Archive | November 2011

Ρομά – οι πλάνητες της ιστορίας

Το derlandstreicher.wordpress.com είναι ένας ιστότοπος αφιερωμένος στο από καταβολής κόσμου underground, το διαχρονικό περιθώριο, τους μποέμ και τους αλητήριους, τους πλάνητες, τους παρεξηγημένους και τους μη καθώς-πρέπει, τους ταξιδιώτες και τους οδοιπόρους.

Ο Landstreicher διάκειται ανέκαθεν φιλικά προς τους Ρομά και προωθεί την υπόθεσή τους με κάθε μέσο. Με την ευκαιρία ενός σχετικού βιβλίου που επιτέλους έφτασε σήμερα στο γραμματοκιβώτιό μας, σας παρουσιάζω ένα δημοσιευμένο κείμενο του Landstreicher από τον Ιούνιο του 2001, στο οποίο επιχειρείται η κατάδειξη της σύνδεσης του “δρόμου”, Ρομά, μποέμ και λοιπών περιπλανώμενων.

“Man konnte nicht unterscheiden, ob ein Mensch oder ein Tier”

(Δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν αν ήταν άνθρωπος ή ζώο)…

                                                                           Otto Elster, Die Zigeunerin, 1909

Οι λησμονημένοι του ναζισμού: το προλεταριάτο (1927- 1931) , το ολοκαύτωμα και η μεταπολεμική λήθη

 ΟΙ ΠΛΑΝΗΤΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Η ζοφώδης σκιά του Β Παγκοσμίου Πολέμου μονοπωλεί την πολιτική ζωή της Ομοσπονδίας 56 χρόνια μετά το Σύμφωνο του Πότσνταμ – παθολογικό κληροδότημα του καταστροφικού παρελθόντος, αλλά και συνέπεια της άστοχης αντιμετώπισης της Ιστορίας από τις Γερμανικές μεταπολεμικές κυβερνήσεις. Αποζημίωση και μνημεία.

Κι ενώ τα τηλεοπτικά προγράμματα παρουσιάζουν κάθε βράδυ ντοκιμαντέρ από την εποχή της ναζιστικής Γερμανίας, αναζητώντας ακόμη τους λόγους της μαζικής αυθυποβολής του Γερμανικού πληθυσμού, το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο υπερψήφισε μόλις την περασμένη εβδομάδα την άμεση αποπληρωμή των πολεμικών αποζημιώσεων στους εναπομείναντες δικαιούχους, ο 89χρονος δεσμοφύλακας σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, Μάλοτ, καταδικάστηκε στο Μόναχο σε ισόβια κάθειρξη και το Βερολίνο, τέλος, επικύρωσε την ανέγερση μνημείου ως το 2004 στο κέντρο της πρωτεύουσας – δίπλα σ’ εκείνο των Εβραίων – εις ανάμνηση τουλάχιστον 600 000 Ρομά (Τσιγγάνων), θυμάτων της ναζιστικής βαρβαρότητας. Οι παλαιότερες κυβερνήσεις – κυρίως εκείνες του Αντενάουερ – αμφισβήτησαν συστηματικά το μέγεθος των εγκλημάτων της ναζιστικής δωδεκαετίας, προχώρησαν σε ελάχιστες αποζημιώσεις κυρίως Εβραίων δικαιούχων και υπονόμευσαν την αντιμετώπιση του παρελθόντος με ταμπού και απαγορεύσεις είτε συνέχισαν τις διακρίσεις κατά το ναζιστικό πρότυπο (διώξεις Ρομά, ομοφυλόφιλων).

Τα άγνωστα θύματα

Περιορίζοντας την όποια αυτοκριτική του το Γερμανικό κράτος στ’ απάνθρωπα εγκλήματα κατά του Εβραϊκού πληθυσμού, απεκδύετο κάθε ευθύνης για τις ανάλογες κτηνωδίες έναντι ποσοτικά και πολιτικά ανίσχυρων μειονοτήτων, οι οποίες ήδη από το 1933 αποτελούσαν δεδηλωμένους εσωτερικούς, φυλετικούς – ιδεολογικούς εχθρούς: Ρομά, Μαύροι, άτομα με ειδικές ανάγκες, ομοφυλόφιλοι, άεργοι, κομμουνιστές, όλες τούτες οι μειονότητες έμειναν εκτός αποζημιώσεων – υλική ή ηθική – για δεκαετίες, αποπέμφθηκαν από τη νέα εθνική συνείδηση και εξοστρακίστηκαν στα αζήτητα της ιστορίας. Με την αναδίφηση του θέματος περί ευθυνών και ηθικού χρέους της Γερμανίας απέναντι στα μέλη των άνωθεν μειονοτήτων, επιχειρείται να αποκατασταθεί η κεκαλυμμένη ιστορική αλήθεια και ν΄ αποκαλυφθεί ο φενακισμός του μεταπολεμικού δυτικογερμανικού κράτους. Ελάχιστα γνωστή είναι ωστόσο μια προπολεμική πτυχή της κοινής δράσης των απόκληρων της κοινωνίας, εκείνων δηλαδή που η Kriminalpolizei από την αρχή ανήγαγε σε de fakto αντικείμενο ανελέητων διώξεων. Στο στόχαστρο των νομοθετημάτων των κυβερνήσεων της Βαϊμάρης είχαν περιέλθει οι άεργοι, οι περιπλανώμενοι, καθώς και οι Ρομά, ομάδες τις οποίες το κράτος ταύτιζε μεταξύ τους, καταπίεζε και καταδίωκε με κάθε έννομο και έκνομο μέσο. Η νομοθετική δραστηριότητα τελειοποιήθηκε με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ο οποίος ανέλαβε να “εκκαθαρίσει το Ράιχ από τα άχρηστα και επικίνδυνα στοιχεία” με τη συνεργία της ρατσιστικής “επιστήμης”, αστυνομίας, δικαστικών υπηρεσιών και Εκκλησίας. Η ειδοποιός διαφορά περιπλανωμένων και Ρομά ήταν η εξής: Οι πλάνητες – ταξικώς πιο συνειδητοποιημένοι – επέλεξαν τη ζωή στο δρόμο εκ πεποιθήσεως, απέταξαν την καταδολίευση και τις συμβατικότητες της κοινωνίας, απαρνήθηκαν τους κρατικούς θεσμούς και αναζητούσαν την πλήρη ελευθερία. Ο δρόμος ήταν στα 1920 ήταν τρόπος ζωής, αποτέλεσμα συνειδητής απόρριψης της αστικής ζωής. Οι Ρομά εντούτοις, κυνηγημένοι από συντεχνίες, κράτος και εκκλησία από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκαν στην Ευρώπη, προσυπολογίστηκαν μετά από μια ιστορία κατατρεγμού, αυτόματα με τη εκβιομηχάνιση της Γερμανίας παρά τη θέλησή τους, στο προλεταριάτο των πόλεων, όπου ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή με τους πλάνητες. Οι Ρομά, αποτέλεσαν a priori εσωτερικό εχθρό του Χίτλερ, όπως παλαιότερα του Μπίσμαρκ και ακόμη παλαιότερα της μεταφεουδαρχικής τάξης πραγμάτων. Έτσι δε μπορεί να γίνει λόγος για ελεύθερη απόφαση των Ρομά να ζουν στο δρόμο.

Η πολιτικοποίηση των περιπλανώμενων

Ο δρόμος ένωσε ρέμπελους και Ρομά, φυγάδες αναρχικούς και λιποτάκτες κομμουνιστές σ’ ένα άμεσα πολιτικοποιημένο εγχείρημα από το 1927 ως το 1931. Σε αυτούς προστέθηκαν γρήγορα ριζοσπάστες διανοούμενοι και πανεπιστημιακοί με αποτέλεσμα την έκδοση του περιοδικού “Πλάνης” (der Kunde) στη Στουτγάρδη. Οι εκδότες του οργάνου των απανταχού περιπλανωμένων ακολουθούσαν μια ανοιχτά σοσιαλιστική πολιτική και ασκούσαν αμείλικτη κριτική στο θεσμό του κράτους. Παράλληλα προσπαθούσαν να οργανώσουν τους πλάνητες για την επανάσταση. Για τον Τόμπροκ το κράτος ήταν ο φυσικός εχθρός του ανθρώπου: “το κράτος μας περνάει δεσμά, σκοτώνει το ανθρώπινο μέσα μας, το καλό, την αγάπη, την ελευθερία, κάθε τι ζωντανό. Το κράτος δε αναγνωρίζει ανθρώπους: κατασκευάζει πολίτες, φορολογούμενους, υπαλλήλους, στρατιώτες”. Πολλοί από τους αρθρογράφους του “Πλάνητος” έζησαν τη φρίκη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. “Ανήκαμε στο έθνος και γινήκαμε άγριοι, σαρκοφάγα ζώα, δολοφόνοι, ανήκαμε στο κράτος και αυτό μας έκανε δήμιους. Μα εμείς δε θέλουμε να σκοτώνουμε, είμαστε αδέλφια, όχι μόνο με τους ανθρώπους αλλά και με τα ζώα και με τα φυτά, με κάθε δημιουργία”. Στους πολιτικοποιημένους πλάνητες του ΄20 ανήκαν οι αναρχικοί διανοούμενοι Μαξ Στίρνερ και Τζον Μακέι, ο Βιεννέζος ποιητής Ρούντολφ Γκάιστ, ο ζωγράφος Μαξ Άκερμαν, ο καθηγητής φιλοσοφίας Τέοντορ Λέσινγκ κ.α. Ο “Πλάνης” φιλοξενούσε τακτικά κείμενα του Χέρμαν Έσσε, ενώ ο Μάξιμ Γκόρκι έγραψε το 1931 την “πρόσκληση στους Γερμανούς πλάνητες”. Η αλληλεγγύη και ο αλτρουισμός αποτελούσαν για εκείνη την ιδιότυπη συνεπικουρία τα κομβικά σημεία του στόχου πρωτίστως της οργάνωσης των Vagabunden και μετέπειτα της επανάστασης: Έγραφε ο Γκάιστ: “300 000 περιπλανώμενοι περιφέρονται στη Γερμανία. Τι σκέφτονται; (…) Η Ρωσική Επανάσταση προετοιμάστηκε κατά το 1/3 από τους Ρώσους μποέμ”. Και ο αναρχικός Έριχ Μίζαμ προς το βαυαρικό προλεταριάτο: “Εκατομμύρια εργάτες στη Γερμανία, εκατοντάδες εκατομμύρια στον κόσμο δουλεύουν σα σκλάβοι για τον καπιταλισμό και το εκκλησιαστικό δόγμα που τον υποστηρίζει”. Ο “Πλάνης” επιβίωσε τέσσερα χρόνια χάρις στη γλώσσα του. Οι περιπλανώμενοι είχαν αναπτύξει ένα ιδιόμορφο γλωσσικό ιδίωμα με νεολογισμούς και στοιχεία από τη γλώσσα των Ρομά και τα εβραϊκά, κυριολεκτικά μια γλώσσα του δρόμου, πλήρως ακατανόητη από τους κρατικούς μηχανισμούς καταστολής. Το αποκορύφωμα της δράσης του “Πλάνητα” και της πολιτικής του ήταν το συνέδριο των περιπλανώμενων” το 1929 υπό την αιγίδα του. Πάνω από 1000 Τσιγγάνοι, πλανόδιοι, τεμπέληδες, μουσικοί και ηθοποιοί του δρόμου, ζητιάνοι, καλλιτέχνες, άστεγοι, ποιητές, Εβραίοι, ακαδημαϊκοί, οδοιπόροι, πρώην αστοί έφτασαν στη Στουτγάρδη από την Αυστρία και τη Φιλανδία ως την Αίγυπτο για να διακηρύξουν ενότητα, να εκφράσουν την αλληλεγγύη του διεθνούς προλεταριάτου και να προετοιμάσουν την προλεταριακή επανάσταση. Ο πρόεδρος της “αδελφότητας των περιπλανώμενων”, πρώην αστός, Γκρέγκορ Γκοκ συγγραφέας του έργου “φιλοσοφία του δρόμου”, κατακεραύνωσε την άρχουσα τάξη και καταδίκασε την εκμετάλλευση του προλεταριάτου: “το βασανισμένο τμήμα της κοινωνίας δεν είμαστε εμείς οι πλάνητες, αλλά οι εργάτες. Εμείς οι ελεύθεροι πρέπει ν’ απελευθερώσουμε τους εργάτες, την ανθρωπότητα. Δεν επιτρέπεται να γνωρίζουμε το δίκαιο και ν’ αφήνουμε το άδικο να βασιλεύει! Η δράση μας είναι εκείνη που θ’ αρχίσει την προλεταριακή επανάσταση!”

Τέλος και λήθη

Γρήγορα ωστόσο επήλθε το τέλος, όταν το 1931 ο Γκοκ με την ομάδα του αποχώρησαν από τη συλλογικότητα και ενίσχυσαν το κομμουνιστικό KPD, όταν ο διχασμός στη Γερμανία ηχούσε ως σαφές προανάκρουσμα του ναζισμού και εκβιαστικά διλήμματα κυριαρχούσαν: Η μετατροπή των περιπλανωμένων σε οπισθοφυλακή του KPD, ώστε να αποφύγουν τη στρατολόγησή τους από την μπουρζουαζία και ακόμη χειρότερα από το ναζισμό. Ο Γκοκ το 1932 ήδη συμπέρανε πως “πείνα και απόγνωση μεταβάλλουν τους ανθρώπους του δρόμου σε εύκολη λεία για τους φασίστες. Για ένα ξεροκόμματο, με ψεύτικες υποσχέσεις ή με την απειλή πογκρόμ”. Ένα χρόνο αργότερα, πρώτα οι Εβραίοι και οι πολιτικοί αντίπαλοι, ύστερα οι πλάνητες – Ρομά και όσοι εκ πεποιθήσεως – διώκονται, εκτοπίζονται, δολοφονούνται. Οι περισσότεροι προλετάριοι του δρόμου αρνήθηκαν ν’ ανακρούσουν πρύμναν και να μεταπηδήσουν στο χιτλερικό NSDAP – όπως έπραξε ο ποιητής των εργατών Χάινριχ Λέρς, αλλά αντιστάθηκαν στο μέτρο του εφικτού από τις γραμμές του KPD. Οι Ρομά, οι ομοφυλόφιλοι και οι μαύροι από την άλλη, όντας εκτός από προλεταριάτο και φυλετικά κατώτεροι, υποτάχτηκαν εκ νέου στη μοίρα τους και κατέληξαν αργά ή γρήγορα στο Άουσβιτς και το Ζάξενχάουζεν, πειραματόζωα του Μένγκελε ή ομαδόν στους θαλάμους αερίων. Το γερμανικό κράτος μέχρι σήμερα δεν έχει ζητήσει συγγνώμη από αυτές τις μειονότητες για τα διαπραχθέντα εγκλήματα, τα οποία απλώς την κορυφή του παγόβουνου αποτέλεσαν κατά τη δωδεκαετία 1933 – 1945. Για τους ξεχασμένους της Ιστορίας απαιτείται εκτός από την πανηγυρική ανέγερση μνημείων η απαραχάρακτη επανασύνθεση της αλήθειας.

Advertisements

George Harrison – Scorsese Documentary

Όταν ήμασταν μικροί και “παίζαμε”  τους Beatles, εγώ ήμουν έξω μου ο Πωλ και μέσα μου ο Τζορτζ.

Συνήθως, βέβαια, η επιλογή ήταν αυστηρώς μεταξύ Πωλ και Τζον, (νομίζω, ο μοναδικός δυϊσμός που λειτούργησε τόσο γόνιμα και δημιουργικά προσφέροντας το παγκόσμιο φαινόμενο Beatles). Κι έτσι, μολονότι εγώ είχα σηκώσει εξαρχής σημαία υπέρ του Πωλ (χωρίς να σημαίνει αυτό ότι αντιπαθούσα τον Τζον), ανέκαθεν κυριευόμουν από τη μελαγχολική γοητεία του ευπρεπούς αλητήριου Τζορτζ Χάρισον. Μετά από πολλά χρόνια παραδέχθηκα, ότι τον αγαπώ πιο πολύ από τους άλλους τρεις αγαπημένους.

Επισκιασμένος (από επιλογή του; επειδή ήταν κατά τι ηλικιακά μικρότερος; χαρακτήρας; ) από τους πιο δημοφιλείς και θορυβώδεις ΤζονΠολΡίνγκο, ο Τζορτζ ακόμη και όταν έκανε καλαμπούρι στην κάμερα, ήταν αδύνατο να κρύψει την εσωστρέφειά του, τη θλίψη από την έκφρασή του. Αυτή η θετική μελαγχολία του διοχετεύθηκε και αποτυπώθηκε σε κορυφαία, εκπληκτικά κομμάτια των Fab Four.

Δεν συνέθετε επιτυχίες με το τσουβάλι, ωστόσο σε κάθε LP των Beatles είχε την παρουσία του με προσωπικές συνθέσεις, lead vocals – ήταν ο άνθρωπος που κρατούσε τα μπόσικα… εγκεφαλικά και απέριττα. Έχεις ακούσει το In Spite of all the Danger (1η ηχογραφημένη σύνθεσή του από το 1958 με τους Quarrymen Πωλ – Τζορτζ – Τζον); Ή το Don’t bother me (With the Beatles, 1963), ή το While my guitar gently weeps (θα έγραφε ποτέ κακός άνθρωπος τέτοιο κομμάτι;), ή το Taxman (Revolver, 1966) κ.ο.κ.

(Να και το αγαπημένο μου κομμάτι του Τζορτζ: http://www.youtube.com/watch?v=L8L7YIMyQok σε σπάνιο live στο Τόκυο, το 1966)

Όταν ο Τζορτζ έφυγε απ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο, πριν 10 χρόνια, ήμουν μεταξύ Βερολίνου και Βρυξελλών. Στη συνοριακή γερμανική πόλη, μάζευα τα τελευταία πράγματα για τη μετακόμιση προς Βέλγιο και νέες περιπέτειες, όταν άκουσα στο ραδιόφωνο την είδηση. Να σου πω ότι έκλαψα; Το έκανα, γιατί “έφυγε” ένα κομμάτι όλων μας, όσων εντρύφησαν στους Beatles, ρούφηξαν την ανεμελιά τους και διαμόρφωσαν χαρακτήρα με τη μουσική τους. Και ξέρεις, άλλο Beatles, άλλο Stones. Το θέμα το έχουμε εξαντλήσει τόσα χρόνια στα πατάρια…

Δέκα χρόνια μετά το θάνατό του, επιτέλους προβάλλεται το long-awaited ντοκιμαντέρ του Scorsese ς http://www.fr-online.de/panorama/george-harrison-film-von-martin-scorcese-eine-schatztruhe-voller-leben,1472782,11214502.html

Πάντα Τζορτζ μέσα μου…

The Cramps – Human Fly (Vengeance Rec,1978)

http://www.youtube.com/watch?v=WPOVmWzeqEo

 

 

 

 

 

 

“When life itself seems lunatic, who knows where madness lies? Perhaps to be too practical is madness. To surrender dreams this may be madness. To seek treasure where there is only trash. Too much sanity may be madness. And maddest of all, to see life as it is and not as it should be”.

–Don Quixote, The Man of La Mancha

Best Coast – When I’m with you (2009!!!)

Ξενοιασιά είπες; Αγνό ροκ εντ ρολ σου κάνει; Να θυμηθούμε ξανά; Back to basics λοιπόν…

http://www.youtube.com/watch?v=sfOxYk2rQ3k

Η μπάντα είναι new, καλιφορνέζικη από L.A, ταγμένη στα early ’60ς. Ακόμη και το έμπειρο αυτί δυσκολεύεται να πειστεί ότι ο ήχος, η παραγωγή και η εκφραστική δεινότητα του γκρουπ δεν προέρχονται από μια χαμένη και θαμένη μπάντα του ’63 που μόλις ανακαλύφθηκε σε κάποιο σκονισμένο υπόγειο. Και το κλιπάκι original ’60ς, real και φανταστικό, αποτυπώνει το ζητούμενο όλων μας: Λίγη ξενοιασιά, ανεμελιά…

e.e cummings poetry + Harlem Nocturne by New York Ska-Jazz Ensemble

“The three saddest things are the ill wanting to be well, the poor wanting to be rich, and the constant traveler saying ‘anywhere but here’.”
“Unbeing dead isn’t being alive.”
“somewhere i have never traveled, gladly beyond any experience, your eyes have their silence; in your most frail gesture are things which enclose me, or which i cannot touch because they are too near”
e.e cummings

The Kravin A’s – High time (Medway, U.K, 1988)

http://www.youtube.com/watch?v=AV5QdYGjlFU

Great moody british sound…

Formed in late 1987 The Kravin’ A’s was Bruce Brand’s post Milkshakes vehicle where the former drummer now found himself dusting off his Fender Telecaster and Vox AC30 to perform some annoyingly fine garage guitar playing! Along for the ride were former Offbeat(later Goodchilde and Groovy Uncle) Glenn Prangnell, ex- Daggerman(later Goodchilde, Sergeants Mess and Buff Medway’s) Jon Barker and former Thee Mighty Caesar Johnny Gawen.

The Kravin’A’s recorded one album in February 1988 which remained unreleased until Billy Childish put it out on his Hangman label in 1991 on vinyl.

Arthur Schnitzler – Sterben (1892) – Reclam, 2006, S.76.

Wo ist sie, wo ist sie? Er hielt es im Bett kaum aus, aber er wagte es doch nicht, aufzustehen. Plötzlich fuhr es ihm durch den Kopf: Am Ende ist sie auf und davon! Sie will ihn allein lassen, für immer allein. Sie erträgt das Leben an seiner Seite nicht mehr. Sie fürchtet sich vor ihm. Sie hat in seinen Gedanken gelesen. Oder er hat einmal im Schlaf gesprochen und hat es laut gesagt, was immerwährend in der Tiefe seines Bewußtseins ruht, auch wenn er es tagelang selbst nicht deutlich faßt. Und sie w i l l eben nicht mit ihm sterben. Die Gedanken jagten durch sein Hirn. Das Fieber war da, das allabendlich zu kommen pflegte. Er hat ihr schon so lange kein freundliches Wort gesagt, vielleicht ist es nur das! Er hat sie mit seinen Launen gequält, mit seinem mißtrauischen Blicke, mit seinen bitteren Reden, und sie brauchte Dankbarkeit! – Nein, nein nur Gerechtigkeit! Oh! wenn sie nur da wäre! Er muß sie haben! Mit brennendem Schmerze erkennt er es: er kann sie nicht entbehren. Er wird ihr alles abbitten, wenn es sein muß. Er wird wieder zärtliche Augen auf ihr ruhen lassen und Worte tiefer Innigkeit für sie finden. Er wird durch keine Silbe verraten, daß er leidet. Er wird lächeln, wenn es sich ihm schwer auf die Brust legt. Er wird ihr die Hand küssen, wenn er nach Atem ringt. Er wird ihr erzählen, daß er Unsinn träumt, und was sie ihn im Schlafe reden hört, seien Fieberphantasieren. Und er wird ihr schwören, daß er sie anbetet, daß er ihr ein langes, glückliches Leben gönnt, wünscht; sie soll nur bei ihm bleiben bis zuletzt, nur von seinem Bette soll sie nicht weichen, nicht allein sterben darf sie ihn lassen. Er wird ja der entsetzlichen Stunde in Weisheit und Frieden entgegensehen, wenn er nur weiß, daß s i e bei ihm ist! Und diese Stunde kann so bald kommen, jeden Tag kann sie kommen. Darum muß sie bei ihm sein; denn er hat Angst, wenn er ohne sie ist.

* Dieses frühe Schnitzlersche Werk wurde von Oktober bis Dezember 1894 in der Neuen Deutschen Rundschau abgedrückt und erschien 1895 als Buchausgabe bei S. Fischer.