Archive | November 2014

Barbary Coast

inhuman-and-barbarous

Σύριοι πρόσφυγες ξεπαγιάζουν, κάνουν απεργία πείνας και κοιμούνται στο Σύνταγμα. Οι υπόλοιποι κοιμούνται όρθιοι τον ύπνο της αδιαφορίας, προσπερνώντας, αποστρέφοντας το βλέμμα ή αγανακτώντας. Εν τω μεταξύ, μεγάλοι και παιδάκια λιποθυμούν και διακομίζονται στο νοσοκομείο.

Ένας 20χρονος κρατούμενος κάνει απεργία πείνας διεκδικώντας το δικαίωμα παρακολούθησης των μαθημάτων της σχολής στην οποία πέρασε έχοντας δώσει εξετάσεις από τη φυλακή. Αυτό.

Και τι έχει να πει γι’ αυτά όλα ο κωλοέλληνας της διπλανής πόρτας, χυδαίος και ανά πάσα στιγμή έτοιμος να δολοφονήσει (με άναρθρες κραυγές προς το παρόν);

Για τους Σύριους: α) να πάνε από εκεί πού ήρθαν β) να πεθάνουν γ) να τους πάρουν στα σπίτια τους οι Συριζαίοι, αν τους θέλουν στην Ελλάδα.

Στην υπόθεση του Ρωμανού ασχολούνται α) με το τι έχει κάνει και δεν έχει κάνει (το δεύτερο, κυρίως – γιατί ακούμε τερατολογίες και μάλιστα άσχετες με την υπόθεση) β) με την αστική του καταγωγή (“φλώρος”, “ντεμέκ αγωνιστής” και την “τρομοκρατική” του δράση γ) αμφισβητούν το γεγονός ότι είναι σε απεργία πείνας (ο άλλος καταφεύγει στο ύστατο μέσο διαμαρτυρίας και τα φασιστοειδή εύχονται “καλό ψόφο το μπασταρδάκι” και άλλα παρόμοια). Δεν τους έφτασε όταν τον συνέλαβαν για ληστεία (και όχι για ανθρωποκτονία). Δεν τους έφτασε η κακοποίησή του από τα…όργανα. Δεν τους έφτασε που τον είδαν αιμόφυρτο και βασανισμένο. Δεν τους έφτασε που τον έκλεισαν μέσα. Τώρα θέλουν να πεθάνει, να λιώσει ο αναρχικός, το κωλόπαιδο.

Από πού πηγάζει αυτό το απύθμενο μίσος συνδυασμένο με τη διαχρονική αμορφωσιά, την ημιμάθεια και τα σύνθετα συμπλέγματα του μέσου έλληνα; Γιατί το πρώτο που σκέφτεται πάντα, είναι η εκδίκηση, το πρώτο που νιώθει, είναι η ταπεινή, σαδιστική χαρά για το δράμα του άλλου, το πρώτο που πράττει, είναι να τσακίσει κάθε έννοια δικαίου, δικαιωμάτων και ανθρωπισμού; Γιατί πρέπει να εξολοθρευτούν όλοι οι άλλοι για να υπάρχει αυτός; Γιατί πρέπει να τιμωρηθούν εκδικητικά οι άπαντες, για να ικανοποιεί τα ένστικτά του; Γιατί τραβάει όλη την κοινωνία προς την υποστάθμη που έχει φέρει τη χώρα με τη νοοτροπία, την αισθητική, τον αμοραλισμό και τη φαυλότητά του; Γιατί όλοι πρέπει να γίνουμε ζώα σαν αυτόν;

Κομπραδόροι πολιτικοί κι ένας αδιάφορος λαός, χωρίς μπέσα που επί αιώνες χτυπάει σαν το εκκρεμές μεταξύ μιας αρχαίας παράδοσης που ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει και να διαχειριστεί και του ραγιαδισμού, μεταξύ ανατολίτικης κουτοπονηριάς και ευρωπαϊκού πνεύματος που πολύ ζήλεψε, αλλά δεν αξιώθηκε να γνωρίσει. Έτσι, χωρίς ορθό λόγο, χωρίς διαφωτισμό, χωρίς γνώση των οικουμενικών αρχών, χωρίς επίγνωση της βαρβαρότητας και της γελοιότητάς του, δικάζει, καταδικάζει, χειρονομεί, κλαίγεται, γλείφει, βρίζει, πλακώνεται, σκοτώνεται, απειλεί, παρακμάζει. Η κυρίαρχη πλειοψηφία έτσι είναι. Οι άλλοι δεν επικράτησαν ποτέ σ’ αυτόν τον τόπο.

Οι Σύριοι και ο Ρωμανός έβγαλαν στον αφρό όλη τη μπίχλα της ψυχής του έλληνα. Έχοντας γκώσει από μίσος και χαιρεκακία, περιμένουμε πριν πεθάνουν να αξιωθούν κάποιοι λιγότερο φασίστες ή ένας…Παπούλιας (όνομα και πράμα) να κινητοποιηθούν…Δώστε σπίτι και μια υπόσχεση στους πρόσφυγες. Να σταματήσουν να κάνουν κακό στον εαυτό τους και να ξεγυμνώνουν μια ολόκληρη “ευρωπαϊκή” χώρα. Αφήστε τον Ρωμανό να σπουδάσει. Αυτό ζητάει. Δεν απαιτεί προνόμια ή αποφυλάκιση, ούτε χρειάζεται να αποπροσανατολίζεται η συζήτηση…Έλεος. Τι θα κάνατε τότε; Θα τον εκτελούσατε;
Αλλιώς, μην ξεχνάτε, ο Ρωμανός είναι Γρηγορόπουλος. Και Γρηγορόπουλος σημαίνει ότι κάποια μέρα θα θερίσετε, ό,τι σπείρατε.

Advertisements

Περί παραδείσου

5659099733_261fbb82c0

Τι είναι ο Παράδεισος, πέρα από αυτό που λένε οι διάφορες θρησκείες; Μήπως η οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας, πιο δίκαιης και ελεύθερης; Ή, μήπως, η επιστροφή σε έναν κόσμο που δεν έχει ακόμα διαφθαρεί από τον δυτικό πολιτισμό;

Τι κινητοποιεί τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν μια πλούσια και επιτυχημένη ζωή για να δραπετεύσουν στην Πολυνησία, αναζητώντας το όνειρο ενός κόσμου έξω από συμβάσεις, μακριά από το συντηρητισμό της Ευρώπης, να ζήσουν κοινοβιακά μέσα σε δάση της Ελβετίας ή να λιώσουν κάτω από τον ήλιο της Νέας Γουινέας; Στη Γαύδο, την Αμοργό, την Πίνδο ή τις Μηλιές εγκαταλείποντας…αλήθεια, εγκαταλείποντας τι;

Τι κοινό έχουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που από την αρχή της βιομηχανικής επανάστασης μέχρι σήμερα είναι πάντα σε ετοιμότητα, σε εγρήγορση προκειμένου να αποδράσουν και να υλοποιήσουν το όνειρο μιας άλλης, πιο ειλικρινούς, πιο τίμιας, λιγότερο υποκριτικής και περισσότερο κοντά στη Φύση (και στη φύση του ανθρώπου) ζωή; Πόσο η “τρέλα” του ενός ακουμπάει την “τρέλα” του άλλου; Και πόσο σημαντική ή όχι (αν π.χ. θέλει κανείς να γίνει Σιντάρτα) είναι η συντροφικότητα σ’ αυτή την περιπέτεια;

Ξέρω πολλούς και πολλές πλέον νοσταλγούς της Εδέμ με τις “αποσκευές” έτοιμες για το γοητευτικό ταξίδι. Βοηθάει η ψυχολογία “φεύγω” που ευνοείται από την νεοελληνική αθλιότητα. Τριγυρνούν έξω από σταθμούς και λιμάνια ανήσυχοι και ανυπόμονοι. Είναι ευτυχία να βλέπεις αυτό το θέαμα. Η αλυσίδα της αμφισβήτησης και της αναζήτησης, της φυγής και του ταξιδιού που παραδίδεται από γενιά σε γενιά δεν σπάει, μεταλαμπαδεύεται, συνεχίζεται αδιάκοπη. Ο Παράδεισος, σφηνωμένος στη ψυχή, είναι πρόσωπα, γεγονότα και τόποι.

Με την εξής σειρά: Πρώτα τα πρόσωπα (η ματιά, τα δάκτυλα, η ποιητικότητα των συνοδοιπόρων), μετά τα γεγονότα (το ταξίδι καθ’ αυτό είναι το εντυπωσιακότερο γεγονός, αλλά και η αναγνώριση, η ερωτική σχέση των συνταξιδιωτών, το κλείσιμο των ματιών και η αναπαράστασή του Παραδείσου με τη δύναμη της φαντασίας, η προετοιμασία του ταξιδιού είναι γεγονότα) και τέλος οι τόποι, η επιλογή τους, το αντάμωμα, το σμίξιμο μαζί τους.

Ο Παράδεισος μπορεί να είναι το Παρίσι, το Εκουαδόρ, η Ταϊτή (ή ο πίνακας “γυναίκες από την Ταϊτή στην παραλία” του Γκογκέν), οι Μαρκήσιοι Νήσοι, η Ταγγέρη, η Σαλίνα Κρουζ. Είναι προσωπική υπόθεση του καθένα πού θα τον τοποθετήσει γεωγραφικά. Μπορεί να είναι το δωμάτιό του, όπως π.χ για τον ήρωα του Huysmans, τον δούκα Jean Floresas des Esseintes. Ή ένας φάρος.

Μέσα από τη διαρκή περιπλάνηση θα ξεπροβάλλει ο δρόμος του Παραδείσου. Χάρτης; Δεν χρειάζεται πια, μετά από έναν τόσο μεγάλο περίπατο. Κι αν παρεκκλίνουμε από την πορεία μας, αν χαθούμε, αν ξαποστάσουμε λιγάκι παραπάνω, ξαναγυρνάμε και συνεχίζουμε.

Gathering of the Tribe

Teenage Gangs of NYC in 1959 (10)

Οι συναθροίσεις οι δικές μας είναι μυσταγωγικά τελετουργικά, ιεροτελεστίες κανονικές. Σπάνιες πια – και προς τούτο, ανεκτίμητες, λαμβάνουν χώρα στο μέσο της πόλης, σε μέρη που συμφωνούνται από πριν, όχι στα βουνά ή έξω από την κοινωνία, αλλά δεν ξέρεις ποτέ, δεν φαντάζεσαι πού και πώς. Αλλά και να παρευρεθείς, καθότι απολύτως κλειστές δεν είναι, ίσως να μην καταλάβεις τίποτα, να μπερδευτείς περισσότερο ή να βγάλεις αυθαίρετα συμπεράσματα. Κι αυτό είναι το χειρότερο.
Αυτά τα gatherings θυμίζουν την πέτρα που την πετάς και εξαφανίζεται στο αέρα χωρίς να ακούσεις το σκάσιμο στη γη μετά την ολοκλήρωση της τροχιάς της. ΄Η που τη βλέπεις να χάνεται στη θάλασσα, αλλά δεν φτάνει στ’ αυτιά σου ο ήχος της στιγμιαίας, βίαιης συνάντησής της με τα κύματα πριν την οριστική βύθιση στη νέα της πατρίδα.
Όσοι συμμετέχουν σ’ αυτή την “κοινωνία” έχουν όψη “κανονικών” ανθρώπων. Αν τους συναντήσεις στο δρόμο και τους προσπεράσεις, κοίτα δύο φορές, γύρισε το κεφάλι καλού-κακού για να σιγουρευτείς ότι όντως τους είδες και δεν τους φαντάστηκες. Έχουν αναφερθεί από πολίτες πολλά περιστατικά παραισθητικού ρεαλισμού. Στην επιστημονική κοινότητα επικρατεί αναβρασμός. Οι μαρτυρίες τους συμφωνούν πως κάποιες περαστικές σκιές στο πεζοδρόμιο, φιγούρες ανθρώπινες… εξαφανίζονται απροσδόκητα από το οπτικό πεδίο. Ωστόσο, η τηλεμεταφορά κβαντικών πληροφοριών, άρα και του ανθρώπου, δεν επιβεβαιώνεται ακόμη. Είναι το επόμενο βήμα. Εμείς πάντως (τη μια κύριοι, την άλλη αλητήριοι), στις μαζώξεις μας, γελάμε πίσω από το χέρι μας.
Δεν συναθροιζόμαστε μόνο για να περάσουμε ευχάριστα, να βρεθούμε μεταξύ μας και να κάνουμε ό,τι κάνουμε. Ο σκοπός είναι η δημιουργία του κατάλληλου ενεργειακού πεδίου μέσα από τους ρέκτες, τις πηγές που αλληλοεπιδρούν στο χώρο. Η επίτευξή του μας ανοίγει το δρόμο να παραβιάσουμε και να αποτινάξουμε τους περιορισμούς του χωροχρόνου επικοινωνώντας με τους ήρωες και τα μέρη μας. Και είναι τούτο απολύτως ευεργετικό για όλους μας. Έτσι ήταν πάντα. Και στα χρόνια της ανεμελιάς, αλλά και τώρα, που πιεζόμαστε, που έχουμε βγει στο αντάρτικο της επιβίωσης.
Όλοι όσοι μετέχουν στην “κοινωνία” μας, στο tribe, έχουν συνεπή πορεία ετών. Ευλογημένα παιδιά που κάποτε τους άγγιξε νεραϊδένιο ραβδί. “Χαρακτηρισμένοι”, όπως μου είπε κάποιος στο αυτί …
Είναι ωραίες οι στιγμές της συνάντησης, του καλωσορίσματος, η αίσθηση της αδελφοσύνης, η βεβαιότητα ότι…συνεχίζουμε ακάθεκτοι, ότι είμαστε alive and kicking, ότι οι φαβορίτες κυματίζουν ακόμη και αν τα μαλλιά αραιώνουν, ο σιωπηλός επαναπροσδιορισμός ότι το υπόγειο μυστικό, μας κρατάει για πάντα αδελφοποιητούς. Αυτοί οι “οικογενειακοί” δεσμοί αίματος ανανεώνονται συνεχώς. Και αποδεικνύουν περίτρανα την κοινή μας διαδρομή στο ποτάμι του underground που δεν στερεύει ποτέ, που επιβεβαιώνει την κοινή μας μοίρα.
Παρατήρησε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου τη λάμψη στο μάτι όλων μας, όταν πέφτουν τα πρώτα ακόρντα του You’re gonna miss me. Θα καταλάβεις ίσως γιατί κάποιοι άνθρωποι αναβοσβήνουν στο δρόμο, τι είναι αυτό που τους συνέχει. Γιατί κάποιες σκιές συγκλίνουν χορεύοντας. Γιατί είναι γραφτό, όσο υπάρχει μιζέρια, επιφάνεια, εξουσία και υποκρισία, να σφυρηλατούνται προτάσεις αντικουλτούρας, να αναζητούνται εναλλακτικές διαδρομές, να βιώνονται απρόσιτοι κόσμοι που προσφέρουν άσυλο και αμφισβητούν την “κανονικότητα”, την ορθότητα του παραλογισμού που κυριαρχεί σε κάθε έκφανση της ζωής σ’ αυτή τη χώρα. Ότι το κάθε σύστημα, όχι μόνο το πολιτικό, ποτέ δεν θα καταφέρει να ξεφορτωθεί αυτούς που δεν καταλαβαίνει. Η δική μας συντροφικότητα κατακτιέται μέσα από την αναγνώριση. Τα ερείσματά μας είναι ακλόνητα – αυτά μας κρατούν όρθιους, όταν όλα γύρω μας γκρεμίζονται με εκκωφαντικό τρόπο. Στις συναθροίσεις είμαστε παιδιά που πήγαν πιο μακριά από τα βιβλία που διάβασαν και τη μουσική που λάτρεψαν, τέκνα της μακράς παράδοσης του underground.

Siegfried Lenz (1926 – 2014): Hingabe an der Stille

45787

„Die Fähre braucht immer länger, wenn ein Schriftsteller an Bord ist. Weil Schriftsteller immer den Kurs selbst abstecken wollten. Das hält natürlich auf.“

Die Literatur von Siegfried Lenz war voller Melancholie und Menschlichkeit. Das Schweigen in seinen Büchern hat ihn als Schriftsteller so besonders gemacht. VON ULRICH RÜDENAUER (DIE ZEIT)

Siegfried Lenz’ Buch Die Maske enthält eine Erzählung, die viel über die Kunst dieses Schriftstellers verrät: Ein junger Mann liegt nach einem Autounfall im Krankenhaus. Sein Zimmergenosse ist ein älterer Schriftsteller, der seiner Frau, die ihn besuchen kommt, kleine Geschichten über den gemeinsamen Sohn Sven vorliest.

Aus diesen in ein Schreibheft notierten Skizzen ersteht ein ganzes Leben, das mit einem Bootsunfall und dem Tod des Sohnes endet. Nach der Schilderung des Unglücks geht die Frau weinend und wortlos aus dem Zimmer. “Lange sah ich zu ihm hinüber, er wirkte verzweifelt”, heißt es am Ende der Geschichte. “Obwohl es für ihn nichts mehr zu sagen gab, fragte ich: ‘Und? War es so? Ist Sven ertrunken?’ ‘Unser Sven ist bei der Geburt gestorben’, sagte er.”

Es ist diese Lakonie, der nüchterne Stil, die Melancholie und Menschlichkeit in seinen Geschichten, die Siegfried Lenz zu einem der meistgelesenen Autoren der Nachkriegszeit gemacht haben. Im Jahr 1951 ist sein erster Roman Es waren Habichte in der Luft erschienen. Seither haben seine Bücher weltweit eine Auflage von knapp 25 Millionen Exemplaren erreicht. Eine ungeheure Zahl, die ihn bei der Kritik auch immer wieder einem gewissen Verdacht der Leichtbekömmlichkeit ausgesetzt hat.

Tatsächlich wurde er, der in fast allen Genres zu Hause war, als Kurzgeschichtenerzähler gerühmt. Populär sind seine Erzählbände So zärtlich war Suleyken oder Das Feuerschiff. Letzterer erinnert stark an amerikanische Vorbilder. Seine Romane hingegen, darunter solch auflagenstarke Erfolge wie Heimatmuseum oder Exerzierplatz, wurden von der Kritik oftmals als zu konventionell und schematisch empfunden.

Siegfried Lenz kam 1926 im ostpreußischen Lyck auf die Welt. Das heute polnische Elk hat ihn 2011 mit der Ehrenbürgerwürde geehrt. “Das kleine arme Haus, in dem ich bei meiner Großmutter lebte, lag nahe am Lyck-See”, sagte er damals in seiner Dankrede, “und diese Nähe war eine Herausforderung, eine Verheißung. Gleichzeitig lernte ich fischen und lesen.”

Beide Tätigkeiten, das Fischen und das Lesen, haben mit Kontemplation zu tun. Mit einer Hingabe an die Stille. Darin eine Grundlage für sein Schreiben zu finden, fällt nicht schwer. Die Nähe zum Wasser hat zudem seine Bücher geprägt. Lenz lebte abwechselnd in Hamburg und Dänemark. Das Meer und die Küste sind in vielen seiner Romane und Erzählungen die seelenerschließenden Szenerien für Figuren, die er mit großem Ernst und Verständnis zeichnete.

Von Marcel Proust habe er gelernt, sagte Lenz einmal, dass die Erinnerung eine Art Gegenwehr darstellt gegen den Gleichmut der Vergänglichkeit. Vergänglich ist nicht nur der einzelne Mensch. Auch die Natur ist durch menschengemachte Zerstörung vom Vergehen bedroht; darauf wies Lenz früh schon in literarischen und essayistischen Texten hin.

Die Erinnerung sah er im Übrigen auch als Gegenwehr gegen kollektive Verdrängungen: In einigen seiner Bücher dient die deutsche Geschichte nicht nur als Folie, sondern ist das eigentliche Thema. Am prominentesten hat er sich mit der dunkelsten Vergangenheit in der Deutschstunde (1968) auseinandergesetzt. Es geht darin um dumpfe Obrigkeitshörigkeit, um Pflichtversessenheit und Mitläufertum, also um Fragen der Schuld, die in der Nachkriegszeit gerne verdrängt worden sind. All das wird an Charakteren festgemacht, die sich einprägen, die eigensinnig sind und nie ohne Fehler. Und die immer sehr plastisch wirken und einem nahegehen.

In all seinen Büchern spürt man eine große Empathie – selbst für die zwiespältigen, unsympathischen Figuren. Man ahnt, dass Lenz selbst in seinen Texten etwas Unentdecktem, etwas Verborgenem auf die Spur kommen wollte, wenn er einem Menschen ein fiktives Leben schenkte, ihn auf eine Reise schickte.

“Das Verstehen entsteht durch Selbstversetzung. Nach Möglichkeit sollte man von sich absehen und versuchen, auf das einzugehen, was der Konflikt einer erfundenen Person beibringt. So kann man mit Hilfe von Fiktion leben lernen. Man schreibt etwas, bringt sich selbst ein und versteht etwas anderes”, sagte er in einem Interview mit der Welt, jener Zeitung, bei der er Ende der vierziger Jahre als Redakteur begonnen hatte.

Und wo er auch seine Frau Lieselotte kennenlernte, mit der er über 50 Jahre verheiratet war. Nach deren Tod geriet er in eine Schreibkrise, aus der er mit einem eindrucksvollen, von der Kritik hochgelobten Alterswerk wieder auftauchte. In der schmalen Novelle Schweigeminute (2008) merkte man nichts von der Schwierigkeit, im Alter Geschichten umzusetzen in “Bildhaftigkeit” und “Sinnlichkeit”, über die Lenz einmal klagte.

In dieser Liebesgeschichte – die Liebe spielt im gesamten lenzschen Werk eher eine Nebenrolle – wird auf behutsame und doch zugleich packende Weise die verbotene Liaison eines Schülers und einer Lehrerin geschildert, eine Romanze, die im Moment des Erzählens bereits Vergangenheit ist. Die Geschichte lebt von ihren Zwischentönen, sie ist dezent und doch ganz sinnlich.

“Vielleicht muss ja im Schweigen ruhen und bewahrt werden, was uns glücklich macht”, heißt es darin einmal. Und vielleicht ist es dieses Schweigen, das Verschweigen des allzu Offensichtlichen, das Siegfried Lenz für viele Leser so besonders gemacht hat. Im April hatte Lenz sein Schreibarchiv dem Literaturarchiv in Marbach anvertraut. An diesem Dienstag verstarb der Autor, den Marcel Reich-Ranicki einen “Volksschriftsteller” nannte, im Alter von 88 Jahren.

————————

In English:
http://www.independent.co.uk/news/people/news/siegfried-lenz-novelist-and-playwright-who-played-a-key-part-in-the-generation-of-writers-who-studied-the-rise-of-nazism-9794674.html

Ferguson, Missouri: Τυφλή δικαιοσύνη με άρωμα ρατσισμού

APTOPIX Police Shooting Missouri

“Injustice anywhere is a threat to justice everywhere.”
Martin Luther King Jr.

Ο θάνατος του Μάικλ Μπράουν είναι κάτι παραπάνω από μια τραγωδία. Είναι κάτι παραπάνω από μεμονωμένο περιστατικό, στο οποίο ένας οπλισμένος αστυνομικός βάζει βεβιασμένα το χέρι στη σκανδάλη. Αντίστοιχα περιστατικά συμβαίνουν καθημερινά ανά τις ΗΠΑ, αλλά ελάχιστα δημοσιοποιούνται. Η υπόθεση Μπράουν απλώς πυροδότησε κύμα μαζικών αναταραχών με τις φυλετικές διακρίσεις να βρίσκονται στο προσκήνιο.

H απαλλακτική απόφαση υπέρ του αμετανόητου Ουίλσον που είχε πυροβολήσει θανάσιμα τον 18χρονο μαύρο Μάικλ Μπράουν στο Φέργκιουσον τον περασμένο Αύγουστο, έριξε απλώς λάδι στη φωτιά, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την αποδοχή της από τους Αφροαμερικανούς, όχι μόνο στο Φέργκιουσον αλλά σε όλη την επικράτεια των ΗΠΑ. Ο Γουίλσον ενσαρκώνει όλες εκείνες τις προκαταλήψεις που αναπαράγονται για την αστυνομία ΗΠΑ, ιδίως την αρχή «πρώτα πυροβολώ και στη συνέχεια θέτω ερωτήσεις». Δυστυχώς η ίδια η πράξη είναι που συχνά τις επιβεβαιώνει. Τα στατιστικά μιλούν από μόνα τους. Η άσκηση ακραίας αστυνομικής βίας κατά Αφροαμερικανών παραμένει σημαντικό πρόβλημα στις ΗΠΑ.

βλ. America, we have a problem
http://edition.cnn.com/2014/11/25/opinion/granderson-ferguson-america-problem/index.html?hpt=hp_c1

βλ.Protesters fill streets across country as Ferguson protests spread coast to coast
http://edition.cnn.com/2014/11/25/us/national-ferguson-protests/index.html?hpt=hp_t1

Το άλλο πρόσωπο του φασισμού

5678d23977c44a67a65ec8fe2a95f207

Το Πανεπιστήμιο είναι χώρος ελεύθερης έκφρασης και διακίνησης ιδεών. Χώρος ασύλου, ιερός. Στην Ελλάδα, όπως τόσα άλλα, η εν λόγω αρχή καταστρατηγείται και κακοποιείται βάναυσα. Η οικουμενική κατάκτηση καταντάει εντέλει καρικατούρα και προσβάλλεται από μικροομάδες βαρβάρων. Με την ευθύνη όλων των εμπλεκομένων που ορίζουν την παρακμή ως κανονικότητα σε μια χώρα που επί δεκαετίες αναζητά το μέτρο και το αυτονόητο. Όσοι έχουμε περάσει από ελληνικά πανεπιστήμια και τα συγκρίνουμε με άλλα, σοβαρά χωρών, έχουμε σκιτσάρει στο νου μας την έννοια “χάος”.

Το χθεσινό θλιβερό συμβάν των πρωτοφανών τραμπουκισμών από ομάδα φοιτητών μέσα στο γραφείο ενός εμβρόντητου αντιπρύτανη του ΕΚΠΑ, όπου έγιναν δεκτοί για να ακουστούν τα αιτήματά τους, αποτελεί το αποκορύφωμα μιας χρονίζουσας στρεβλής κατάστασης. Προφανές ότι δεν αποτελεί το έσχατο επεισόδιο κλιμάκωσης των φοιτητοπατέρων. Είναι φασισμός, βιντεοσκοπημένος μάλιστα από τους ίδιους τους εμπνευστές και εκτελεστές του αντιδημοκρατικού happening, με το προσωπείο της αγωνιστικότητας και του…διαλόγου. Happening καταφανώς επηρεασμένο από τις καλύτερες στιγμές των Μπαλασοπουλαίων, των Φωτοπουλαίων και των πολλών άλλων αστέρων του συνδικαλισμού.

Ναι, αυτό το δύσοσμο βίντεο λέγεται φασισμός, πράξη βίας, σκηνοθετημένη ένταση από εικοσάχρονους ανθρώπους, πενήντα εναντίον ενός, με πρόσχημα τον διάλογο, με χρήση μεθόδων χούλιγκανς και χωρίς φυσικά να επιτρέπεται ο λόγος στον, υποτίθεται, διαλεγόμενο, οικοδεσπότη καθηγητή.

Παραβλέπουν οι αγανακτισμένοι φοιτητές βασικές αρχές της δημοκρατίας, όταν αδειάζουν σάκους σκουπιδιών στο γραφείο ή -παλιότερα- χτίζοντας (!) με τούβλα και τσιμέντο τα γραφεία καθηγητών, όταν δεν υπάρχει σεβασμός για το χώρο (ασύλου), ανθρωπιστική παιδεία και κουλτούρα διαλόγου.

Αν αυτή η κακόγουστη δράση, επικοινωνιακά και ουσιαστικά ατυχέστατη, ήταν κάποιου παρανόρμαλ συμβολικού χαρακτήρα δεν πέτυχε το στόχο της. Αν τα απορρίμματα συμβολίζουν τα “σκουπίδια που παράγει το πανεπιστήμιο”, ε τότε οι φοιτητοπατέρες ας κάθονταν κάτω από τη σακούλα μαζί με τον αντιπρύτανη. Να τα λουστούν όλοι μαζί. Αν δεν θέλουν να πιάσουν από κοινού με τις πρυτανικές αρχές σκούπα και φαράσι για να διορθώσουν τα κακώς κείμενα ή δεν γουστάρουν να μπουν στα αμφιθέατρα.

Όποιος δεν καταλαβαίνει, κακό του κεφαλιού του.

Πήλιο – το βουνό ευεργέτης (Κάτω Γατζέα)

Μια κυριακάτικη εκδρομή στην ηλιόλουστη Γατζέα, ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό του Πηλίου από την πλευρά του Παγασητικού ευεργετεί και γαληνεύει τον επισκέπτη, διηγείται τις ιστορίες του τόπου, υπενθυμίζει μέσα από τα ερειπωμένα ή κλειστά σπίτια την αναπόφευκτη φθορά του χρόνου, αποκαλύπτοντας παράλληλα την προσωπική βιογραφία, τη μοίρα των ανθρώπων που έζησαν τη ζωή τους εκεί, τις χαρές, τις λύπες, τα γλέντια, το θρήνο, τον κόπο, το μεράκι τους, τον κήπο, την αυλή, την καμινάδα, το μπαλκόνι, το δαντελένιο κουρτινάκι που το σαρώνει πια ο αέρας μέσα από το σπασμένο τζάμι του παραθύρου, τα αναρριχητικά φυτά που έχουν καλύψει τα παλιοκαιρισμένα παραθυρόφυλλα, μάρτυρες όλα μιας περασμένης εποχής που ξαναζωντανεύει για μια στιγμή μέσα από το οδοιπορικό και το κλικ του φακού. Την ευωδιά της ανάμνησης και της φύσης, τον επιβλητικό ορεινό όγκο στο φόντο, καθώς και τον ήχο του κύματος που σκάει στο ακρογιάλι, τα αμετάδοτα, φανταστείτε τα με κλειστά μάτια.

γατζέα10

γατζέα9

γατζέα5

γατζέα4

γατζεά8

γατζεα15

γατζεα13

γατζεα12