Archive | March 2012

Ευσπλαχνία

Γεμίζει χαρά η καρδιά μου που η άνοιξη μεταφέρει το μήνυμα της νέας ζωής. 

Στέκομαι, ωστόσο, αλληλέγγυος με το χιόνι που λιώνει. 

(Ηλιόλουστος, σαββατιάτικος Βόλος, σε θέση βολής η κορυφογραμμή του αγαπημένου Πηλίου).

Advertisements

Love Conquers All – The Evil “I” (Frog Rec. Lingleston, Pennsylvania,1966)

Judging by the sound this outfit were ahead of their time, since their 45” ‘Love Conquers All’/’Can’t Live Without You’ (Frog Records FR-02) was released in December, 1966!

They were from Lingleston, PA, a town located about 10 minutes north of Harrisburg. Wherever they were from it’s safe to say that The Evil I were probably unknown outside of their domain and cast as outsiders within.

‘Love Conquers All’ is laced with fluid acid lead guitar and loner, moody vocals. The ‘singer’ sounds like he’s in a psychotic trance from an overdose of peyote or other chemicals. Very laid back psych greatness.

Listen: http://www.youtube.com/watch?v=3ks7ngNxozA&feature=results_video&playnext=1&list=PLBCD1CECBA4815E66

Franz Hessel – Heimliches Berlin (1927) Lilienfeld Verlag, 2012, S. 105-106

[Ο Franz Hessel είναι ένας σημαντικός ξεχασμένος γερμανός συγγραφέας, μεταφραστής και πλάνης. Μποέμ του Βερολίνου, του Μονάχου και των Παρισίων, τα καλύτερα μέρη στην καλύτερη εποχή τους (roaring 20’s) και προσωπικός φίλος του Walter Benjamin, ήταν εκείνος που άνοιγε την ομπρέλα στο Kurfürstendamm, όταν έβρεχε στο Champs-Élysées. Πιο γνωστός είναι για το γεγονός ότι το έπος της Nouvelle Vague, “Jules et Jim” του Τρυφώ (1962), βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Henri-Pierre Roché, εξιστορεί την προσωπική του βιογραφία, το ερωτικό τρίγωνο Roché (Jim), Hessel (Jules), Helen (Catherine), σύζυγο του Hessel, ιστορία που ξεκίνησε στο Παρίσι το 1906 και διακόπηκε απότομα το 1933. Το Heimliches Berlin μας μεταφέρει στην ατμόσφαιρα του “μυστικού” Βερολίνου των ’20ς]. 

“Du bist schon frei, Clemens, schon jenseits. Aber ich-”

“Nicht jenseits, ich bin mittendrin, nur weiß ich, daß alles Gegebene schon Erinnerung ist; darüber zu trauern oder zu frohlocken, bleibt uns überlassen, aber wir müssen es hinnehmen und können es genießen. Auch du! Geh doch um die Dämmerzeit durch die Straßen, sieh die blassen heimkehrenden Geschäftsmädchen, Burschen, die nebeneinander radeln und dabei ihre Arme kreuzen, Kinder beim letzten seligen Spiel, ehe ins Haus gerufen werden. Spüre das Abendfieber der wunderlich kleinstädtischen Großstadt in dem späten Rot hinter den Hochbahnbögen. Lerne spielend das Grausen von Inschriften an Hauseingängen: Zimmer für Tage, Monate und Wochen, Institut für funktionelle und seelische Störungen, Suggestion von zehn bis sechs, Haarwuchs, Lebensversicherung, Beinleiden, Frachtverwertung, Höhensonne in Kräuterbädern, Seitenflügel rechts, giftfreies Verfahren, Leichentransport an alle Orte der Welt, Preßluft, Briefmarkenexpertise, Müllereibedarf. Ist das nicht Quintessenz? Geh in die Vorstädte, sieh Väter säen neben dünnen Lauben, Kinder auf braunen Sand. Geh mit Bahnsteigbillett zu den Fernzügen Wieviel Pracht und Elend und Schicksal von Warschau nach Paris, von Stockholm nach Rom. Und die Züge mit Ferienkindern, am Fenster die mageren Girlanden der Ärmchen. Rede berlinisch mit Trambahnschaffnern über Politik und Gewerkschaften, geh in die Abendversammlungen der Heilsarmee. Das Leben ist überall für dich da, gratis zu jeder Tageszeit, nur laß dich nicht ein, genieße alles, besitze nichts. Besitz beraubt”.

Μακρονήσια και Γυάρος για τους μετανάστες

Η αφόρητη κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο έχει μετατραπεί σε γκέτο, αφενός είναι αστείο να καταλογίζεται γενικώς και αορίστως στους μετανάστες (λ.χ. τα εκατοντάδες πρεζόνια του Μουσείου και του Πνευματικού Κέντρου στη Νομική -άλλο συνώνυμο της χρεοκοπίας των κρατικών δομών απεξάρτησης – δεν έχω την εικόνα ότι είναι μαύροι και πακιστανοί), αφετέρου δεν δύναται να αποτελεί άλλοθι και πρόσχημα για την επιβολή και εφαρμογή αυταρχικών, δρακόντειων μέτρων επί δικαίων και αδίκων που έχουν την ατυχία να διαβιούν (προσωρινά ή μη) στην Ελλάδα έχοντας διαφορετικό χρώμα ή υπηκοότητα.

Χωρίς καμιά προετοιμασία, σχέδιο και πνεύμα ανθρωπισμού, σε μια εποχή που οι μετανάστες συνιστούν εύκολους κινούμενους στόχους παρακρατικών, πολιτοφυλακών, ακροδεξιών ρατσιστών, ο Χρυσοχοΐδης προωθεί βίαια μέτρα εκτόπισης, εξαφάνισης και εγκλεισμού αλλοδαπών συνανθρώπων σε εγκαταλελειμένα στρατόπεδα και παρατημένα εργοστάσια στο πουθενά.

Με περισσή υποκρισία, οι βίαιες επιχειρήσεις “εκκαθάρισης” του κέντρου, βαπτίζονται “σκούπα”. Εγώ ξέρω ότι αυτό λέγεται Πογκρόμ. Αναφέρεται ο υπουργός ΠΡΟ.ΠΟ σε 1 εκατομμύριο λαθραίους στην Αθήνα, ενώ τούτος περίπου είναι ο συνολικός αριθμός μεταναστών στη χώρα. (Σύμφωνα με την Eurostat, ο πληθυσμός των μεταναστών που διαβιούσαν το 2008 στην Ελλάδα έφτανε τις 906.000 χιλιάδες. Παλαιότερη έκθεση του ΕΛΙΑΜΕΠ τους υπολογίζει σε 850.000 «νόμιμους» και 200.000 «παράτυπους». Πρόσφατη μελέτη τού, φιλικού προς τη Ν.Δ., Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής, με τίτλο «Εκτίμηση όγκου αλλοδαπών που διαμένουν παράνομα στην Ελλάδα» (2009) καταλήγει στην εκτίμηση «από 172.250 έως 209.402 χιλιάδες»). Από πού προκύπτουν τα στοιχεία του Χρυσοχοΐδη και ποια η σκοπιμότητα αυτής της ανεύθυνης κινδυνολογίας;

Ομιλεί για δημιουργία κλειστών χώρων φιλοξενίας “με ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης όπου θα υπάρχει στέγη, τροφή, άθληση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη αλλά και λατρευτικοί χώροι για τους μετανάστες. Οι χώροι αυτοί θα έχουν διπλή περίφραξη. Έτσι, μετά από δύο με τρεις μήνες οι παράνομοι μετανάστες θα φεύγουν από αυτούς τους χώρους με αεροπορικό εισιτήριο και χαρτζιλίκι αλλά με αποκλειστικό προορισμό την πατρίδα τους”.

Αν είναι τόσο ιδανικά, να πάμε κι εμείς. Δεν είναι όμως. Είναι εκτόπιση, φυλάκιση και εγκλεισμός σε στρατόπεδα – υγειονομικές βόμβες – χωρίς υποδομές, ποινικών, αιτούντων άσυλο, ανηλίκων, οικογενειών (όποιοι δηλ. πέσουν στα χέρια της ΕΛΑΣ), με διπλή περίφραξη, χωρίς δικαιώματα, απασχόληση, μέλλον και με τη μόνιμη απειλή επιστροφής στις εστίες τους, όπου πολλοί απ’ αυτούς κινδυνεύουν. Για το αν “θα φεύγουν μετά από δύο-τρεις μήνες”, έχουμε σοβαρές επιφυλάξεις, καθώς οι πρεσβείες όσων είναι εφικτό να διαπιστωθεί η υπηκοότητα, δεν είναι σίγουρο ότι θα συνεργαστούν στη διαδικασία επαναπροώθησης. Έτσι, ο κάθε Χρυσοχοΐδης θα τους κρατάει πάνω από 3 μήνες παράνομα και εγκληματικά στους ιδιότυπους τόπους εξορίας ή θα αναγκάζεται υπό την πίεση καταγγελιών ανθρωπιστικών οργανώσεων και καταδικών διεθνών οργανισμών να τους αφήνει, μετά το τρίμηνο, ελεύθερους.

Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει από μετανάστες, οι οποίοι με την ενεργό παρουσία τους και τη δουλειά τους συμβάλλουν καθοριστικά σε βασικούς τομείς της οικονομίας, πέφτοντας πολλές φορές μάλιστα θύματα άγριας ταξικής εκμετάλλευσης από «ευυπόληπτους» εργοδότες. Οι μετανάστες δεν είναι εχθροί μας. Εχθρός είναι η πολιτική της ανεργίας και της ανασφάλιστης εργασίας για έλληνες και μετανάστες, η πολιτική του αυταρχισμού, της καταστολής και της περιστολής των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων.

Το κράτος από τις αρχές του ’90, ελλείψει νομοθετικού πλαισίου, προσέγγισε στρεβλά, φοβικά και αποσπασματικά το φαινόμενο της μετανάστευσης. Σήμερα που η ελληνική μεταναστευτική πολιτική τελεί υπό ένα περισσότερο συνεκτικό νομοθετικό πλαίσιο, τα προβλήματα των μεταναστών, προβλήματα δύσκολα και σύνθετα, διαιωνίζονται διότι λείπει η πολιτική βούληση να αντιμετωπιστούν με σοβαρότητα και γενναιοδωρία, όπως αρμόζει σε μια σύγχρονη, δημοκρατική και οργανωμένη πολιτεία.

Ο απαράδεκτος Χρυσοχοΐδης “ανακαλύπτει” ένα θέμα που φυσικά δεν λύνεται με αυταρχισμό, άζαξ για τα τζάμια και αστυνομικά/στρατιωτικά μέτρα, το αναδεικνύει σε κεντρικό προεκλογικό, κάνει, ανεύθυνα, προσωπική, ανέξοδη, καμπάνια εκμεταλλευόμενος την γενική ανασφάλεια μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων και χύνει νερό στο αυλάκι της δυσανεξίας και του ρατσισμού.

Ας του υπενθυμίσουμε ότι ο ρατσισμός και η ξενοφοβία αντιστρατεύονται ευθέως τις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και του κράτους δικαίου. Σ’ αυτό το αίσχος είμαστε απέναντι.

Αντίο Γιάννη Μπανιά

Η αριστερά από χθες το βράδυ έγινε φτωχώτερη. Ο θαυμάσιος άνθρωπος, ο σεμνός και ανιδιοτελής αγωνιστής της ανανεωτικής αριστεράς, ο Γιάννης Μπανιάς, έχασε χθες το βράδυ τη μάχη με την αρρώστια που τον χτύπησε.

Αισθάνομαι βαθιά θλίψη και οδύνη για την απώλεια του Γιάννη, με τον οποίο συμπορεύτηκα, συνεργάστηκα και μοιράστηκα οράματα και αγωνίες. 

Τα συλληπητήριά μου στους οικείους του, στους συντρόφους της ΑΚΟΑ και στους φίλους μου από την “Εποχή”.

Ο Γ.Ν. Παπανικολάου για την Ελλάδα (αντί σχολίου για την 6η Μαΐου)

Αντί σχολίου, τώρα που η εκλογική αναμέτρηση “κλειδώνει” για τις 6 Μαΐου… Το διακύβευμα των πρόωρων εκλογών; Ο αποπροσανατολισμός; Η εκτόνωση; Το ξεκαύλωμα; Τι; Για τον Ιούνιο θα μας πουν;

Το ζητούμενο είναι αυτό που ο Γ. Ν. Παπανικολάου “διέγνωσε” για την Ελλάδα, σχεδόν εκατό χρόνια πριν, το 1915, και δυστυχώς ισχύει με το παραπάνω σήμερα.

“Αν έρθω στην Ελλάδα φοβάμαι ότι θα χαθώ. Ο Αμερικάνος ή ο Ευρωπαίος, όταν του πω ότι είμαι επιστήμων και δεν κάμνω τίποτα άλλο από το να ερευνώ, με θεωρεί όχι μόνο ως χρήσιμο στοιχείο αλλά ως κάτι ανώτερο από τους κοινούς ανθρώπους. Ο Έλλην με θεωρεί απεναντίας ως ένα άχρηστο ον, και όχι μόνο άχρηστον αλλά και επικίνδυνον. Αυτή είναι η εικόνα ενός κράτους σάπιου, ανίκανου να δημιουργήσει κάτι τι και να συνεισφέρει στη γενική πρόοδο της ανθρωπότητας. Όλα ξένα, όλα κλεμένα. Όλα κατά μίμησην. Δεν είναι ντροπή;”

George Tsongas (a great San Franciscan poet)

Ο George Tsongas, ένας ελάχιστα γνωστός ποιητής στην Ελλάδα, αποτελεί ορόσημο της λογοτεχνικής σκηνής του San Francisco. Μολονότι θεωρείται, μάλλον αυθαίρετα, beat ποιητής λόγω της αρχικής φιλίας του με μετέπειτα μπητ σταρς (Γκινσμπεργκ, Φερλινγκέτι), αλλά και της δράσης και του τρόπου ζωής του, εμείς δεν θα τον ταξινομήσουμε, καθώς θεωρούσε τον εαυτό του Non-Beat, αποκαλούσε τη γνωστή “παρέα” κοπάδι και σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις (2008) απαντούσε σχετικώς ότι έβρισκε χυδαίο τον τρόπο ζωής των μπητ ποιητών και τους ίδιους όχι τόσο μεγαλοφυείς, όσο πρόβαλλαν τους εαυτούς τους.

Ο Tsongas (1926 – 2010) έζησε για πάνω από 60 χρόνια στο San Francisco και μέχρι το τέλος ζούσε σε ένα μικρό δυαράκι γράφοντας στην παλιά Olivetti του. Γεννημένος στο Long Island της Νέας Υόρκης από έλληνες μετανάστες γονείς, μοναχογιός και ξάδελφος του γερουσιαστή Paul Tsongas της Μασσαχουσσέτης, εγκαταστάθηκε στο San Francisco το 1948, αφού προηγουμένως γύρισε με οτο-στοπ ολόκληρη την Βόρεια Αμερική με σκοπό να παρατηρήσει το “πώς ζουν οι άνθρωποι, πράγμα απαραίτητο προκειμένου να δεις ποιος είσαι και πού βρίσκεσαι”. 

Φτάνοντας στην Καλιφόρνια, εργάστηκε στα ναυπηγεία, σκούπισε τους δρόμους του S.F και υιοθέτησε έναν τρόπο ζωής απλό, ο οποίος διεπόταν από τη γραφή και την περιπλάνηση. “Λίγοι υπήρξαν ικανοί να κάνουν, ό,τι έκανα και να παραμείνουν ο εαυτός τους”, έλεγε δείχνοντας προς την πλευρά εκείνων των ποιητών, τους οποίους θεωρούσε “fame worshippers”.

Θεωρείται ο Tsongas πρωτοπόρος των γραμμάτων της περιοχής του North Beach, ένας ποιητής με αριστερές και ουμανιστικές απόψεις, ο οποίος συνέβαλε τα μέγιστα στην αναγέννηση της ποίησης του San Francisco τη δεκαετία του ’50. Ας σημειώσουμε επίσης, ότι υπήρξε συνιδρυτής της San Francisco Oracle, της εναλλακτικής εφημερίδας που, αργότερα, έγινε αναπόσπαστο κομμάτι του χίππικου και αντιπολεμικού κινήματος του Haight Ashbury. Ο ρόλος του ποιητή κρυβόταν πίσω από τη φράση του: “envisioning a future that goes beyond annihilation”. O Tsongas απεχθανόταν τα τηλέφωνα και τα ηλεκτρονικά μέσα. Για να τον συναντήσει κάποιος, έπρεπε να αφήσει το σημείωμά του στο αγαπημένο του μπαρ, στο οποίο πήγαινε καθημερινώς μέχρι την τελευταία του ημέρα, το Caffe Trieste. Σ’ αυτό το στέκι άλλωστε αφιέρωσε το πιο γνωστό του έργο, το “The Trieste Chronicles”.  

Ακολουθούν τέσσερα ποιήματα του George Tsongas:

san francisco

i live
at the gates
of the pacific
i’m familiar
with the winds
the tides
‘n
the sun
that sets
in the far east
west of here

coyote

to be
a poet
you must
be a trickster

a coyote

in the best
indian sense

a retrospective

once we
understand
that most human

endeavor is farcical

we can begin
our reconciliation
with the earth

notes: thursday, 9:30 p.m., 2.5.98

athens

a frenetic city
where chaoses
endless possibilities
open at your feet, and
the hot water fails those
who need it most