Archive | July 2013

Jack London: Ο ταξιδιώτης του ουρανού (Ζαχαρόπουλος, 1989, σελ.124)

jack_london

Η ζωή είναι η πραγματικότητα και το μυστήριο. Η ζωή είναι εντελώς διαφορετική από τις χημικές ενώσεις της ύλης. Είναι η φλόγα που καίει μέσα από κάθε μορφή της ύλης. Αυτό το ξέρω γιατί είμαι ζωή. Έχω ζήσει δέκα χιλιάδες γενιές. Εκατομμύρια χρόνια. Έχω κατοικήσει πολλά σώματα και ωστόσο μένω πάντα ο ίδιος. Είμαι ζωή. Είμαι εκείνη η άσβεστη σπίθα που αστράφτει μες στο χρόνο και αφήνει πίσω της τις διάφορες μορφές ύλης που αποκαλούμε σώματα, έχοντάς τες πρόσκαιρα κατοικήσει.
Γιατί, κοιτάξτε. Αυτό το δάκτυλό μου, το τόσο γρήγορο κι ευαίσθητο, που λυγάει με χάρη και επιδεξιότητα, τόσο δυνατό και εύκαμπτο όταν χρειαστεί, αυτό το δάκτυλο δεν είμαι εγώ. Κόψτε το, εγώ ζω. Εκείνο που ακρωτηριάζεται είναι το σώμα, όχι εγώ. Το πνεύμα, που είμαι εγώ, παραμένει αλώβητο.
Πολύ ωραία, κόψτε μου όλα τα δάκτυλα. Παραμένω ο ίδιος. Το πνεύμα μένει ολόκληρο. Κόψτε μου και τα πόδια, το ίδιο κάνει. Μειώνεται άραγε η ύπαρξή μου μ’ αυτές τις αφαιρέσεις; Ασφαλώς όχι. Κόψτε μου τα μαλλιά. Ξυρίστε μου τα χείλη, τη μύτη, τα αυτιά – ξεριζώστε μου τα μάτια. Εκεί. μέσα σ’ αυτό το πελεκημένο κρανίο που στέκεται πάνω σ’ ένα πετσοκομμένο κορμό, σ’ αυτό το κελί των χημικών ενώσεων, θα βρίσκομαι πάντα εγώ, άθικτος.
Μα η καρδιά χτυπάει ακόμα. Πολύ καλά. Ξεριζώστε την ή, μάλλον, πετάξτε την σε μια μηχανή του κιμά και κάντε τη κομματάκια – δεν θα έχετε κάνει τίποτε, όλο μου το πνεύμα, το μυστήριο και η φωτιά της ζωής μέσα μου θα έχουν πετάξει μακριά. Εμένα δεν θα μ’ έχετε ακουμπήσει. Το σώμα μου ναι, εγώ όμως δεν είμαι το σώμα μου.

Advertisements

Φ. Ντοστογιέφσκι: Το όνειρο ενός γελοίου (1877/ Κοροντζής, 2007, σελ. 27-30)

der_traum_eines_laecherlichen_menschen_und_andere_erzaehlungen-9783458326762_xxl

«Πώς μπορεί να υπάρχει μια τέτοια επανάληψη και γιατί; Αγαπώ τη Γη όπου άφησα τα πιτσιλίσματα του αίματός μου, μόνο αυτήν αγαπώ, και ποτέ δεν έπαψα να την αγαπώ. Ακόμα κι εκείνη τη νύχτα εγκαταλείποντάς την, την αγαπούσα πιο απελπιστικά από ποτέ. Στην άλλη ετούτη Γη, υποφέρουν; Στη δική μας αγαπούμε μόνο μέσα στον πόνο και δια του πόνου, δεν ξέρουμε άλλη αγάπη. Θέλω να υποφέρω για ν’ αγαπήσω. Και πόσο θα ήμουν ευτυχής να βρέξω τώρα με δάκρυα και με φιλιά αγάπης τη Γη που άφησα! Όχι! Δεν θέλω τη ζωή πάνω σε μια άλλη Γη! Αρνούμαι τη ζωή…»
Μα ο σύντροφός μου μ’ είχε τώρα εγκαταλείψει. Χωρίς να το προσέξω, είχα κιόλας σιμώσει την άλλη αυτή ΓΗ! Το φως του ηλίου ήταν δυνατό και απαλό μαζί, ο αέρας ήταν ελαφρός, ευχάριστος, σαν αέρας παραδείσου. Θαρρούσα πως βρισκόμουν σε κανένα από τα νησιά του ελληνικού αρχιπελάγους ή κάπου σε καμιά ακρογιαλιά στεριάς που είναι κοντά στο αρχιπέλαγος αυτό.
Όλα στη φύση έμοιαζαν με τα δικά μας, μα όλα έλαμπαν σαν σε γιορτή, σαν σε μέρα θρησκευτικού πανηγυριού. Η σμαράγδινη χαϊδευτική θάλασσα πάφλαζε γλυκά πάνω στην ακρογιαλιά και τη φιλούσε με φανερή αγάπη, σχεδόν συνειδητή. Τα δέντρα μεγάλα και ωραία ήταν πάνω σε όλη τους την άνθηση, και ψηλά στον ουρανό, αναρίθμητα χελιδόνια με καλωσόριζαν με τις ζωηρές και τρυφερές φωνές τους θαρρούσες πως ήθελαν να προσφέρουν λόγια φιλικά. Το μυρωδάτο χορτάρι έλαμπε με χτυπητά χρώματα. Τα πουλάκια φτερούγιζαν κοπαδιαστά εδώ κι εκεί άφοβα, ερχόντουσαν να καθίσουν πάνω στους ώμους μου, στα χέρια μου και με χτυπούσαν χαρούμενα με τα μικρούλικα φτερά τους που έφρισσαν.
Τέλος παρατήρησα τους κατοίκους της ευτυχισμένης αυτής Γης. Ήλθαν μόνοι τους κοντά μου, με περιτριγύρισαν, με φίλησαν. Ω! αυτά τα παιδιά εκείνου του ήλιου πόσο ήταν όμορφα! Ποτέ στη Γη μας δεν είδα την ανθρώπινη ομορφιά να φτάσει σ’ αυτή την τελειότητα. Στα παιδιά μας μόνο, και στην πιο τρυφερή τους ηλικία ίσως θα βρίσκαμε κάποιες ωχρές αναμνήσεις της ομορφιάς αυτής. Εκείνα τα μάτια έδειχναν την εξυπνάδα, τη γαλήνη, τη φαιδρότητα. Τα λόγια τους ήταν γλυκύτατα στην αθωότητά τους.
Ω! με την πρώτη ματιά τα κατάλαβα όλα, όλα! Ήταν η Γη πριν αμαρτήσει ακόμα. Οι αγνές εκείνες ψυχές ζούσαν στον παράδεισο, που όπως λέει ο παγκόσμιος θρύλος ανήκε στους πρώτους προπάτορές μας. Μόνο που εδώ, όλη η Γη, ήταν πέρα για πέρα ένας παράδεισος.
Κι όλοι εκείνοι οι άνθρωποι με γέλια χαρούμενα μαζευόντουσαν γύρω μου και με χάιδευαν. Με πήραν στις κατοικίες τους και καθένας τους προσπαθούσε να με καθησυχάσει. Δε με ρωτούσαν. Θαρρούσες πως τα ήξεραν όλα. Δεν ήθελαν τίποτε να τους πω πριν να σβήσει από το πρόσωπό μου κάθε ίχνος πόνου.
Ε! ναι λοιπόν, κόσμε ξεροκέφαλε, έστω, είναι όνειρο μονάχα!… Ωστόσο η αγάπη των αθώων και ωραίων εκείνων ανθρώπων θα’ ναι μαζί μου παντοτινά. Και τώρα ακόμα νιώθω πως η αγάπη τους γεμίζει τον αέρα που αναπνέω. Γιατί τους είδα, τους αγάπησα στ’ αλήθεια θέλοντας και μη, και όταν έγινε αυτό, ω! πόσο υπέφερα!
Ναι, τους κατάλαβα αμέσως. Κατάλαβα μάλιστα πως σε πολλά πράγματα εκείνοι δεν θα μπορούσαν να με καταλάβουν, γιατί σαν άθλιος Πετρουπολίτης, σαν κοινός και σύγχρονος Ρώσος που είμαι, δεν μπορούσα, παραδείγματος χάριν, να καταλάβω, πως, ενώ τα ήξεραν όλα, δεν γνώριζαν τις επιστήμες μας. Μα δεν άργησα να μαντεύσω πως ό,τι ήξεραν το ήξεραν από διαίσθηση, και πως οι πόθοι τους δεν ήταν όμοιοι με τους δικούς μας. Δεν είχαν επιθυμίες, δεν λαχταρούσαν όπως εμείς την επιστήμη της ζωής, επειδή η ζωή τους ήταν τέλεια. Και οι γνώσεις τους ήταν πολύ πιο βαθιές και πολύ ανώτερες από τις δικές μας. Γιατί η επιστήμη μας ζητεί να εξηγήσει τη ζωή, ν’ αποκτήσει μια επιστημονική συνείδηση της ζωής για να μάθει στους άλλους να ζουν, ενώ σ’ εκείνους δεν τους χρειαζόταν η επιστήμη αυτή, επειδή ήξεραν πώς πρέπει να ζουν και επειδή το ήξεραν χωρίς να καταφεύγουν στη λογική. Μου έδειχναν τα δέντρα τους και παραξενεύτηκα για την αγάπη που τους είχαν: νόμιζαν πως δεν ήταν καθόλου ανώτεροι από τα δέντρα, και ξέρετε, δεν θα πέσω ίσως έξω, λέγοντας πως κουβέντιαζαν μαζί τους και, πως είχαν βρει την ομιλία των δέντρων. Έριχναν σ’ όλη τη φύση το ίδιο αδελφικό βλέμμα, κι αγαπιόντουσαν από τα πιο άγρια ζώα, που τα είχαν νικήσει με την αγάπη τους. Μου μιλούσαν για τ’ άστρα και δεν καταλάβαινα πάντα τι μου έλεγαν μα είμαι βέβαιος πως επικοινωνούσαν μαζί τους, όχι με τη σκέψη, αλλά με την ψυχή!

Γιόζεφ Φράιχερρ φον Άιχενντορφφ: Από τη ζωή ενός ακαμάτη (Αλεξάνδρεια, 1992, σελ.137-8)

imagesCAV0MZ1V

«Η αγάπη – σ’ αυτό συμφωνούν όλοι οι σοφοί – είναι μια από τις πιο θαρραλέες ιδιότητες της ανθρώπινης καρδιάς, που με μια φλογερή ματιά τινάζει τους φραγμούς των κοινωνικών τάξεων, γιατί ο κόσμος της είναι πολύ στενός και η αιωνιότητα πολύ σύντομη. Ναι, στ’ αλήθεια είναι ένας ποιητικός μανδύας, που ο κάθε φαντασιόκοπος τυλίγεται μέσα στον παγωμένο κόσμο, για να μεταναστεύσει στην Αρκαδία. Και όσο περισσότερο απομακρύνονται δύο χωρισμένοι ερωτευμένοι τόσο περισσότερο φουσκώνει σε τοξωτή καμπύλη ο ταξιδευτής άνεμος τον στιλβωτό μανδύα πίσω τους, τόσο πιο θαρραλέα και εκπληκτικά αναπτύσσονται οι πτυχώσεις, τόσο πιο πολύ μακραίνει πίσω τους ο χιτώνας των ερωτευμένων, ώστε ένας ουδέτερος δεν μπορεί να περάσει τούτη τη χώρα, χωρίς να πατήσει απρόοπτα μερικές απ’ αυτές τις ουρές».

Αdelbert von Chamisso: Η αλλόκοτη ιστορία του Πέτερ Σλέμιλ (Eρατώ, 1987, σελ.94-96)

225px-Schlemihl

Το πρωί της τέταρτης ημέρας βρέθηκα σε μιαν αμμώδη έκταση την οποίαν έλουζε ένας λαμπρός ήλιος. Κάθισα σε ένα βραχάκι και απολάμβανα το άγγιγμά του νιώθοντας ταυτόχρονα και μιαν απέραντη αγάπη για τον ήλιο, γιατί η επαφή μαζί του μου είχε λείψει τόσον καιρό. H απόγνωση εξακολουθούσε να κατατρύχει την καρδιά μου. Και ξαφνικά, με τρόμαξε ένας σχεδόν ανεπαίσθητος θόρυβος. Έτοιμος να το βάλω στα πόδια έριξα ένα τρομαγμένο βλέμμα γύρω μου. Δεν είδα κανέναν. Πάνω όμως στην ηλιόλουστη άμμο και λίγο πιο πέρα από εμένα σερνόταν ένας ανθρώπινος ίσκιος, περίπου στο σχήμα του δικού μου, ένας ίσκιος που πορευόταν μόνος, έχοντας φύγει, προφανώς, από τον κύριό του. Μια σκέψη μ’ αναστάτωσε: «Ίσκιε», σκέφτηκα, «ψάχνεις για τον κύριό σου; Εγώ θα γίνω τώρα κύριός σου». Και πήδηξα προς το μέρος του για να τον πιάσω. Σκέφτηκα, δηλαδή, πως, αν κατάφερνα να πατήσω στα ίχνη του, έτσι ώστε να έρθει στα πόδια μου, θα έμενε κολλημένος σ’ αυτά και με τον καιρό θα με συνήθιζε.
Με το που κουνήθηκα, όμως, ο ίσκιος τράπηκε σε φυγή και τότε άρχισε ένα φοβερό κυνηγητό. Μόνο η άθλια θέση στην οποία βρισκόμουνα και η σκέψη να βγω από αυτήν μπόρεσε να μου δώσει τη δύναμη που ήταν απαραίτητη για να καταδιώξω τον πανάλαφρο φυγάδα. Έτρεχε προς ένα αρκετά απομακρυσμένο δάσος, στην σκιά του οποίου θα τον έχανα οπωσδήποτε. Ένα σφίξιμο που ένιωσα στην καρδιά μόλις το συνειδητοποίησα έκανε τη θέλησή μου να γιγαντώνεται και έδωσε φτερά στα πόδια μου. Ήταν εμφανές ότι κέρδιζα απόσταση. Τον πλησίαζα όλο και περισσότερο, έπρεπε να τον φτάσω. Άξαφνα σταμάτησε απότομα και γύρισε προς τα μένα. Σαν το λιοντάρι που φτάνει σε απόσταση ενός άλματος από τη λεία του πήδηξα με ορμή για να τον πιάσω – και εντελώς απρόσμενα προσέκρουσα με δύναμη πάνω σε ένα ανθρώπινο σώμα. Χωρίς να βλέπω τίποτα δέχθηκα πάμπολλες και δυνατές γροθιές και χτυπήματα.
Ο τρόμος που ένιωσα με έκανε να συγκεντρώσω στα χέρια μου όλη τη δύναμή μου και να σπρώξω απότομα αυτό που βρισκόταν μπροστά μου. Έπεσα έτσι με τα μούτρα στο έδαφος. Ανάσκελα, όμως, και κάτω απ’ το δικό μου κορμί βρισκόταν ένας άνθρωπος, που τον κρατούσα ακίνητο και που άρχιζε να γίνεται ορατός.
Τότε εξηγήθηκαν τα πάντα πολύ φυσικά. Φαίνεται πως άνθρωπος αυτός κρατούσε την αόρατη χελιδονοφωλιά, που κάνει αόρατο όποιον την κρατάει, όχι όμως και τον ίσκιο του. Είχε αρχίσει να γίνεται ορατός, μόλις η φωλιά έπεσε από τα χέρια του. Έψαξα με μια ματιά τον γύρω χώρο και γρήγορα εντόπισα τον ίσκιο της ίδιας της χελιδονοφωλιάς. Με ένα πήδημα κατάφερα να γίνω κύριος της πολύτιμης λείας. Την κρατούσα τώρα στα χέρια μου και ήμουν αόρατος και δίχως ίσκιο.
(94-96) Ερατώ 1987

Zum Teufel mit den Nazis*

dimarxoi-1024x585

Λοιπόν: Πάλι καλά που υπάρχει ένας Καμίνης σ’ εμάς και ένας Μπουτάρης εκεί πάνω. Περαιτέρω, ένας Σκοτινιώτης στο Βόλο και δύο-τρεις άλλοι. Ό,τι και να λέει ο καθένας (περί ορέξεως κολοκυθόπιτα), τα όποια καλά μπορεί να προσδοκά ο δημοκρατικός χώρος μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, από αυτούς, με πυρήνα αυτούς, θα προέλθουν. Η τελευταία παρέμβαση του Καμίνη είναι ο ορισμός της δημοκρατίας. Zivilcourage που λένε και οι γερμανοί…

Ένας με πρόσωπο, διεύθυνση και ονοματεπώνυμο απέναντι στους ελληναράδες – κακέκτυπα ναζί. Παράδειγμα προς μίμηση.

http://news.in.gr/greece/article/?aid=1231258756

* ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΟΙ ΝΑΖΙ

All the world loves a clown

billspank

“All the world loves a clown”
Cole Porter

Malcolm Lowry: Under The Volcano (1947)

Facade of a liquor store

“and as they stood in silence before her, prayed again. “Nothing is altered and in spite of God’s mercy I am still alone. Though my suffering seems senseless I am still in agony. There is no explanation of my life.” Indeed there was not, nor was this what he’d meant to convey. “Please let Yvonne have her dream — dream? — of a new life with me — please let me believe that all that is not an abominable self-deception,” he tried… “Please let me make her happy, deliver me from this dreadful tyranny of self. I have sunk low. Let me sink lower still, that I may know the truth. Teach me to love again, to love life.” That wouldn’t do either… “Where is love? Let me truly suffer. Give me back my purity, the knowledge of the Mysteries, that i have betrayed and lost. — Let me be truly lonely, that I may honestly pray. Let us be happy again somewhere, if it’s only together, if it’s only out of this terrible world. Destroy the world!” he cried in his heart.”