενόρασης. Το μαυρόασπρο πόστερ της θρυλικής συναυλίας του studio 2 στο εξαρχειώτικο ΑΝ Club την Τσικνοπέμπτη του ’93 με τη συγκροτηματάρα μας πρώτη και καλύτερη. Κολλημένες στο λευκό τοίχο καλλιτεχνικές φωτογραφίες των Beatles στα παρασκήνια,  οι αθάνατοι Sonics και οι Morning Dew ετοιμοπόλεμοι αρχιερείς των 60’ς σε παράταξη, ένα κάδρο με κάτι ρεμάλια κάτω στο δρόμο ξαπλωμένα σ’ ένα μαντρότοιχο με ένα τεράστιο «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» ζωγραφισμένο πάνω από τα κεφάλια τους. Μια έγχρωμη πόζα της Αν Μάργκρετ, μια Ρίτα Χέιγουορθ, η Όντρει, πόστερ του «Χωρίς Ανάσα». Κλασικά. Μια λάμπα – μανιτάρι τοποθετημένη πάνω στο δεξί ηχείο. Μαξιλάρια μπορντό, μοβ, κόκκινα, η λιακάδα του πρώτου ορόφου. Δίσκοι στους τοίχους κρεμασμένοι, Seeds, Astrud Gilberto, Coltrane, καταλαμβάνουν ταξινομημένοι σε αλφαβητική σειρά το μεγαλύτερο μέρος του κρησφύγετου, βιβλία παντού, στοίβες, φανζίνς, περιοδικά μουσικής και λογοτεχνίας, το γραφείο, η γραφομηχανή.

Όρεξη ιδιαίτερη δεν είχα να ονειροπολήσω και να βυθιστώ στην ασφάλεια εξιδανικευμένων αναμνήσεων, ξένοιαστων χρόνων και ρετρό νοσταλγίας. Δεν ήταν ο σκοπός μου. Ούτε φυσικά, να συγκρίνω τη μούρη των 22 μου ετών με τη σημερινή μου κατάσταση.  Δεν βοηθάει. Ομολογώ ότι οι σκέψεις αυτές περνούσαν φευγαλέα από το μυαλό, καθώς αγνοούσα την ύπαρξη της φωτογραφίας, αλλά όχι και της εποχής. Απομακρύνθηκα, συνέχισα, αλλά δεν ξέχασα.  Ήταν σαν να εξήλθα ένα αυγουστιάτικο δειλινό από προστατευμένο όρμο με τη βάρκα για μια βόλτα, με έπιασε καιρός, παρασύρθηκα από τα ρεύματα στα ανοιχτά και ενώ πάντα είχα οπτική επαφή με τη στεριά, αδυνατούσα να επιστρέψω. Ήθελα πραγματικά ή συνήθισα να βολοδέρνω τυχοδιωκτικά και κάποτε με πήρε η μπάλα; Εδώ το είδωλό μου απευθυνόταν στον ναυαγό εαυτό του, ο στενότερος συγγενής από τα παλιά. Δεν με τραβούσε η απεικόνισή μου στο παρελθόν για μια επανεκκίνηση, αλλά  πρόβαλλε στη οθόνη του σήμερα, όσα είχα προλάβει να μάθω ως τότε: Τα αστέρια να με οδηγούν, τη μουσική να με θρέφει, τους κωδικούς να αναγνωρίζω τους συνοδοιπόρους, τα όνειρα  να έχω μπούσουλα στο ταξίδι. Ο προορισμός δεν είχε ποτέ κατ’ ανάγκη ύψιστη και δεσπόζουσα σημασία. Το σπουδαίο ταξίδι την είχε. Τα ξέφωτα. Ο ίσκιος. Τα πάρκινγκ. Οι άλλοι πλάνητες στον ίδιο δρόμο. Ναι.

Με σκούντησε το κινητό. Επανήλθα προς στιγμή. Κοίταξα την οθόνη. Είδα το νούμερο. Εξήντα έξι.  «Σούπερ»!… Χμ, τότε δεν είχα τίποτα απολύτως. Κινητά, τηλέφωνο, τηλεόραση, laptop, τάμπλετ, ipod, τίποτα. Ούτε αυτοκίνητο, λεφτά, δουλειά, πλυντήριο. Ούτε πολλές υποχρεώσεις. Δεν θα τα ανακάλυπτα, αν ήμουν εφευρέτης, δεν θα μου έλειπαν καθοριστικά, αν δεν υπήρχαν.

Ξαναγύρισα στη φωτογραφία και ανοίξαμε διάλογο. Μήπως η μάνα την άφησε σκόπιμα μέσα στα λιγοστά υπάρχοντά μου;

Είπα: «Σ’ ακούω».

Είπε: «Σε βλέπω».

«Τα έχω κάνει σκατά, ε»;

«Όχι ακριβώς».

«Πολλοί συμβιβασμοί, τρελή πορεία, γεμάτη σταυροδρόμια. Ματαιώσεις, απώλειες, αυταπάτες».

«Γεμάτη ζωή, όμως, ενδιαφέρουσα. Ανατροπές, πισωγυρίσματα, restart. Στα όρια. Σου εγγυήθηκε κανείς, ότι θα ήταν διαφορετικά»;

«Ζορίστηκα».

«Όπως όλοι. Πάντα έχεις την επιλογή της επιλογής».

«Μερικές φορές φοβήθηκα».

«Και μερικές φορές δείλιασες».

«Άσωτος και έπηλυς. Άλλοτε διεκήρυττα την απλότητα, την αγνότητα, την αλήθεια πάνω και πέρα από τις επινοήσεις του καλού και του κακού. Μετά ο βηματισμός άλλαξε, επιταχύνθηκε, άλλες πολιτείες με δέχτηκαν, πλαστικά πρόσωπα, morlocks χωρίς χαρακτηριστικά, επιβουλεύτηκαν την ποιητικότητά μου, συμβάσεις με συνέθλιψαν».

«Εξομολογείσαι στο Ιερό σου. Τώρα γνωρίζεις περισσότερα. Είσαι πιο δυνατός. Γυρνάς από το υπερπέραν για να ζήσεις».

«Είμαστε ο ίδιος άνθρωπος»;

«Ουσιαστικά ναι. Δεν διαφέρουμε σημαντικά, ούτε εξωτερικά ούτε εσωτερικά. Ελαφρώς τσαλακωμένο σε κόβω, αλλά θα στανιάρεις. Τα φυλαχτά σου δεν τα εγκατέλειψες σε κάποιο βενζινάδικο. Με τα all star στο δρόμο και στα σαλόνια. Αυτό σε έσωσε, μας έσωσε».

«Μήπως μας κατέστρεψε;  Μήπως το Rock and Roll, τα mojos, οι ποιητές και τα ταξίδια έπρεπε να κοπούν, όταν άρχισα να φοράω κοστουμάκια άλλων ρόλων»;

«Πόσο μαλακισμένα ενοχικά και συμβατικά μιλάς! Αφού δεν τα πιστεύεις ούτε εσύ ο ίδιος. Άνοιξε τα μάτια σου. Sapere aude»!

«Δεν τα πιστεύω, αλλά μερικές νιώθω ότι πελαγοδρομώ. Πόσο πιο εύκολα θα ήταν για μένα να πηγαίνω με το ρεύμα ψυχή τε σώματι. Να με ξεχάσω, να σε ξεχάσω. Να μη ρωτώ. Να μην αμφισβητώ. Πόσο δύσκολο και εξουθενωτικό να παίζω όλους αυτούς τους αντιφατικούς και υπερδομημένους ρόλους επί τόσα χρόνια με χαζό, συγκαταβατικό χαμόγελο και εντός μου να αισθάνομαι μοναδικός υπήκοος ενός κόσμου που εγκαταλείφθηκε κακήν κακώς. Που όλες αυτές οι φλογερές συζητήσεις, οι ιδέες, οι έρωτες, οι βεβαιότητες,  η ενέργεια, η δημιουργικότητα, η φαντασία, η φωτιά, τα καλοκαίρια εξαϋλώθηκαν στο σύμπαν και άντε τράβα να βρεις εσύ τώρα, μάρτυρας της ύπαρξής τους άλλοτε, το file τους μέσα στο γαλαξία και ξαναάνοιξέ το. Μέσα στη σύμβαση από τη μια, μέσα στον ιδεαλισμό από την άλλη και να πρέπει να είσαι καλός σε όλα. Σχιζοφρένεια. Βλάβη. Συντριβή».

«Η ζωή σου είναι μια λίμνη. Ο βυθός της είναι διακοσμημένος με την πραγματική σου μυστική ουσία, τα όνειρά σου, τους φόβους σου, την επιθυμία για λύτρωση, τις εμπειρίες σου, τα ταξίδια σου, τα αδέλφια σου. Εκεί στο βυθό έχεις σκαλίσει τα αρχικά σου. Όταν στην επιφάνεια επικρατεί νηνεμία, μπορείς να δεις ως κάτω, καθαρά. Το ανάγλυφο της ψυχής σου, αρμονικό και αληθινό. Κάθε πετρούλα που πέφτει στη λίμνη σου, αναταράσσει την επιφάνεια, προκαλεί έναν ελαφρύτερο ή εντονότερο κυματισμό, ο οποίος για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα σε εμποδίζει να δεις με ενάργεια. Παρόλα αυτά, ακόμη και τότε, μολονότι δεν μπορείς να διακρίνεις ξεκάθαρα το βυθό, ξέρεις και θυμάσαι πώς είναι, η συνείδησή σου ξέρει ότι δεν αλλάζει. Μάθε να βλέπεις ατάραχα με το τρίτο μάτι».

«Να σου ζητήσω κάτι»;

«Ζήτα μου ό,τι θέλεις. Μεταξύ μας άλλωστε…».

«Δεν είναι ότι επιθυμώ να επιστρέψω εκεί στο μπουντουάρ, μαζί σου. Δεν θέλω να γυρίσω το χρόνο πίσω, να κάνω συμφωνίες με το διάβολο όπως ο Robert Johnson και δεν υπάρχει λόγος για σύγχρονους Μεφιστοφελείς. Μπορείς όμως να μείνεις για λίγο μαζί μου; Να μου θυμίζεις, ό,τι δεν πρέπει να ξεχάσω ποτέ πια»;

«Θα μείνω όσο χρειάζεται. Και για αρχή θα σου πω το εξής: Κάθε ανάσα, κάθε στιγμή θα τη αναπνέουμε και θα τη ζούμε ολοκληρωτικά, απόλυτα, μέχρι τέρμα, θα μένουμε ζωντανοί μέχρι την επόμενη. Θα τη ρουφάμε σα νέκταρ, θα μας τροφοδοτεί με αμβροσία. Κάθε δευτερόλεπτο είναι μια ζωή ολόκληρη, θα ζήσουμε εκατομμύρια ακόμα ζωές, κάθε μια απ’ αυτές είναι μοναδική, είναι γέφυρα της επόμενης, κρίκος της αλυσίδας, της αλληλουχίας,  βήμα στο ταξίδι μέσα στο χωροχρόνο. Δεν θα παρεκκλίνουμε από ‘δω και πέρα. Μπροστά, όρθιος, σε αιώνια κίνηση, παιδί του ουρανού»!

Στο κινητό σήμανε παραλαβή sms. «Ψήνεσαι για σινεμά; Πολάνσκι».  Ζαλισμένος από τις σκέψεις μου επέστρεψα στο τώρα. Χαμογέλασα. Κοίταξα τη φωτογραφία. Μου φάνηκε ότι στο περίγραμμα του εικονιζόμενου προσώπου εγκαταστάθηκε ένα υπομειδίαμα.  Έτοιμος να απαντήσω, έλαβα τηλεφώνημα από τη μητέρα.

«Πήρα να δω αν είσαι καλά και να σου πω ότι διάβασα το κείμενό σου στην εφημερίδα. Έκοψα με το ψαλίδι τη σελίδα και την τακτοποίησα με τις άλλες».

The Nashville Ramblers – The Trains (San Diego, Cal.1985)

Best of the best! Hailing from the west coast, the Nashville Ramblers were somewhat of a “supergroup” that consisted of former members of Mystery Machine and the Crawdaddy’s, along with Gravedigger V. Karl Rusk was the visionary and it’s easy to see why with this song, probably one of my favorites of 60’s revival bands.

http://www.youtube.com/watch?v=B_VPuby8CQw

“The Trains” was actually intended as a Bomp! release that instead showed up on a Brit-only mod-comp titled American Heart & Soul in the mid-80s before reappearing ten years later on The Roots of Powerpop! The song pretty much remained in obscurity until showing up once again a couple of years ago on Rhino’s Children of Nuggets boxset where, due to other more recognizable artists, it still remains obscure.

Recorded in 1985, is one of the greatest pop songs of the entire era. Aided and abetted by ace producer Mark Neill (Black Keys), the band expertly channeled their key influences—Beatles, Remains, Hollies, Everly Brothers, and others—and shaped them into something fresh, urgent and breathtakingly original. A heart-stopping melody, evocative lyrics, a driving beat, soaring harmonies, a dynamic, reverb-soaked production—to hear “The Trains” was to fall in love with it….”

Το επόμενο βήμα: Το ευρωπαϊκό “εμείς”

Πηγαίνοντας αρκετά πίσω στην ιστορία, οι πρώτοι που οραματίστηκαν την ευρωπαϊκή (συν)ομοσπονδία ή ενοποίηση (ο καθένας με τον τρόπο του και από τη σκοπιά του) ήταν ο Δάντης, ο Έρασμος, ο Καντ, ο Ρουσσώ, ο Προυντόν, ο Ουγκό κ.ά. Στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, μεταξύ ή στον απόηχο των δύο παγκόσμιων πολέμων, οι αναζητήσεις στην κατεύθυνση της συνύπαρξης και της ειρήνευσης μεταξύ των λαών της ευρωπαϊκής ηπείρου εντάθηκαν και πολλαπλασιάστηκαν. Αστοί καθολικοί όπως ο Κούντεχόβεν – Καλλέργης με την “Πανευρώπη” του ή κομμουνιστές αντιφασίστες όπως ο Αλτιέρο Σπινέλι, ο πρώτος που μίλησε για τη φεντεραλιστική ομοσπονδία της “Ευρωπαϊκής Ένωσης”, συνειδητοποίησαν ότι μόνο έτσι μπορεί να σταματήσει η αντιπαλότητα στην Ευρώπη και το μίσος προαιώνιων εχθρών (π.χ. μεταξύ Γαλλίας – Γερμανίας) να μετατραπεί σε συνεργασία και επικοινωνία.Η ώρα σήμανε όταν η Ευρώπη εξερχόμενη από τον Β παγκόσμιο χρεοκοπημένη και ρημαγμένη, κατανόησε ότι έχει μέλλον μόνο μέσα από τον κοινό βηματισμό των λαών της. Η κραυγή “ποτέ πια πόλεμος” και ο ρεαλισμός ώθησε αντιστασιακούς, καθηγητές, συγγραφείς και κυβερνήσεις να αφήσουν πίσω αντιπαλότητες και να διοχετεύσουν τις δυνάμεις τους στο μέλλον. Κάτι έγινε. Για τουλάχιστον μια επταετία, από το 1945 ως το 1952 οι οσμώσεις στον ευρωπαϊκό χώρο, τα κογκρέσα, οι δημόσιες συζητήσεις, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των κυβερνήσεων, οι πρωτοβουλίες της ευρωπαϊκής αριστεράς και δεξιάς στόχευαν στον τρόπο και τους όρους με τους οποίους θα ανοικοδομείτο η Ευρώπη και τις προϋποθέσεις με τις οποίες θα ακυρώνονταν τα αίτια που αιματοκύλισαν δις την ήπειρο. Το 1952 ιδρύθηκε, τελικά, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα με έξι κράτη – μέλη, το μίνιμουμ που θα μπορούσε να προκύψει από τις ζυμώσεις του 1945-52. Ωστόσο, η Κοινότητα, εκτός ότι έφερνε υπό την ίδια σκέπη Γαλλία και Γερμανία στη συνδιαχείριση ενός τόσο νευραλγικού στρατηγικού τομέα, αποτέλεσε τον προθάλαμο για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας το 1957 με την υπογραφή των συνθηκών της Ρώμης, η οποία το 1967 μετονομάστηκε σε Ευρωπαϊκή Κοινότητα, για να ακολουθήσει το 1993 η Συνθήκη του Μάαστριχτ και η “Ευρωπαϊκή Ένωση”.

Θετική συμβολή στη συμφιλίωση των λαών

Η οικονομική ενοποίηση, στην οποία περιορίστηκαν οι προσπάθειες σύγκλισης αναβάλλοντας συνεχώς την πολιτική ένωση, υπήρξε ένα σχετικώς ευκολότερο εγχείρημα, αφενός διότι στα έξι αρχικά κράτη – μέλη δεν καταγράφηκαν αντιδράσεις παρά μόνο από την ακροδεξιά και ένα τμήμα της κομμουνιστικής αριστεράς, αφετέρου διότι η εθνική κυριαρχία των συμμετεχουσών χωρών δεν ετίθετο υπό αμφισβήτηση. Πρωτοβουλίες για το “κάτι παραπάνω” όπως η στρατιωτική ενοποίηση απέτυχαν πανηγυρικά, π.χ. το 1954 όταν η γαλλική εθνοσυνέλευση απέρριψε τη σχετική συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα.

Μισό αιώνα μετά και έπειτα από πολλές κρίσεις και οπισθοχωρήσεις, δεν είναι δυνατό κοιτώντας πίσω να μη γίνει παραδεκτό ότι η πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνέβαλλε θετικά στην προσέγγιση και συμφιλίωση των κρατών – μελών καθώς και σε μια σειρά άλλων τομέων (περιβάλλον, έρευνα, ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων και προϊόντων, κατάργηση δασμών κλπ). Από τα έξι ιδρυτικά μέλη της ΕΟΚ (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Μπενελούξ), η Ε.Ε. έφτασε στα 27. Από έναν οικονομικό οργανισμό μετασχηματίστηκε σε ένα μόρφωμα πρωτόγνωρο, sui generis, εμπλουτισμένο με ομοσπονδιακά στοιχεία, το οποίο, τουλάχιστον στα χαρτιά, αναγνωρίζει ακόμη ως στόχο την πολιτική ένωση, έχοντας διευρύνει τα σύνορά του από την δυτική Ευρώπη, αρχικά, μέχρι τη Λευκορωσία και την Ουκρανία, σήμερα.

Με αφορμή τα πενηντάχρονα της ΕΟΚ, η γερμανική προεδρία διοργάνωσε το περασμένο Σαββατοκύριακο σχετικές εκδηλώσεις με αποκορύφωμα τη διακήρυξη του Βερολίνου. Παρά ταύτα, οι ευρωπαίοι πολίτες δεν έχουν ιδιαίτερο λόγο να συμμετάσχουν στον εορτασμό. Παρά τις προσδοκίες για την περίφημη εμβάθυνση, η σημερινή Ε.Ε. έχει περιπέσει σε ένα καθεστώς στασιμότητας. Η, από πάσα οπτική, καταστροφική Συνθήκη της Νίκαιας το Δεκέμβριο του 2000 δεν στάθηκε ικανή να προετοιμάσει την Ένωση για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων που θα έφερνε μαζί της η ταυτόχρονη ένταξη δέκα νέων χωρών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης και επιπλέον της Μάλτας και της Κύπρου.

Κάποιες χώρες κωλυσιεργούν

Η πλειονότητα των νέων κρατών – μελών προσχώρησε στην Ε.Ε. με σαφή έκπτωση των κριτηρίων της Κοπεγχάγης. Κι όπως φαίνεται καθημερινά πλέον, ιδιαίτερα στο παράδειγμα της Πολωνίας και της Τσεχίας, χωρίς να κόπτονται πολύ για σεβασμό του |acquis communautaire| και χωρίς να έχουν ενθουσιάσει με τις αντιλήψεις τους περί δημοκρατίας ή με τις επιδόσεις τους στον τομέα των δικαιωμάτων. Η στασιμότητα απορρέει επίσης από την απόρριψη της Συνταγματικής Συνθήκης από τους γάλλους και ολλανδούς ευρωσκεπτικιστές όλων των αποχρώσεων μέσω δημοψηφισμάτων. Η εν λόγω Συνθήκη δεν πρόκειται να τεθεί σε εφαρμογή στην σημερινή της μορφή. Γι αυτό δεν φταίνε μόνο τα δημοψηφίσματα. Υπεύθυνες για την κωλυσιεργία είναι μια σειρά από χώρες (Πολωνία, Τσεχία, Βρετανία, Δανία), οι οποίες ανοιχτά ή συγκεκαλυμμένα μπλοκάρουν τη διαδικασία πολιτικής ενοποίησης και υποσκάπτοντας κάθε πρωτοβουλία που θα προωθούσε την εμβάθυνση. Έχουμε ήδη διατυπώσει τη θέση μας για την απεμπλοκή της συνταγματικής διαδικασίας μέσω μιας αβάντ γκαρντ κρατών που επιθυμούν να προχωρήσουν (βλ. Ευρωζώνη), την δυνατότητα προσχώρησης μελλοντικά – διστακτικών σήμερα – κρατών υπό αυστηρές προϋποθέσεις και κριτήρια και τη δυνατότητα opt out για όσες χώρες μπλοκάρουν την ενοποίηση.

Ελάχιστες προϋποθέσεις για το μέλλον

Τούτων λεχθέντων και προκειμένου να διευκολυνθεί η πολιτική ενοποίηση, έστω και σε επίπεδο συμβολισμού ο όρος “Σύνταγμα” θα έπρεπε ίσως να αντικατασταθεί, έτσι ώστε σε ρεαλιστικότερη και μετριοπαθέστερη βάση να επιλεγεί ο τίτλος “Βασική Συνθήκη” όπως προτείνουν, μεταξύ άλλων, γερμανοί καθηγητές: Στη Συνθήκη αυτή θα θεμελιώνεται η αρχή της διπλής πλειοψηφίας, (των κρατών μελών και εκείνη των πολιτών. Η ειδική πλειοψηφία θα επιτυγχάνεται όταν μια απόφαση θα συγκεντρώνει το 55% των κρατών μελών –με ελάχιστο όριο 15 κράτη– που θα αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 65 % του πληθυσμού της Ένωσης),ώστε να διευκολύνεται το ξεμπλοκάρισμα σε ζητήματα σημαντικά, όταν η Ευρώπη θα πρέπει να μιλάει με μια φωνή. Είναι εξάλλου απαραίτητη προϋπόθεση η χάρτα θεμελιωδών δικαιωμάτων να αποκτήσει δεσμευτικότητα και να διευρυνθεί με μια σειρά κοινωνικών, εργασιακών και οικονομικών δικαιωμάτων (βλ. και πρόταση γερμανικού Αριστερού Κόμματος).

Προκειμένου να αρθεί η κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών έναντι της Ε.Ε., η λέξη “διαφάνεια” δεν πρέπει να μείνει κενό γράμμα. Τα κείμενα χρειάζεται να απλοποιηθούν, οι συνθήκες, ακόμη και τα ντοκουμέντα εργασίας της Κομισιόν, να είναι προσβάσιμα σε όλους, οι αποφάσεις να μην λαμβάνονται κεκλεισμένων των θυρών δημιουργώντας τετελεσμένα γεγονότα χωρίς προηγούμενη δημόσια διαβούλευση ή συζήτηση στα εθνικά κοινοβούλια, όπως στο αντιδημοκρατικό Συμβούλιο. Πώς θα έρθει η Ευρώπη πιο κοντά στον πολίτη; Με την εισαγωγή, ενδεικτικά, μαθήματος Ευρωπαϊκής Ιστορίας στα σχολεία, με την πανευρωπαϊκή κυκλοφορία εφημερίδας, με τη δημιουργία ενός δημοσίου τηλεοπτικού καναλιού σε κάθε χώρα, με αντικατάσταση των πινακίδων αυτοκινήτων και με πολλούς άλλους πρακτικούς τρόπους.

Ο λογαριασμός στις Βρυξέλλες

Θα έρθει ίσως λίγο πιο κοντά όταν γίνει κατανοητή μια πτυχή που πολλοί είτε αγνοούν είτε υποβαθμίζουν: Ότι η Ε.Ε. αποτελεί το σάκο του μποξ, τον αποδιοπομπαίο τράγο των εθνικών κυβερνήσεων και πάντων των λαϊκιστών. Για κάθε αντικοινωνική πολιτική επιλογή, ο λογαριασμός στέλνεται στις Βρυξέλλες. Τα απόνερα κάθε κυβέρνησης ρίχνονται στους ευρωπαϊκούς θεσμούς: Τον απρόσωπο, μακρινό εύκολο στόχο. Δεν είναι όμως έτσι. Και στις Βρυξέλλες οι κυβερνήσεις είναι εκείνες που παίρνουν τις αποφάσεις από κοινού με τα διάφορα χρηματοοικονομικά λόμπι. Εκεί “μαγειρεύουν”, ό,τι συναντά αντιδράσεις στη θέσπισή του σε εθνικό επίπεδο. Για τις κυβερνήσεις είναι ανέξοδη και δοκιμασμένη αυτή η τακτική. Ένα τυχαίο, αλλά ενδεικτικό παράδειγμα είναι ο νόμος για την απελευθέρωση της ακτοπλοΐας. Επί Μητσοτάκη και με την πίεση των Ελλήνων εφοπλιστών πέρασε το 1993 η σχετική Οδηγία στις Βρυξέλλες. Σήμερα ο Κεφαλογιάννης επικαλείται τις υποχρεώσεις της Ελλάδας προς την “κακή” Ε.Ε. Άρα, μήπως το κόλπο είναι αντί ο Γερμανός, ο Μαλτέζος, ο Έλληνας να αναθεματίζει τις Βρυξέλλες, να απευθύνει τα “γαλλικά” του πιο πονηρεμένος προς την κυβέρνησή του; Από την άλλη το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεδομένων των περιορισμένων αρμοδιοτήτων του, αλλά και του συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων που εκεί εκπροσωπούνται, λίγα μπορεί να κάνει.

Οικοδόμηση ευρωπαϊκής συνείδησης

Η όποια Συνθήκη δεν αρκεί από μόνη της να δώσει την απαραίτητη ώθηση ώστε η Ε.Ε. να γίνει αυτό που οραματίσθηκαν οι πρωτοπόροι. Προ πάντων χρειάζεται η οικοδόμηση μια ευρωπαϊκής συνείδησης: Πριν από 3 χρόνια, μόλις 1 στους 100 έλληνες δήλωνε πρώτα ευρωπαίος και μετά έλληνας, ένα μοναδικό φαινόμενο στην Ευρώπη. Αυτό σημαίνει ότι στη χώρα μας λειτουργεί τέλεια το σύστημα “αθώωσης” της ελληνικής πολιτικής σοδειάς και παραπομπής όλων των δεινών στους “σκοτεινούς μηχανισμούς της Κομισιόν”. Ο Έλληνας πλανημένος θεωρεί ότι οι ντόπιες κυβερνήσεις απλώς εκτελούν αποφάσεις που λαμβάνονται από τρίτους αλλού, ενώ η αλήθεια είναι ότι οι ίδιες οι κυβερνήσεις του απεργάζονται και συνδιαμορφώνουν στις Βρυξέλλες τις πολιτικές που λίγο αργότερα φτάνουν εδώ για εφαρμογή. Και αυτό καλύπτει το 70% της νομοθεσίας, άρα δεν πρέπει να αφήνει κανέναν αδιάφορο.

Η εμβάθυνση απαιτεί λοιπόν περισσότερα από μεταρρύθμιση θεσμών και τρόπων λήψης αποφάσεων. Έχει μέλλον μόνο αν η πολιτική και η κοινωνία των πολιτών συνδυάσουν τις δυνάμεις τους για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού “εμείς”, μιας συνείδησης συνύπαρξης και αλληλεγγύης. Και βεβαίως αφού έχει αποσαφηνιστεί τι εννοούμε όταν επικαλούμαστε την Ευρώπη ως κοινότητα αξιών: Ως μια κοινότητα δημοκρατικής πολιτικής κουλτούρας, στο πεδίο της οποίας κρίνονται άπαντες.

(Δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Κυριακάτικης Αυγής, στις 1.4.2007)

Walt Whitman – These, I, Singing in Spring (1860)

These, I, singing in spring, collect for lovers,
(For who but I should understand lovers, and all their sorrow and joy?
And who but I should be the poet of comrades?)
Collecting, I traverse the garden, the world—but soon I pass the gates,
Now along the pond-side—now wading in a little, fearing not the wet,
Now by the post-and-rail fences, where the old stones thrown there, pick’d from the
fields,
have accumulated,
(Wild-flowers and vines and weeds come up through the stones, and partly cover
them—Beyond
these I pass,)
Far, far in the forest, before I think where I go,
Solitary, smelling the earthy smell, stopping now and then in the silence,
Alone I had thought—yet soon a troop gathers around me,
Some walk by my side, and some behind, and some embrace my arms or neck,
They, the spirits of dear friends, dead or alive—thicker they come, a great crowd,
and I
in the
middle,
Collecting, dispensing, singing in spring, there I wander with them,
Plucking something for tokens—tossing toward whoever is near me;
Here! lilac, with a branch of pine,
Here, out of my pocket, some moss which I pull’d off a live-oak in Florida, as it
hung
trailing
down,
Here, some pinks and laurel leaves, and a handful of sage,
And here what I now draw from the water, wading in the pondside,
(O here I last saw him that tenderly loves me—and returns again, never to separate
from
me,
And this, O this shall henceforth be the token of comrades—this Calamus-root shall,
Interchange it, youths, with each other! Let none render it back!)
And twigs of maple, and a bunch of wild orange, and chestnut,
And stems of currants, and plum-blows, and the aromatic cedar:
These, I, compass’d around by a thick cloud of spirits,
Wandering, point to, or touch as I pass, or throw them loosely from me,
Indicating to each one what he shall have—giving something to each;
But what I drew from the water by the pond-side, that I reserve,
I will give of it—but only to them that love, as I myself am capable of loving.