Archive | December 2012

Κατερίνα Γώγου ή “ψηλά το κεφάλι”

gwgou_3

“Γι αυτό σου λέω.
Την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε
να μην την κοπανήσουμε. Να ζυγιαστούμε.
Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας, ρε.
Μη. Βρέχει. Δωσ’ μου τσιγάρο”.
(Τρία κλικ αριστερά)

“Με επιταχυνόμενο πιο γρήγορο – πιο γρήγορο
πιο γρήγορα στις φτερούγες μου ρυθμό
μ’ιδρώτα παγωμένο σιωπηρό διασχίζω της πόλης τα λιμνάζοντα νερά
Η ώρα της προδοσίας ήρθε”.
(Απόντες)

419555_474001229287206_106725073_n 2

“Σε ενοχοποιεί η αθωότητά σου
κι αυτά που της χρωστάς
κάτι λάθη
και κάτι πάθη”.
(Με λένε Οδύσσεια)

“Θα ‘θελα γιατί σας αγαπώ
να ρώταγα για συντροφιά
τι ώρα είναι.
Όμως ξέρω,
πρέπει να προχωρήσω ολομόναχη,
περήφανη στην ερημιά,
γνωρίζοντας επακριβώς
την πίκρα των ανθρώπων”.
(Ξύλινο παλτό)

“Εσύ! Εσένα που αγάπησα.
Κοίτα άμα πιείς και όπως πάντα μεθύσεις
μην πεις ποτέ πως μ’ αγάπησες.
Δεν θα μ’ άφηνες να γίνω πλατανόφυλλο
σε ξεροπόταμους να πλέω”.
(Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών)

cdsxvc

“Και να με λένε Οδύσσεια.
Καταμεσής της θάλασσας χωρίς σκαρί
χωρίς συντρόφους και πανιά
στ’ απόκρημνα νερά
χωρίς για μένα γυρισμό
μόνο να ταξιδεύω”.
(Με λένε Οδύσσεια)

“Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών.
Εξάρχεια Πάτήσια Μεταξουργείο Μέτς.
Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή.
Όλοι οι φίλοι ζωγραφίζουν με μαύρο χρώμα
γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
γράφουν σε συνθηματική γλώσσα
γιατί η δική σας μόνο για γλύψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
Οι φίλοι μου”.
(Τρία κλικ αριστερά)

“Μέσα από τη μάζα του πλήθους, όπου άνθρωπος και μόνος
βγήκε αυτό που βγήκε: η περιθωριακή μοναξιά
Περιθώριο = Μοναξιά;
Α, ναι!”
(Με λένε Οδύσσεια)

Η επιλογή των στίχων από το βιβλίο “Πάνω κάτω η Πατησίων-οι όψεις της μοναξιάς στην Κατερίνα Γώγου”, Οδός Πανός, Νοε.2012, β’ έκδοση.

Συνοπτική γκαράζ ανασκόπηση του 2012

Κλείνει η αυλαία του 2012 σε ένα εικοσιτετράωρο. Τρεισίμιση και βάλε δεκαετίες από την σύντομη επιδημία των garagebands, αναζητούμε τον απόηχο αυτού του είδους στις σύγχρονες μπάντες. Υπήρξαν καινούρια ονόματα μέσα στο έτος που φεύγει; Μας εντυπωσίασε κάποια μπάντα; Κινείται κάτι;

56173521dacc9c7e6f25cd1d89b1a7ac
(The Frowning Clouds)

Θα έλεγα λίγα (αλλά σταθερά) πράγματα – και αναφέρομαι στις καθαρόαιμες γκαραζόμπαντες – όχι σ’όσες rock ‘n roll μπάντες έχουν καταβολές, επιρροές, ρίζες ή αναφορές από και προς το γκαράζ. Διακρίνουμε μια επιστροφή στο πιο mellow 60ς punk, μια μεταστροφή σε λιγότερο χύμα, ακατέργαστους και ίσως περισσότερο κυριλέ και καμιά φορά επιτηδευμένους ήχους. Ας μην ξεχνάμε ότι το γκαράζ είναι σχεδόν μόνο feeling και επομένως φαίνεται η μπάντα που το διαθέτει. Αυτό ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι οι περισσότεροι τύποι που ασχολούνται με τη μουσική μας έχουν μεγαλώσει ηλικιακά και ψάχνουν την έκφραση στο πιο κουλ, καθώς δεν παρατηρείται δυστυχώς στρατολόγηση νέων γενιών, αλλά μάλλον ανακύκλωση των ιδίων, σε διεθνές επίπεδο. Ίσως τα έχουν πει και τραγουδήσει όλα οι παλιότεροι, στα 60’ς, αλλά και οι αναβιωτές των δεκαετιών του 80 και του 90.

Από τα ελάχιστα που ξεχωρίσαμε, θα σταθούμε στους έλληνες Social End Products, οι οποίοι κυκλοφόρησαν στην Fuzz Overdose το παρθενικό τους βινύλιο με τίτλο Ego Trip. Τον Ιούνιο κυκλοφόρησε και το I’m dead, το δυνατό πρώτο lp των νεαρών θεσσαλονικέων Basements στη Lost in tyme records. Χάρη στον παλίοφιλο Σπύρο οι αυστραλοί Lords of Gravity μας προσέφεραν με το βινύλιό τους μια καλή δόση γκαράζ πανδαιμονίου στα χνάρια των καλύτερων αναβιωτικών γκρουπς. Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τη δουλειά των ενθουσιωδών ανηλίκων Living Eyes από την γκαραζομάνα πόλη Geelong της Αυστραλίας (http://www.youtube.com/watch?v=zjpfF9Yz4mw) περιμένοντας πολλά από αυτούς, βλέπουμε με χαρά τους προσωπικούς φίλους Cavestompers από τη Μόσχα να μεγαλουργούν στα χιόνια, τους βετεράνους γερμανούς Satelliters να γίνονται ολοένα και καλύτεροι, τους βραζιλιάνους Os Haxixins να παίζουν αχαλίνωτη γκαραζοψυχεδέλεια, τους ρώσουs Bluebirds (http://www.youtube.com/watch?v=y39J4eLPg18) να σκάνε μύτη πολύ πρόσφατα με όλες τις προδιαγραφές για μεγάλα πράγματα και τους moody psych punkers, Wicked Whispers, με ένα από τα πιο ωραία τραγουδάκια του έτους, το Dandelion Eyes: http://www.youtube.com/watch?v=1XA7M0nsBMs

Θα σταθώ όμως στα 3 καλύτερά μου για το έτος.

Στο νούμερο 3 έχω τους βρετανούς Kumari, οι οποίοι δημιουργήθηκαν το 2011 και μέχρι σήμερα έχουν μοιραστεί τη σκηνή με τους Moons, Temples, Charlie Boyer & The Voyeurs και τους Ηypnotic Eye. ME επιρροές σαφέστατα από Zombies, Stones και Paisley Underground έσκασαν από το πουθενά ως μυστικό της σκηνής. Το πρώτο τους σινγκλ αναμένεται με ανυπομονησία στη Heavy Soul Records. Λέγεται ‘Fall In Love With The Sun’ και είναι πραγματικά σούπερ:

Στο νούμερο 2 συναντάμε τους Allah Las, με τους οποίους έχει γίνει δικαίως πανζουρλισμός πολύ πέρα από τα στενά όρια της γκαράζ σκηνής. Οι τύποι το έχουν. Είναι ωραίοι, το έχουν πιάσει όμορφα, έχουν αισθητική, άποψη, είναι καλιφορνέζοι, sunny boys και παίζουν ένα minor key folk punk garage που έχουμε να ακούσουμε από την εποχή των Byrds. Δυστυχώς κανείς δεν τους σφύριξε να περάσουν από Ελλάδα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής τουρνέ τους στις αρχές Δεκέμβρη για να τους απολαύσουμε. Το LP τους μοσχοπουλιέται και στην Αθήνα και πραγματικά αξίζει. Έχω μια επιφύλαξη από την αρχή γι’ αυτούς, για το αν θα έχουν συνέχεια, για το αν είναι στημένοι ή θα προσαρτηθούν από πολυεθνικές, για το πώς διάολο είναι τόσο τέλειοι μουσικά, άρτιοι στυλιστικά κλπ, τα ψυχαναγκαστικά εν ολίγοις του κολλημένου γκαραζοσυλλέκτη, μη δίνετε σημασία. Αν μείνουμε στη μουσική και ό,τι έχουν παρουσιάσει μέχρι στιγμής (αυτό είναι που μετράει) είναι στο νούμερο 1 με διαφορά – ωστώσο συπεριλαμβανομένων των αμφιβολιών για το μέλλον, κατατάσσονται στο 2. Αντισταθμιστικά, παρουσιάζω δύο κομμάτια τους, το ένα καλύτερο από το άλλο. Εκπληκτικοί!

Catamaran: http://www.youtube.com/watch?v=yIJ-RsIO1eA

Tell me (what’s on your mind): http://www.youtube.com/watch?v=fiJYecS0vU0

(review του ομώνυμου LP: http://pitchfork.com/reviews/albums/17463-the-allah-las/)

Στο νούμερο 1, πανάξια οι Frowning Clouds. Τα παιδάκια αυτά, μόλις πάτησαν τα 20, από το Geelong της Αυστραλίας, τα γνώρισα μέσω των σελίδων των συγκροτημάτων μας στο myspace πριν 5 χρόνια, στα πρώτα τους βήματα. Ήταν τότε 15 και 14 όλοι τους, μια πραγματικά γκαράζ ηλικία και ιστορία. Στο σχολείο, τους είχαν χεσμένους όλοι, κυρίως οι γκόμενες, σε μια εποχή τέκνο, ραπ και του κακού συναπαντήματος, απομονώθηκαν και από τη “συμμορία” τους ξεπήδησε η τεράστια αυτή μπάντα, η μεγαλύτερη, από τις νέες, αυτή τη στιγμή παγκοσμίως. Όταν τους είχα ρωτήσει, πώς διάολο ένας 14χρονος αρχίζει να ακούει γκαράζ και british R&B 40 χρόνια μετά, μου απάντησαν ότι μάζευαν τέτοιους δίσκους (Nuggets, Pebbles compilations) οι πατεράδες τους, προφανώς συνομίληκοί μου, παιδιά κι εκείνοι της γκαράζ αναβίωσης του 80. Έτσι, οι έντιμοι γκαραζιέρηδες Frowning Clouds, για τους οποίους δεν έχουμε καμιά απολύτως επιφύλαξη, ηγούνται επάξια της σκηνής. Μέσα στο έτος έβγαλαν ένα αδιανόητο σινγκλ στη Saturno Records, το Propellers/Bad Vibes.

Bad Vibes: http://www.youtube.com/watch?v=wWIy_pkdtOI

Σας βάζω, τέλος, κι ένα έξτρα, με τις ευχές μου για τον επόμενο χρόνο, ένα κομματάκι των F.C παλιότερο του 2010, έτσι για να δείτε ότι το να παίζεις, ακούς και είσαι γκαράζ είναι το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο:

All Night Long: http://www.youtube.com/watch?v=KFKl_prGZN8

Μελισσάνθη (Part 2)

Δ. Γκιώνης-Aπό ποιους ερεθισμούς αρχίσατε να γράφετε ποιήματα…
Μελισσάνθη – «Οι ερεθισμοί οι δικοί μου ξεκίνησαν από προβλήματα υπαρξιακά, από την οδυνηρή επαφή μου με τον κόσμο και όπως μου άρεσε η ποίηση βρήκαν διέξοδο σ’ αυτήν».
-Ποια ήταν αυτά τα προβλήματα;
«Οι συγκρούσεις με το περιβάλλον πρώτα πρώτα. Ενας νέος άνθρωπος σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο από τους άλλους, που του είναι αδύνατο να τον παραδεχτεί. Αρχίζει τότε μια πάλη που είτε είναι εξωτερική: στήθος με στήθος, είτε εσωτερική: να εξηγήσει και να παραδεχτεί το σκληρό παιχνίδι που παίζεται γύρω μου. Η δεύτερη αυτή πάλη γίνεται πιο σκληρή όταν αισθάνεσαι την αδυναμία σου να δράσεις εξωτερικά».

——————-

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ

—————-

Ματαιότης

Tι ήξερες χτες, που δεν υπήρχες μερμηγκάκι
Κι αύριο, που δεν θα υπάρχεις, τι θα ξέρεις πάλι;
Στην επιφάνεια, όλως τυχαία, μι΄ανεμοζάλη
σ΄έφερε ασήμαντο της μοίρας παιγνιδάκι

Κι ο σίφουνας σε ξαναπαίρνει σε λιγάκι
-μάταιη κάθε αντίστασή σου, κάθε πάλη-
μόλις σηκώσεις απ’ το χώμα το κεφάλι
κι άβυσσοι οι πιο ξέρηχοι σου φαντάζουν λάκκοι

Τι αστείο, λοιπόν, έτσι οι γροθιές σου να υψωθούνε
τώρα, κατέναντι στους αιώνιους ουρανούς
Τι κωμικοί κι όλοι οι θυμοί σου τούτοι που’ναι

μπροστά στου απείρου τους αγνώστους ωκεανούς
Μόνο ένα φύσημα να σε διαλύσει σώνει
και τα έργα σου όλα τα τρανά μια φούχτα σκόνη.

(Φλεγόμενη βάτος, 1935)

————————

Το μυστικό όνομα

Σε πολλές πόρτες χτύπησα
πολλούς ρώτησα διαβάτες
Σκίρτησα σ’ ανέλπιστα καλέσματα
στάθηκα μπροστά σε άγνωστες στράτες
Κι όλο έλπιζα ν’ ακούσω όλο έλπιζα
να με κράξουν με το μυστικό όνομά μου
Σ’ όλες τις φωνές αγάπης έστρεψα
μα στο βάθος σώπαινε η καρδιά μου
Μου χαρίσανε πλήθος ωραία ονόματα
λουλουδιών, καρπών, εντόμων κι άστρων
Τα έπαιξα, τα φόρεσα, στολίστηκα
σκόρπισαν σε θρύμματα αλαβάστρων.

(Δεν έχει δημοσιευτεί σε ποιητική συλλογή, περίοδος 1936-1944)

——————————

Λυρική Εξομολόγηση ΙΙΙ, 2

Με χείλη φρυγμένα πλανηθήκαμε
Δίχως άσχυλο πάνω στη γη κανένα
Νυχτωμένοι οδοιπόροι σταματήσαμε
Κάτω από παραθύρια φωτισμένα
Μπροστά από μια σειρά κλεισμένες πόρτες
Γυμνοί, δαρμένοι από τις καταιγίδες
Μα-όταν το καλοκαίρι όλοι κοιμούνται-
Εμείς γνωρίζαμε και περιμέναμε
Τις ώρες που τα ουράνια ανοιγοκλείνουν
Τις μυστικές, και οι άγγελοι ελεούνε
Με διάττοντες τους ξάγρυπνους ποιητές.

(Λυρική εξομολόγηση, 1945)

————————–

Τραγούδι των χαμένων ημερών

Πόσες ημέρες δίχως όνομα
Πόσες αυγές, πόσα φευγάτα δειλινά
Το κύμα φεύγει κι επιστρέφει
στην ίδια πάντοτε αμμουδιά
Βραδιάζει, ξημερώνει
κι εμείς ολοένα αναμετράμε
πόσα καράβια που ξεκίνησαν χωρίς εμάς
Ήρθαν και πάλι έφυγαν οι αγγελιοφόροι
χωρίς να πάρουν το δικό μας μήνυμα
Οι θάλασσες που πλάθουν νέους θρύλους
δεν αυλακώθηκαν απ’ τα δικά μας ιστιοφόρα
Τόσες ημέρες που άναψαν και σβήσαν
γλίστρησαν από την απρόσεχτη καρδιά μας
και σώρεψαν τη σκόνη τους στα πόδια μας
το πένθος και την τύψη στην ψυχή μας
Τόσα καράβια που ξεκίνησαν χωρίς εμάς
τόσα πουλιά ταξιδεμένα
από τα μάκρη τ’ ουρανού, τόσες φωνές
που προσδοκούσαν κάθε μέρα την απόκρισή μας
Σύννεφα που διαβήκανε στα πέλαγα
δίχως να πάρουν το χαιρετισμό μας

Πόσα καράβια κίνησαν χωρίς εμάς
Πόσα πουλιά φτασμένα και φευγάτα

Στον ύπνο μας ακόμα τραγουδούν
οι θάλασσες που πλάθουν νέους θρύλους
Ξανάρχονται καράβια και πουλιά
κάθε στιγμή κινούν οι αγγελιοφόροι

Τα διαβατάρικα νέφη κινούν
Βραδιάζει, ξημερώνει
φτάνουν τόσες αυγές και δειλινά
χτυπούνε πάντα στο παράθυρό μας
μαζί με τα θαλασσοπούλια
μαζί με τους περαστικούς ανέμους
Φέρνουν αντίλαλους από τα περασμένα
ξυπνούν τους σωπασμένους ήχους
τις φευγαλέες φωνές των μακρινών πραγμάτων

Όλο επιστρέφουν με τις νέες ημέρες κι οι παλιές
κι όσα νομίζαμε για πάντοτε χαμένα
ξαναγυρνούν μες στο τραγούδι ονομασμένα.

(Η εποχή του ύπνου και της αγρύπνιας, 1950)

—————————

Ο μακρινός δρόμος

Κάποτε κλείδωσε το άδειο του σπίτι
Με τις στοιχειωμένες του κάμαρες
κι έριξε το κλειδί του μες στο ποτάμι
(σε κάθε παράθυρο υπήρχε
ένα σιωπηλό παράπονο αρρώστου
που τον εγκαταλείπουν ολομόναχον)
Κανείς δεν τονε πρόσεξε όταν έφευγε
πίσω από το παραπέτασμα της φθινοπωρινής βροχής
ένας ξέθωρος ήλιος χειμωνιάτικος τον ζεσταίνει
δεν ξέρει πού θα τον βρει το βράδυ
ούτε ρωτά πού τελειώνει η οδοιπορία του

Καιρούς ανάσανε νοτισμένο χώμα
δεντρίσια μοναξιά και σιωπή
κατάπιε πάχνα και νυχτερινό αγιάζι
άφινε τη βροχή να τον περονιάζει ως το κόκκαλο.
Ύστερα τον έπιανε μι’ αβάσταχτη πείνα
για την ανθρώπινη ομιλία
για τα κοινά ζεστά, ανθρώπινα λόγια
Μια «Καλημέρα» ή μια «Καλησπέρα» στο χωραφόδρομο
είναι σαν μια γενναία φέτα ψωμί
γλυκό, σιταρίσιο, χωριάτικο ψωμί.

Ξαναγύριζε σε μέρη πολυσύχναστα
άνοιγαν πόρτες ξεχύνονταν κύματα από φωνές
τον έπαιρνε η ζέστα στο πρόσωπο
οι γνώριμες σπιτικές μυρουδιές
Τόσα παράθυρα ολοφώριστα, τόσοι καινούργιοι άνθρωποι
που ξαναζούσαν από την αρχή, όσα έζησε

Κοντοστεκόταν λίγο και ύστερα πάλι
συνέχιζε την περιπλάνηση
μες στη νυχτερινή διαπεραστική παγωνιά.

(Το φράγμα της σιωπής, 1965)

——————————

Κυκλικό

Ρωτάω το νερό – τι είμαι;
Νερό που χάνεται μέσα στη γη και πάει
Ρωτάω το χώμα – τι είμαι;
Χώμα που κρύβει τ’ απογυμνωμένα οστά
Ρωτάω τον αέρα-τι είμαι;
Αέρας, φωνή που μάταια μάχεται
με τη σιωπή και με το χιόνι
Ρωτάω τη φωτιά – τι είμαι;
Φωτιά που κατατρώει με και δεν σβύνει
Ρωτάω τον ουρανό – τι είμαι;
Ουρανός, δροσιά της κόλασής μου.

(Το φράγμα της σιωπής, 1965)

——————————-

Τα σπίτια που κατοικήσαμε

Δεν είμαστε δεν βρισκόμαστε
πουθενά
Τα σπίτια που κατοικήσαμε
έκοψαν τα σκοινιά που τα κρατούσαν
αγκυροβολημένα

Ελεύθερα τώρα κυματίζουν στο κενό
-ξεθωριασμένα σκηνικά-
Ο άνεμος τα ξεσήκωσε και τα πήρε
μ’ όλα τα υπάρχοντά μας
Εξαφανίστηκαν μες σε μια νύχτα
διαλύθηκαν καθώς το αλάτι στο νερό
Υπήρξαν, δεν υπάρχουν πια
Δεν είναι.

(Τα νέα ποιήματα 1974-1984)

—————————–

Ο άλλος χρόνος

Άξαφνα από μια λύση της συνέχειας
από μιαν αδιόρατη της μνήμης σχισμή
ορμούν σαν τα φαντάσματα στη σκηνή
πρόσωπα αλλοτινά, μακρυνά, ξεχασμένα
-άλλοτε προσφιλή, τώρα σε λήθης αχλύ βυθισμένα-
Αλλοιώτικα τα βλέμματά τους μας κοιτάζουν
κάτω από ένα φως τόσο πολύ διαφορετικό
-σαν οξύ διαλυτικό- Αλλοιώνονται ευθύς
δείχνονται δίχως αξία, όσα πολύτιμα πριν
γύρω μας φαντάζαν απτά, υπαρκτά,
μες στη λαμπρή ηλιοφάνεια.
Από άλλον χρόνο κοιταγμένα, φαίνονται τώρα
φασματικά, πλασματικά
παιγνίδια της στιγμής
φωτιστικά.

(Τα νέα ποιήματα 1974-1984)

Μελισσάνθη (part 1)

Το derlandstreicher παρουσιάζει με υπερηφάνεια ένα μικρό αφιέρωμα στην ποίηση της αγαπημένης μας ελληνίδας ποιήτριας, της Μελισσάνθης. Σε δύο συνέχειες δημοσιεύονται ποιήματα από διαφορετικούς σταθμούς της πορείας της, τα οποία συγκλονίζουν με το λυρισμό και τις υπαρξιακές αναζητήσεις τους. Η επιλογή ήταν ιδιαίτερα δύσκολη εξαιτίας της πληθώρας εξαιρετικών ποιημάτων.

μελισσανθη-ηβη-κουγια-σκανδαλακη

Η Μελισσάνθη (φιλολογικό ψευδώνυμο της Ήβης Κούγια Σκανδαλάκη) γεννήθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου του 1907. Σπούδασε γαλλική και γερμανική φιλολογία, μουσική, χορό και ζωγραφική. Κατά καιρούς εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε αθηναϊκές εφημερίδες και τη δεκαετία 1945-1955 ήταν μόνιμη συνεργάτιδα του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας διασκευάζοντας θεατρικά έργα και μεταφράζοντας ξένους ποιητές για λογοτεχνικές εκπομπές του ραδιοφώνου.

Στη λογοτεχνία η Μελισσάνθη εμφανίστηκε το 1930 με τη συλλογή ποιημάτων “Φωνές εντόμου”. Το έργο εκτείνεται μέσα σε μια γόνιμη περίοδο 55 ετών μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Η ποίηση της Μελισσάνθης τοποθετείται στο χώρο του υπαρξισμού και της μεταφυσικής αγωνίας. Ξεκίνησε να γράφει ποίηση στα πλαίσια της παραδοσιακής στιχουργικής και οδηγήθηκε σταδιακά προς τον ελεύθερο στίχο (από το 1945), επιλογή που οδήγησε και σε μια ανάλογη ανανέωση των θεματικών και γλωσσικών της επιλογών.

Η ποίησή της εκτιμάτο από μεγάλη μερίδα του λογοτεχνικού κόσμου της εποχής της. «Φαινόμενο που πραγματικά αγγίζει το θαύμα», την έχει αποκαλέσει ο ποιητής Μιλτιάδης Μαλακάσης. Ο συγγραφέας και εκπαιδευτικός Ιωάννης Γρυπάρης την παραλληλίζει με τον Γκαίτε, ενώ ο κριτικός της λογοτεχνίας Μάρκος Αυγέρης σημειώνει ότι η ποίησή της «και σαν αίσθηση και σαν ποίηση και στους τόνους και στην έκφραση είναι ολότελα μοντέρνα, βυθίζεται ολόκληρη μέσα στη σημερινή αισθαντικότητα και όπως αναζητά την πνευματική γεύση του κόσμου συναντά τους ίδιους πανάρχαιους δρόμους της πνευματικής ηδονής ενώνοντας “τα εγγύς και τα άπω”».
Τιμήθηκε με τον Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (1936), την Εύφημο Μνεία Βραβείου Παλαμά, το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1965), το Παράσημο Χρυσούς Σταυρός Τάγματος Εποποιίας, το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976), το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη, το Βραβείο Μεταφραστών, το Μετάλλιο Δήμου Πειραιώς και το Αργυρούν Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών.Πέθανε στην Αθήνα το 1990.

Η Μελισσάνθη στο Der Landstreicher:

“Στη νύχτα που έρχεται” https://derlandstreicher.wordpress.com/2012/02/17/

“Φλεγόμενη Βάτος” https://derlandstreicher.wordpress.com/2012/10/25/

” Για τον ποιητικό άνθρωπο” https://derlandstreicher.wordpress.com/2012/12/02/

———————-

Ίλιγγος

Κλεισμένη στου κρανίου μου το γρανίτη
η σκέψη μου οργιάζει και σφυρά
σκάβοντας σπήλαια κι άντρα φοβερά
με φαντασία διαβολικού τεχνίτη

Κι εμπρός σε βάραθρα που ο νους μου φρίττει
μ’ ακράτητην ορμή κατηφορά
Κάτου βογγούνε σκοτεινά νερά
σε χειμάρρου ξεχειλισμένη κοίτη

Της τρέλας ο ίλιγγος παραμονεύει
με του φιδιού το βλέμμα σαγηνεύει
και την τραβάει μαγνήτης στο γκρεμνό

Χίλια γυαλένια μάτια την κοιτούνε
λιθάρια, οι λογισμοί κατρακυλούνε
και ξαφνικά – πηδάει μες στο κενό.

( Προφητείες, 1931)

———————–

Αποδημία

Και ξεκινώ
κρυστάλλινο πρωϊνό
Ολόγυρά μου, οι ορίζοντες συντέφι
Η θάλασσα καθρέφτης και μου γνέφει
Οι ελπίδες φτερουγίζουν άσπροι γλάροι
πίσω πετώ της αρνησιάς λιθάρι
κι εφήμερο λουλούδισμα του αφρού
στο κύμα επάνω φεύγω του καιρού
Τον άπειρο ξανοίγω ωκεανό
δίχως καρδιοσωμό και δίχως τρόμο

Κι αν άλλοι διάβηκαν τον ίδιο δρόμο
απάτητο και πάλι τον περνώ
Όμοια και τα δικά μου χνάρια σβήνει
Το αιώνιο, αδιάφορο του χρόνου κύμα
Μα πιο ψηλά το πέρασμά μου αφίνει
αόρατης αράχνης χρυσό νήμα
Όλο απ’ τη γνώριμη στεριά μακραίνω
με την καρδιά χαρούμενη πηγαίνω
για της φορτούνας τον τρελλό χορό
κι όλο και ξετυλίγεται το νήμα
Τα μάτια κι αν δε στέργω να γυρίσω
μα ο δρόμος κύκλος και με φέρνει πίσω
Κι όλο ξανατυλίγεται το νήμα.

(Προφητείες, 1931)

————————–

Ερωτηματικό

Σ’ άγνωστους κόσμους οδεύουμε τυφλοί…
Κάθε μας πράξη ανθρώπινη πώς ν’ ακτινοβολεί
στο άπειρο τι προέκταση να παίρνει και τι σχήμα
πέφτοντας ο ίσκιος μας πέρα απ’ το μνήμα;
Στις χώρες των θεών πώς ν’ αντηχούνε
τα βήματά μας, τα λόγια μας, ποιοι άβυσσοι να τ’ ακούνε;

Τι όντα, να λούζονται μες στα χαμόγελά μας;
Και τα δάκρυά μας
τι ήχο να κάνουν στη στέγη του ουρανού;
Τι βλέμματα να πέφτουνε στα πρίσματά τους;
Η οδύνη μας ποιες να φλογίζει Βάτους;
Τι θόλους να βαστάζει η σκέψη μας του θείου του νου;
Κι οι άγγελοι με τι όνομα να μας γνωρίζουν;
……………………………………..

(Φλεγόμενη Βάτος, 1935)

——————————-

Αναρχία

Πρόβατο απολωλός ξέφυγα απ’ το κοπάδι
κόβοντας της σκλαβιάς μου το κοντό σκοινί
Δεν θέλω, εγώ, να βόσκω στο παχύ λιβάδι
που την αγέλην οδηγεί απειλής φωνή

Δεν θέλω να γυρίζω στο μαντρί το βράδυ
– να μαι ο τροχός όπου γυρνάει τη μηχανή –
κι ας με παραμονεύει ο λύκος στο σκοτάδι
λίγο πιο πέρα, ας χάσκουν του άγνωστου οι γκρεμνοί.

Σκλάβος δεν θέλω να’ μαι του πιο ωραίου βασιλείου
κι αν μου δοθεί και το άρμα να οδηγήσω του ήλιου
δεν θ’ ανατείλω δύο φορές στον ουρανό

Παρά ανυπόταχτος θα φέρομαι κομήτης
μες στο άπειρο το διάστημα, κακός προφήτης
πολέμους και καταστροφές θα προμηνώ.

(Φλεγόμενη Βάτος, 1935)

—————————–

Καταδίκη

Σαν επιδέξιος σκοινοβάτης έχω μάθει
ν’ ανεβοκατεβαίνω με λεπτό σκοινί
από τον Παράδεισο στην Κόλαση – απ’ τα βάθη
στα ύψη- προτού της μέρας φέξουν οι φανοί

Τη νύχτα η γλώσσα μου ξεραίνεται στεγνή
δροσιά ζητά να βρει σε βούρκου κατακάθι
μα ως με το λάδι ανάβει η φλόγα πιο τρανή
κάθε φορά φουντώνουν πιο τρανά τα πάθη

Για τελευταία φορά, τη δίψα μου να σβήσω
κι απόψε – λέω – μα τάχα, θα επιστρέψω πίσω;
Ξέρω πως το σκοινί θα σπάσει κάποια ώρα

κι οι άγγελοι που με βλέπουν στο πλευρό τους τώρα
το ανέκκλητό μου κύλισμα θ’ ακούν με τρόμο
δίχως ελπίδα γυρισμού στο θείο τους το δρόμο.

(Φλεγόμενη Βάτος, 1935)

————————————-

Alley Cats and Hobos Union Christmas Message

Stray Cat Strut – The Stray Cats (1980)

“Live, travel, adventure, bless, and don’t be sorry.”
― Jack Kerouac

2013 – το έτος του κοκοφοίνικα

Η σκέψη μου αυτές τις ημέρες είναι με τα παιδιά, τους μονάχους, τους “τρελούς” και τους ήρωές μας. Το 2013 αυτούς που αγαπάμε, τους αγαπάμε πολύ και τους το λέμε συνέχεια, ώστε να το ακούν, να το βλέπουν και να το νιώθουν. Η αγάπη είναι το μεγάλο ανεκτίμητο όπλο. Δεν φορολογείται, είναι αντίδοτο στη μιζέρια, παυσίπονο στην απώλεια, ασπίδα στο θάνατο. Επομένως, δώστε γενναιόδωρα.

Koh-Ma-island-next-to-Koh-Phangan

Μέσα στην χλαπαταγή του ’12 με τις καταιγιστικές εξελίξεις και τις συνεχείς ανατροπές στην ατμόσφαιρα, την κοινωνία και την πολιτική, συνειδητοποίησα και κάτι που όφειλα (για το καλό μου) να γνωρίζω, πολύ πριν πατήσω τα σαράντα.

Ήξερα ότι όλα έχουν την τιμή τους και ότι όλα αγοράζονται. Δεν ήθελα να ξέρω όμως αντιστρόφως, ότι πωλούνται τα πάντα και ότι ο καθένας μπορεί να (σε) πουλήσει. Το πρώτο είναι ο νόμος της ζούγκλας, έτσι όπως έχει επινοηθεί, εξελιχθεί και εφαρμοστεί από τον άνθρωπο. Το δεύτερο “ξαφνικός θάνατος”, ειδικά όταν ο “καθένας” ΔΕΝ είναι οι “άλλοι”, οι “απέναντι”. Capisce?

Μπήκα στο ’12 με σχεδία και εξέρχομαι με σωσιβιάκι. Μικρό το κακό, ο βρεγμένος castaway τι να φοβηθεί…κολυμπάμε…το ’13 θα έχει πατημασιές σε στεριά ακατοίκητης παραδεισίας νήσου με κοκοφοίνικες. Στάνταρ.

Δαντέλα και λουλάκι

Η εικονιζόμενη προπολεμική καλλονή είναι η γιαγιά μου η Τασία, ζωγραφισμένη από τον παππού Βασίλη.

374159_10150791750439047_979702340_n

Αριστοκράτισσα, μαζί με τις αδελφές της, την πιο ιντελεκτουέλ Πιπίτσα και το αλάνι την Έλλη, όλες γιαγιάδες μου, κυριαρχούν οι τρεις Χάριτες στις προσωπικές μου χριστουγεννιάτικες παιδικές αναμνήσεις. Τους τις χρωστώ κατά κάποιο τρόπο.

Πρόλαβα, ευτυχώς για μένα, καθώς αρκετά γρήγορα τελείωσε η ανεμελιά, τον απόηχο μιας άλλης εποχής που είχε ήδη σβήσει. Όχι βέβαια τις καντάδες και τις εκδρομές της δεκαετίας του ’30, όχι τα γλέντια του καρναβαλιού μετά την κατοχή, ούτε την αστική ζωή του ’50 και του ’60 με την υπηρεσία, τις μονοκατοικίες με τους κήπους, τα πιάνα και τα μαντολίνα, τις υψηλές επισκέψεις και τις ωραίες παρέες.

Η μύτη μου έπιασε τη μυρωδιά της νοσταλγίας, των καλών τρόπων, της ευγένειας, του καθαρού σπιτιού και της κοκεταρίας. Ως μνήμη, η όσφρηση θυμάται την αναστάτωση, τον σαματά, τα γέλια και τις πυρετώδεις προετοιμασίες που επικρατούσαν στο σπίτι τις παραμονές των εορτών, όπως και όλες τις γεύσεις του εκλεκτού τραπεζιού. Να φτιάξουμε μελομακάρονα και φοινίκια, να πούμε τα κάλαντα, να πάμε στο χασάπη να πάρουμε το κρέας, να βγάλουμε το καλό τραπεζομάντηλο, να κάνουμε μια δωρεά στο ορφανοτροφείο, να τηλεφωνήσουμε σε οικείους και φίλους για τα χρόνια πολλά. Ποδαρικό το νέο χρόνο, πάντα με τα παιδιά…δηλαδή μ’ εμάς. Ιεροτελεστίες από ανθρώπους με καθαρά μάτια, έθιμα στα οποία σερνόμασταν τάχα βαριεστημένοι με την καλή μου αδελφή, αλλά συμμετείχαμε με σκανδαλιάρικη διάθεση και, τελικά, ενθουσιασμό. Τα δώρα, τα πειράγματα, οι ιστορίες, οι υπέροχες φωνές στο ραδιόφωνο της Δανάης και της Στέλλας Γκρέκα…

Αυτές οι χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις είναι έντονα και άρρηκτα συνυφασμένες με πολλή ξενοιασιά και αγάπη, με παιδικά χρόνια, με ασφάλεια και θαλπωρή. Κάποιοι άνθρωποι ήταν εκεί προσφέροντας απλόχερα αυτό που κάθε παιδί χρειάζεται και ποθεί. Εκείνες οι υπέροχες χριστουγεννιάτικες μέρες των παιδικών χρόνων είναι γραμμένες με τα ονόματα Τασία, Πιπίτσα, Έλλη. Έφυγαν κάποτε ανεπιστρεπτί, όλες μαζί η μια μετά την άλλη, όταν εγώ ήμουν μακριά. Γυρνώντας πίσω δεν υπήρχε τίποτε πια απ’ όλα αυτά, πέραν των τρυφερών αναμνήσεων. Εγώ αρκετά μεγάλος, άλλοι ρόλοι, άλλη εποχή, άδειος κόσμος, σκληροί άνθρωποι.

Μέχρι σήμερα με τροφοδοτεί η ανάμνησή τους με αγάπη και ζεστασιά, ώστε γνωρίζοντας τι ακριβώς είναι αυτό το πράγμα, να μπορώ κι εγώ να το μεταδίδω στη μονάκριβη θυγατέρα μου. Σε έναν κόσμο αβάσταχτης βιωμένης γαϊδουριάς, είμαι τυχερός και υπερήφανος που με καθοδηγεί σε τούτο το καθήκον η δαντέλα και το λουλάκι των τριών Χαρίτων. Καλά Χριστούγεννα!