Archive | June 2012

Stendhal: Το κόκκινο και το μαύρο (1830), Πάπυρος, 2009, σελ.87.

Σαν τον Ηρακλή δίσταζε, όχι ανάμεσα στην κακία και την αρετή, αλλά ανάμεσα στη μετριότητα, που θα τη συνόδευε μια εξασφαλισμένη ευμάρεια, και τα ηρωϊκά όνειρα της νιότης του. “Μου λείπει λοιπόν η πραγματική σταθερότητα” έλεγε και ξαναέλεγε μέσα του. Κι η αμφιβολία αυτή τον πλήγωνε περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα. “Δεν είμαι από την πάστα εκείνη που πλάθονται οι μεγάλοι άντρες, αφού φοβάμαι πως οκτώ χρόνια που θα περάσω κερδίζοντας το ψωμί μου θα μου στερέψουν την εξαίσια αυτή δύναμη που οδηγεί στα μεγάλα και ασυνήθιστα κατορθώματα”.

Advertisements

Τα μπαγκάζια

Ο ένας μετά τον άλλο οι φίλοι μου απολύονται, χάνουν τη δουλειά τους κι όσοι εργάζονται ακόμη, το πράττουν υπό συνθήκες αβεβαιότητας και με ημερομηνία λήξης. Τι να απαντήσω στον καλό και άξιο αδελφικό φίλο που μου γράφει και μου ξαναγράφει “HELP”;

Στην αρχή δεν το πήραν στα σοβαρά. Δεν ήξεραν τι σημαίνει κρίση. Πίστευαν ότι θα ζοριστούμε λίγο και έπειτα θα επανέλθουμε στον πρότερο έντιμο βίο. Θυμάστε τον Παπακωνσταντίνου να μας λέει ότι περί τα τέλη του 2011 θα εξέλθουμε από το τούνελ; Και πόσους άλλους… Κατόπιν τα συναισθήματα ήταν αμηχανία, παθητικότητα και μοιρολατρεία. Σήμερα, όλοι και όλα καταρρέουν εν πλήρη συνειδήσει του αναπόφευκτου.

Μέσα στην απόγνωση θαυμάζω όσους βυθίζονται με το κεφάλι ψηλά, με αξιοπρέπεια. Φτύνουν στα μούτρα το σκοτάδι. Κι αυτό με συγκλονίζει, διότι το ίδιο βλέπω σε όλους σχεδόν τους φίλους που έχασαν τη γη κάτω από τα πόδια τους.

“Τελείωσε η τρομοκρατία του δουλεύω – δεν δουλεύω” μου λένε…”τόσοι μήνες στον αέρα”, “τόσο ψυχοφθόρο να μην ξέρεις τι θα σου ξημερώσει…ε, τώρα γνωρίζω τουλάχιστον ότι δεν δουλεύω”…. Και έτσι ενεργοποιούνται τα αποκοιμισμένα σημαντικότερα συστατικά του ανθρώπου: Το ένστικτο επιβίωσης, η δημιουργικότητα, η φαντασία. Και πάμε παρακάτω…με αισιοδοξία και αποφασιστικότητα…και αν δεν μας θέλετε, η βαλίτσα είναι έτοιμη

Μιλάω για τη γενιά μου. Το τραγικότερο με εμάς τους ανάμεσα στα 25 και 40 (με τις γλώσσες, τα μεταπτυχιακά, τα διδακτορικά, τα εξωτερικά και το λαμπρό μέλλον που μας τάζανε για να διαβάζουμε) είναι ότι έσκασε στο πρόσωπό μας ο παραλογισμός του νέου ελληνικού κράτους που εδράστηκε στους πυλώνες “κράτος – λάφυρο”, ”ρουσφέτι”, ”μικρομεγαλισμός”  και στη σκατονοοτροπία του υποανάπτυκτου ιθαγενούς που καμώνεται πώς ανήκει στην Εσπερία (με τα μυαλά ανατολίτη). (Ιστορικά απολύτως ευεξήγητο, αλλά δεν είναι της ώρας)…

Είμαστε η γενιά των losers και πάμε άκλαφτοι. Γενιά ευνουχισμένη, παθητική, χωρίς αντισώματα, μεγαλωμένη με άλλα πρότυπα, ρυθμισμένη για άλλα πράγματα, χωρίς να φταίει, χωρίς όραμα, χωρίς να ξέρει να διεκδικεί, ουδέποτε θα πάρει τα ηνία της επιστήμης, των γραμμάτων, της πολιτικής, της οικονομίας στα χέρια της για να δοκιμαστεί και να πάει το καράβι ένα κομμάτι παραπέρα.

Θα συνεχίσει η ανάδελφη Ελλάς με τους 60άρηδες, μ’ αυτούς τους γενετικά τροποποιημένους της γενιάς του Πολυτεχνείου, το δικομματισμό, τους φανατικούς χριστιανούς, τους νταήδες, τη σαπίλα των ΜΜΕ και τους σκυλάδες μέχρι τελικής πτώσεως. Και η καρδιά των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας, η γενιά μας, με τα πτυχία και την τεχνολογία στα χέρια της, δεν θα χτυπήσει, όπως ήδη χτυπάει σε άλλους τόπους που μιλάνε λιγότερο και συνεννούνται περισσότερο. Καταδικαζόμαστε, διότι δεν γίναμε πατροκτόνοι όταν έπρεπε! Ας ελπίσουμε ότι θα γίνουν πατροκτόνοι, οι επερχόμενοι, τα παιδιά μας.

Υ.Γ 1 Όλα τα φιλαράκια μου είναι μάγκες και θα τα καταφέρουν. Οι βαλίτσες είναι έτοιμες, κουφάλες.

Υ.Γ 2 Σε σχετικές συζητήσεις που ακούω εδώ κι εκεί, πολλοί λένε είτε από υπερηφάνια και αρχές, είτε από γινάτι ότι: “εγώ εδώ θα μείνω, ό,τι και να γίνει, δεν θα αφήσω τον τόπο μου, δεν τον παραχωρώ”. Εγώ δεν το λέω αυτό. Σακίδιο και χάρτης πάντα ετοιμοπόλεμα και ο δρόμος απέραντος. Αλλιώς, τι Lanstreicher (= πλάνης, περιπλανώμενος, hobo, rolling stone, tramp, landloper) θα ήμουν. Όποιος θέλει, μένει, υπάρχουν και αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια.

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στις 9.11.2011 στο derlandstreicher.wordpress.com.  Με ελάχιστες αλλαγές και διορθώσεις αναδημοσιεύεται στις 29.6.2012. Και στις δύο περιπτώσεις τους συλλογισμούς του γράφοντος διέκοπτε η θέαση των ευρωπαϊκών πρεσβειών από το παράθυρό του.

Τίγρης

Ένας άγγλος ταξιδιώτης διηγείται πως ζούσε, με πολλή οικειότητα, μαζί με μια τίγρη. Την είχε μεγαλώσει και τη χάιδευε, μα πάντα στο τραπέζι του βρισκόταν ένα πιστόλι γεμάτο.

Στούρνοι και Στουρνάρας

Δεν σας φαίνεται κι εσάς ότι πολύ “στο χαλαρό” το ξεκινάει η κυβέρνηση; Δεν σας θυμίζει ρυθμούς δημοσίου κάποιο νωχελικό αυγουστιάτικο μεσημέρι; Σας ακούγεται σαν ασυγχρόνιστη ορχήστρα; Και δεν φέρνει λίγο από την εθνική ομάδα της Τζαμάικα στους Χειμερινούς Αγώνες του Κάλγκαρι; (ευκαιρία να ξαναδούμε το Cool Runnings)

Κόσμος πάει κι έρχεται με χαρακτηριστική άνεση.  Άλλος μπαίνει (Στουρνάρας), άλλοι βγαίνουν (Ράπανος, Βερνίκος) και μέσα σε μια εβδομάδα χάνεται το δεύτερο μέλος του υπουργικού συμβουλίου πριν καν τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης. Ξοδεύεται σπάταλα χρόνος και αξιοπιστία, όπως γράφαμε και χθες, καθώς άλλος παραιτείται προτού ορκιστεί (και αυτός ο “άλλος” κάθε άλλο παρά τυχαίος ήταν ως προαλειφόμενος για το νευραλγικό πόστο του Υπουργού Οικονομικών) και άλλος εξωθείται σε παραίτηση έπειτα από καταγγελία του ΣΥΡΙΖΑ, διότι υπήρχε ασυμβίβαστο με τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και τη συμμετοχή του σε εξωχώρια (offshore) εταιρεία.

Είναι εξαιρετικά δυσάρεστη η διαπίστωση εξόφθαλμων ερασιτεχνισμών και προχειρότητας σε μια χρονική καμπή, κατά την οποία τα λάθη απαγορεύονται. Εύλογα ερωτήματα προκύπτουν: Γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει περίοδος χάριτος και ανοχή από κανέναν, πας να φτιάξεις μια dream team για να δώσει τη μητέρα όλων των μαχών και έχεις σαράντα μέρες (το διάστημα μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων, καθώς το σενάριο για τρικομματική κυβέρνηση εθνικής συνεννόησης ήταν ισχυρότατο) για να επιλέξεις τους καλύτερους. Τι προεργασία έγινε ώστε η ομάδα να συγκροτηθεί άμεσα και να λειτουργήσει εύρυθμα από την αρχή; Πώς είναι δυνατόν να μην ετέθησαν τα ζητήματα υγείας, τα ασυμβίβαστα στις βολιδοσκοπήσεις; Θα ανακύψουν κι άλλα παρόμοια;

Δεν υπάρχει ούτε μια μέρα για χάσιμο. Οι κυβερνώντες ας βρουν τάχιστα το βηματισμό τους και ας πράξουν τα δέοντα, ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω γκάφες και δυσλειτουργίες. Σε διαφορετική περίπτωση, θα γυρίσουμε από πολλές απόψεις βίαια και όχι νοσταλγικά στο μακρινό 1959 και θα βλέπουμε την ταινία “Στουρνάρα 288” με τον Παπαγιαννόπουλο και τον Μακρή, εμπλουτίζοντας με κωμικά στοιχεία το σύγχρονο δράμα μας.

Δες:  http://www.youtube.com/watch?v=ALOj88yC2GM

Ο βουλευτής “Καλοχαιρέτας” από την κλασική κωμικοτραγική ταινία “Στουρνάρα 288¨ του Ντίνου Δημόπουλου, βασισμένη στο θεατρικό των Τραϊφόρου, Βασιλειάδη. 

Ελλαδάρα, τρέλανέ τους όλους!

Τους τρελάναμε μια: Στις 7 Απριλίου, όταν πήγαμε σε πρόωρες εκλογές και κλείσαμε, κλειδαμπαρώσαμε το μαγαζί. Το timing ήταν το χειρότερο δυνατό: Με καθυστέρηση δύο ετών από την πρώτη δανειακή σύμβαση, τότε δηλαδή που έπρεπε να πάμε σε κυβέρνηση εθνικής συνεννόησης on-time, και αμέσως μετά την υπογραφή του δεύτερου μνημονίου και ένα βήμα πριν από τον Γολγοθά των μέτρων του καλοκαιριού. Όταν έπρεπε να δουλέψουμε. Σταματήσαμε την προσπάθεια στη μέση, στείλαμε σπίτι του τον Παπαδήμο, βάλαμε τη Χρυσή Αυγή στη Βουλή, δώσαμε και ένα 27% υπεύθυνης αντιπολίτευσης στο ΣΥΡΙΖΑ, για ποιο λόγο; Γιατί αρχικά οι κ.κ. Σαμαράς και Βενιζέλος νόμισαν ότι έτσι θα σώσουν τα κόμματά τους και την παρτίδα τους, όχι την πατρίδα τους.

Τους τρελάναμε δύο: Από τις 7 Μαΐου και μετά: Κάναμε εκλογές, δεν κάναμε κυβέρνηση, διότι οι κ.κ. Σαμαράς και Τσίπρας δεν ήθελαν, ξανακάναμε εκλογές, ήρθαν τα ίδια αποτελέσματα, κάναμε κυβέρνηση. Σπαταλήσαμε χρόνο, χρήμα και κυρίως τα τελευταία αποθέματα αξιοπιστίας και σοβαρότητας.

Τους τρελάναμε τρεις και τέσσερις και πέντε: Στις 20 Ιουνίου αποκτήσαμε κυβέρνηση τριών αστέρων. Επιτέλους! Μηνύματα συγκρατημένης αισιοδοξίας από το εξωτερικό ήταν η ταπεινή προίκα της. Έκτοτε όμως: 1) Οι δύο εκ των τριών αρχηγών, στηρίζουν αλλά δεν συμμετέχουν με ενεργά πολιτικά στελέχη στην κυβέρνηση (με ευθύνη του ΠΑΣΟΚ), με συνέπεια η απόχρωσή της να είναι το βαθύ μπλε και η ελπίδα για dream team να μην επαληθεύεται. 2) Τα προβλήματα υγείας του πρωθυπουργού και του παραιτηθέντος υπουργού Οικονομικών, αν και αστάθμητοι παράγοντες, εντείνουν την αίσθηση αναβολής και καθυστέρησης που εκπέμπει η Αθήνα. Ο υπουργός αναζητείται, η νέα Βουλή περιμένει να ορκιστεί και οι καιροί απαιτούν δουλειά υψηλής απόδοσης και σκανδιναβικής αποτελεσματικότητας μεσούντος του ελληνικού θέρους των 40 βαθμών. 3 ) Οι παλινωδίες και οι διπλωματικές γκάφες (του πρωθυπουργικού γραφείου) στο θέμα της αντικατάστασης του πρωθυπουργού στην κρίσιμη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών συμπληρώνουν την εικόνα ενός failed state σε όλους τους τομείς. Πρωτοετής φοιτητής πολιτικών επιστημών γνωρίζει ότι σε Συνόδους Κορυφής συμμετέχουν μόνο αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων. Συμπέρασμα: Καλές προθέσεις μπορεί να υπάρχουν, ακόμη, ωστόσο, οι κυβερνώντες δεν έχουν μαζέψει τα μανίκια, δεν έχουν στρωθεί στη δουλειά και κάποιοι εταίροι και δανειστές αρχίζουν να χάνουν την υπομονή τους.

Μπορούμε να τους τρελάνουμε ολοκληρωτικά με μια ακόμη κίνηση ματ: Μετά την ορκωμοσία της εντός της εβδομάδας, η νέα Βουλή να ανακοινώσει ότι θα κλείσει αμέσως και θα αρχίσουν τα θερινά τμήματα, όπως άλλωστε κάθε χρόνο (έναρξη πρώτου θερινού τέλη Ιουνίου, λήξη τρίτου θερινού μέσα Οκτωβρίου). Έτσι μπορούμε να παρατείνουμε επί 6μηνο και βάλε το μονότονο βαλς της ραστώνης, της ανεμελιάς και ακυβερνησίας που μπορεί να εκνευρίζει τους άλλους, αλλά εμάς μας ξετρελαίνει.

Ιδεώδη

“Στους θαρραλέους και περήφανους χαρακτήρες τίποτα σχεδόν δεν χωρίζει το θυμό ενάντια στον ίδιο τον εαυτό τους απ’ την οργή ενάντια στους άλλους. Τα παράφορα ξεσπάσματα είναι στην περίπτωση αυτή, μια πολύ έντονη απόλαυση”, ισχυριζόταν ο ονειροπόλος μυθιστορηματικός ήρως Julien Sorel περί τα 1830. Η εποχή αναζητάει τους περήφανους και θαρραλέους της.

Charly Graf: ο μαύρος γερμανός μποξέρ που θα γινόταν ο Μοχάμεντ Αλι

Πώς γίνεται κανείς μποξέρ; Όταν π.χ. ένας πιτσιρίκος χωρίς πατέρα, αλλά με μητέρα, βλέπει να επισκέπτονται το σπίτι του διάφοροι άνδρες. Κι αυτός, κρυμμένος πίσω από μια κουρτίνα στο στενόχωρο σπίτι, ακούει τους ήχους που βγάζουν οι άγνωστοι άνδρες όταν είναι στο δωμάτιο με τη μητέρα του. Τότε σφίγγει τις γροθιές του, καθώς οι βρυχηθμοί των ανδρών ακούγονται σαν να χρειάζεται βοήθεια η μητέρα του.

Γιατί γίνεται κανείς μποξέρ; Υπάρχουν πολλές ιστορίες, οι οποίες εξηγούν τους λόγους για τους οποίους γίνεται κανείς μποξέρ. Όποιος πιστεύει ότι μποξέρ γίνεται εκείνος που που ονειρεύεται να αποκτήσει πλούτη ή δεν διάβασε αυτές τις ιστορίες ή δεν τις κατάλαβε. Το μποξ είναι η αντίδραση σ’ αυτό που αναστατώνει το “είναι”, στην εσωτερική πάλη, στη βουβή οργή.

Με συγκινεί το ερασιτεχνικό μποξ. Ειδικά η εποχή από το τέλος του 19ου ως τα μέσα του 20ου αιώνα. Οι άγνωστοι, άφραγκοι, άνεργοι μποξέρ των λιμανιών, των γκέτο, των κακόφημων γειτονιών. Οι ημιπαράνομοι αγώνες χωρίς προφυλάξεις σε ανεπαρκώς φωτισμένους χώρους – αποθήκες, τα στοιχήματα, ο ιδρώτας, η αδρεναλίνη, τα φαβορί, ο θρίαμβος και η πτώση, οι αφανείς ήρωες με το ορμέμφυτο της αυτοσυντήρησης και της φιλοδοξίας.

Θυμίζουν όλα αυτά αμερικανικά φιλμ νουάρ; Ναι, ωστόσο η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά σ’ όλο τον κόσμο, όπως π.χ. στο “εξωτικό” Μάνχαϊμ της Βόρειας – Βάδης Βυρτεμβέργης. Εκεί, το 1951 δίπλα στο Ρήνο, γεννιέται ο Τσάρλι Γκραφ, το παιδί πίσω από την κουρτίνα, σε μια κακόφημη φτωχική συνοικία της βιομηχανικής, επαρχιακής πόλης της Δυτικής Γερμανίας. Όλοι τον φωνάζουν “Neger” δίοτι έτσι αποκαλούσαν τότε ακόμα τους μαύρους. Ο μικρός ήταν γιος αμερικάνου στρατιώτη (Charles Blackwell), ο οποίος εγκατέλειψε τη γερμανίδα μάνα του (η νεαρή εργάτρια Elisabeth Graf). Δύσκολη κατάσταση για τον ‘ξωγαμο και μεγαλωμένο ως ξένο και απόβλητο Τσάρλι. Το μποξ τον βοηθάει, όχι γιατί δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα αλλιώς, αλλά γιατί τα καταφέρνει καλά, καλύτερα από κάθε άλλον.

Ο μικρός θα μπορούσε να γίνει σταρ, ο γερμανός Μοχάμετ Αλι, αλλά δεν έγινε ποτέ, διότι όποιος παλεύει στο ρινγκ, πρέπει να κρατιέται μακριά από τα θέλγητρα των πειρασμών που τον ζώνουν: τα στοιχήματα, τα εύκολα λεφτά, οι κούφιες υποσχέσεις πλουτισμού, τα ναρκωτικά, οι γυναίκες, η φήμη. Ο Τσάρλι δεν είχε αντιστάσεις. Νέος και αφελής, ήθελε να μάθει, να ζήσει, να απολαύσει. Βιαζόταν. Το 1969 στέφεται πρωταθλητής εφήβων στην άρση βαρών (κατηγορία μέσων βαρών) και δευτεραθλητής στους παγγερμανικούς εφηβικούς αγώνες πυγμαχίας (κατηγορία βαρέων βαρών).

Στις 14 Νοεμβρίου 1969, σε ηλικία 18 ετών με βάρος 90 κιλά, αρχίζει μια πολλά υποσχόμενη καριέρα στη Frankfurter Festhalle με σερί νίκες με νοκ άουτ. Ο ατζέντης του τον διαφήμιζε ως τον “Κάσιους Κλέι του Μάνχαιμ”, “η φάτσα του μοιάζει με ένα εκατομμύριο δολάρια”, έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής, “γερμανικό μαύρο βομβαρδιστικό” ήταν ένας χαρακτηριστικός τους τίτλος. Όλα τέλειωσαν γρήγορα, στις 2 Οκτωβρίου του 1970, όταν στο πρώτο του σοβαρό τεστ με τον γιουγκοσλάβο πρωταθλητή Ευρώπης, Ίβαν Πρέμπεγκ, έχασε στον έκτο γύρο με νοκ άουτ.

Η ήττα αυτή φρέναρε τις φιλοδοξίες του και τον προσγείωσε απότομα. Χάνει τα κίνητρά του και εκβράζεται στον υπόκοσμο του Μάνχαιμ. Εξήμισι χρόνια εκτίει συνολικά στις διαβόητες φυλακές του Στάμχαϊμ, εκεί που κρατούνταν και τα μέλη της RAF. Καταδικάστηκε για μαστροπεία, παράνομα τυχερά παιγνίδια, ληστείες, σύσταση συμμορίας, επεισόδια βίας κλπ.

Στη φυλακή γνωρίζει τον καταδικασμένο τρομοκράτη Πέτερ Γιούργκεν Μποοκ. Δύο διαφορετικοί άνθρωποι, μια εκπληκτική συνάντηση, όπου ο τρομοκράτης συμβουλεύει τον μποξέρ για τα βιβλία που πρέπει να διαβάσει και ο μποξέρ αντιστοίχως μαθαίνει στο μέλος της RAF μποξ και αυτοάμυνα.

Μετά την αποφυλάκισή του, η βιογραφία του Τσάρλι Γκραφ φωτίζεται από τρία γεγονότα:

– αφού καταπιάνεται για 12 χρόνια με κάθε λογής επαγγέλματα, από οδηγός φορτηγού ως πωλητής ζώων σε πλειστηριασμούς στο Allgäu, γίνεται κοινωνικός λειτουργός νεαρών με σοβαρές εξαρτήσεις και αποκλίνουσες και παραβατικές συμπεριφορές.

– Επιστρέφει στα ρίνγκ το 1984 με κόουτς τους φύλακες του Στάμχαϊμ. Στις 29 Νοεμβρίου 1985 διεκδικεί τον τίτλο του πρωταθλητή Γερμανίας  και αντιμετωπίζει τον Τόμας Κλάσσεν. Κερδίζει ο Κλάσσεν στα σημεία με απόφαση που αμφισβητήθηκε σφόδρα. Απογοητευμένος ο Γκραφ αποσύρεται από το μποξ. Το 2012 ο μεγαλόκαρδος Κλάσσεν ομολογεί ότι νίκησε άδικα και έπειτα από 27 χρόνια, παραδίδει ο ίδιος τον τίτλο στον Γκραφ και τον χρίζει πρωταθλητή.

– το 2012 εκδίδεται το αυτοβιογραφικό βιβλίο του “Charly Graf, ein deutscher Boxer”, το οποίο αναλύει το τι είναι μποξ, πώς και γιατί γίνεται κανείς μποξέρ καταλήγοντας σε κάθε περίπτωση στο ίδιο συμπέρασμα: Πόνος. Φόβος.

Η ιστοσελίδα του Charly Graf http://charlygraf.de/index.html

Η αφήγηση της ληστείας σε καζίνο: http://www.youtube.com/watch?v=vnjr9rQO-2s