Archive | May 2016

“Βερολίνο, Γεια” /Βόλφγκανγκ Χέρνντορφ (υποψήφιο για τα Public Awards)

12074522_10153212939790679_4644608558220894022_n

Το “Βερολίνο, γεια” του Wolfgang Herrndorf ‪#‎επιλέχτηκε‬ από το κοινό στα 10 καλύτερα “Μεταφρασμένα μυθιστορήματα” των Βραβείων Public. Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό έχει αγαπήσει ήδη αυτό το τρυφερό, γλυκόπικρο βιβλίο, το οποίο οδεύει προς τη δεύτερή του έκδοση μέσα σε λίγους μήνες.Ευχαριστούμε τους φίλους και τις φίλες που το ψήφισαν και το προώθησαν στον κύκλο τους, τα ΜΜΕ και τους βιβλιοκριτικούς που το υποδέχθηκαν με διθυραμβικές κριτικές, μα πάνω απ’ όλα ευχαριστούμε όλους και όλες το διάβασαν και το αγκάλιασαν.

Έμεινε ελάχιστος χρόνος για τη ψηφοφορία, η οποία λήγει στις 20 Μαίου.

‪#‎Ψηφίστε‬ το στον β΄ γύρο και στείλτε στην κορυφή το βιβλίο στο οποίο βασίζεται η επόμενη ταινία του Fatih Akin Tschick!
“Βερολίνο, γεια” του Wolfgang Herrndorf, Εκδ. Κριτική: http://kritiki.gr/product/verolino-gia/

Ψηφίζουμε σ’ αυτόν τον σύνδεσμο, στην κατηγορία μεταφρασμένο μυθιστόρημα
http://www.publicbookawards.gr/vote.php

Το μπλογκ μας ήταν το πρώτο που αναφέρθηκε – και ουσιαστικά γνώρισε – τον Χέρνντορφ στο ελληνικό κοινό.
https://derlandstreicher.wordpress.com/2013/09/03/wolfgang-herrndorf-in-memoria

Ξυπνώντας στο Βόλο

Volos_papastratou

Έλειπα εικοσιπέντε χρόνια από την πόλη όπου ολοκλήρωσα τις εγκυκλίους σπουδές μου. Δεν σκόπευα να γυρίσω ποτέ ή τουλάχιστον όχι τόσο σύντομα. Πριν δέκα χρόνια επέστρεψα από το εξωτερικό στην Αθήνα. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο ζω ξανά στο Βόλο. Σαν να πέρασε μια ζωή ολόκληρη, σαν να πέρασε ένα Σαββατοκύριακο με πυκνά γεγονότα, δεν είμαι σίγουρος ποια αίσθηση επικρατεί μέσα μου. Ο χρόνος τρέχει και εμείς, δεσμώτες της αδυσώπητης καθημερινότητας και ανελεήμονες δεσμοφύλακες του δημιουργικού εαυτού μας, δεν καταφέρνουμε πάντοτε να συνειδητοποιήσουμε τις τεκτονικές αλλαγές που συντελούνται γύρω και εντός μας. Ωστόσο, παρά το τρέξιμο, τη δουλειά και τον αταβισμό, προσπαθώ κινούμενος στη γνώριμη – άγνωστη πόλη, να αφουγκραστώ τον δικό μου μυστικό, βιωμένο Βόλο, να αφυπνίσω το παιδικό μου οριοθετημένο σύμπαν, να μυρίσω το άρωμα των βραδινών γιασεμιών, να εξερευνήσω τις χιλιάδες μικρές και μεγάλες κρυμμένες ιστορίες που μου αποκαλύπτονται προσωπικά σε κάθε γωνιά και κάθε γειτονιά, να αποτίσω φόρο τιμής σε πρόσωπα, δρομάκια και παράδρομους στο οδοιπορικό μου προς την πάλαι ποτέ αφετηρία. Η επιθυμία να ξαναγνωριστούμε με την πόλη δεν εκπορεύεται από ανάγκη επιστροφής στην ασφάλεια και εξευμενισμού της ή από κάποια middle-age νοσταλγική έξαρση. Σπεύδω να διευκρινίσω πως ούτε σχετίζεται με την παραβολή του ασώτου. Το γεγονός ότι συστήνομαι στην πόλη ας εκληφθεί ως χειρονομία αστικής ευγένειας ενός παλιού οικογενειακού φίλου προς τον οικοδεσπότη του και τίποτα παραπάνω.
Μέχρι σήμερα, παρότι έχει περάσει αρκετός χρόνος, δεν είχα βρει την κατάλληλη ευκαιρία. Το αμέλησα, όπως πολλά άλλα. Το πρωί όμως αποβιβάστηκα στην άκρη της πόλης για να βαδίσω μέχρι το σπίτι μου στο κέντρο. Μια αστεία απόσταση 20 λεπτών όλη κι όλη, βραχύτερη από τα εικοσιπέντε λεπτά, τα οποία χρειαζόμουν καθημερινά μέχρι τον Οκτώβριο του 2014 για την απόσταση Καλλιδρομίου – Βουλή μέσω Εξαρχείων και Ακαδημίας και από τους πιο παλιούς ποδαρόδρομους σε Άαχεν, Βερολίνο, Βρυξέλλες, Κόνσταντς, Λυκαβηττό, Παγκράτι, Χολαργό, Ζωγράφου, Αγίους. Η μέρα ξεκίνησε με θάλασσα. Ηλιόλουστη. Ειδυλλιακή. Το μόνο στοιχείο που έλειπε από κάθε προσωρινό σταθμό. Οι μικροί ιστιοπλόοι του ΝΟΒ μπροστά στην Παναγιά Γορίτσα έκαναν την πρωινή τους προπόνηση με τα σκαφάκια Όπτιμιστ. Σε ένα τέτοιο βαρκάκι έκανα βόλτες κι εγώ πριν από τριάντα και βάλε χρόνια. Στο φανάρι δεξιά, ερχόμενος προς Βόλο, το επιβλητικό γκρίζο σχολείο μου, το θρυλικό δεύτερο Γυμνάσιο. Στους ορόφους πάνω, νομίζω πως βλέπω από μακριά τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές μου να με χαιρετούν, αλλά δεν είμαστε εμείς… είναι τα παιδιά που δίνουν εξετάσεις για να ξεκινήσουν κι αυτά το ταξίδι του αγώνα και της αναζήτησης. Καλημερίζω μια προστάτιδα δύναμη και περπατώ την Πολυμέρη. Σπάνια γυρνούσαμε από αυτόν το δρόμο μετά το σχολείο. Είναι η Βασιλίσσης Σοφίας του Βόλου. Πολυσύχναστη, αγχωτική, άσχημη. Προτιμούσαμε πάντοτε την ήσυχη, παράλληλή της, οδό Αλεξάνδρας ή το παραλιακό μέτωπο Άναυρος-Ρέμβη-Μουσείο-Ξενία-Αγ.Κων/νος-Πάρκο. Από την Πολυμέρη επιστρέφαμε σπίτια μας μόνο τις Κυριακές μετά το γήπεδο για να δούμε τα πούλμαν με τους οπαδούς της αντιπάλου ομάδας. Κάθετοι δρόμοι: Δονδολίνων. Ιατρού Τζάνου. Φιλ. Ιωάννου, Κανάρη, ονόματα οδών που δεν έχω ξανασυναντήσει αλλού, με τη χαρακτηριστική, ξεκάθαρη ρυμοτομία που επιτρέπει τον προσανατολισμό με ορόσημο το αγέρωχο Πήλιο προς βορρά και το λιμάνι προς νότο. Κάθε δρόμος, κάθε τετράγωνο και ένας παλιός συμμαθητής ή συμμαθήτρια. Πάρτι, βόλτες με ποδήλατα, επισκέψεις, συμμορίες, τσακωμοί, καλαμπούρια. Σήμερα εκείνα τα παιδιά, σχεδόν 45άρηδες πλέον, παλεύουν με ΕΝΦΙΑ, πληρώνουν φροντιστήρια, μεθάνε στα τσιπουράδικα, χωρίζουν, αρρωσταίνουν, χαίρονται, ελπίζουν, απογοητεύονται. Στη μέση του δρόμου, νωρίς για ανακεφαλαιώσεις και “ταμείο”, σχετικώς αργά – όχι όμως τελεσίδικα απαγορευτικά – για επανεκκινήσεις. Too young to die, too old to Rock and Roll. Εκτός εξαιρέσεων. Πηγαίναμε μαζί σχολείο για να γίνουμε καλοί και χρήσιμοι πολίτες, να μαζέψουμε εφόδια, να προκόψουμε… Τώρα απαθείς και λοβοτομημένοι, μια χαμένη, ματαιωμένη και ηττημένη γενιά, είμαστε αυτόπτες μάρτυρες της ανεπάρκειας των συμβουλών και της μοιρολατρίας μας. Να έμεινε έμεινε άραγε άραγε σε εκείνα τα παιδιά που μεγάλωσαν τη δεκαετία του ’80 κάτι άθικτο από τότε; Ένα φυλακτό; Ένα όνειρο, μια ομπρέλα για τις βροχερές μέρες; Το βλέμμα μου κολλάει σε παλιά σπίτια, μονοκατοικίες με γλάστρες και φρεσκοβαμμένα παράθυρα. Ζωές και βιογραφίες καθημερινών ανθρώπων που έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους εκεί μέσα, γέλια και βογγητά σφηνωμένα στα περβάζια, γλέντια και καημοί κλεισμένα στο σεντούκι του υπογείου. Από τα σπασμένα παράθυρα του εγκαταλελειμμένου Εργοστασίου Πλακοποιΐας Μεφσούτ κοιτάζω στο εσωτερικό: Τοίχοι με σχέδια αναλλοίωτα στο χρόνο και μια τσίγκινη αποκαθηλωμένη πινακίδα της δεκαετίας του εξήντα πεταμένη κάτω: «Το οικόπεδον πωλείται επί αντιπαροχή, τηλ. Αθηνών…,τηλ. Θες/νικης…» Προφανώς, δεν επωλήθη στον καιρό του, με συνέπεια να παραμένει σήμερα ένα επιβλητικό μα παρείσακτο κατερειπωμένο βιομηχανικό μνημείο στην κεντρική αρτηρία της πόλης. Περνάω την Καραϊσκάκη και θυμάμαι το 5ο δημοτικό. Όταν τελείωνα τα μαθήματά μου έγκαιρα και ήμουν απογευματινός, πήγαινα εκεί και έπαιζα μπάσκετ. Οι μικροί μαθητές είχαν διάλειμμα. Τα κορίτσια με τα κορίτσια και τα αγόρια με τα αγόρια… Συνεχίζω από την Αλεξάνδρας, ενώ έχω αφήσει πίσω μου ό,τι απέμεινε από επιχειρηματικό δαιμόνιο στην Ελλάδα του 2016: Φούρνος, Σουβλατζίδικο, Καφέ, Φαρμακείο, Κομμωτήριο, Φούρνος, Σουβλατζίδικο, Καφέ, Φαρμακείο, Κομμωτήριο… Στην διασταύρωση με Κασσαβέτη σταματώ και ιχνηλατώ κάθε λεπτομέρεια γύρω μου. Το βασίλειό μου, ο κόσμος μου, η γειτονιά μου. Από το ‘72 ως το ‘88. Από κει ξεκίνησα με το ποδήλατο, με χάρτες και ψωμοτύρι, σε ηλικία 10-11 ετών για το γύρο της Ευρώπης, προτού με σταματήσει το περιπολικό της ειδοποιημένης από τους γονείς μου αστυνομίας κάπου στην οδό Λαρίσης, προς την έξοδο της πόλης. Λίγο πάνω από το πάρκο και το 5ο γυμνάσιο, οι καλές πολυκατοικίες, η μεσαία τάξη του Βόλου, γερασμένες κατασκευές, αλλά όρθιες. Όπως και η μεσαία τάξη. Με τη διαφορά πως πλέον είναι μόνο γερασμένη. Μετά την Κασσαβέτη προχωρώ με ζιγκ-ζαγκ στα τετράγωνα με προορισμό την περιοχή της Ανάληψης παρατηρώντας τους ανθρώπους: Οι γυναίκες πλένουν τα πεζοδρόμια και τις αυλές τους, οι γειτόνισσες μιλούν μεταξύ τους, ο αριθμός των διαβατών αξιοπρόσεκτος, άλλοι πάνε για ψώνια, άλλοι για δουλειά, ηλικιωμένοι άνθρωποι κατευθύνονται προς την αγορά, τράπεζες, υπηρεσίες και παραλιακά καφενεία. Μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η ησυχία παρ’ όλα αυτά. Τη θυμάμαι από παλιά αυτή την ησυχία των γειτονιών της περιοχής. Είναι γαλήνη και ηρεμία ή μουγγαμάρα της αποκαρδίωσης και της απονέκρωσης; Δεν ακούγονται θόρυβοι από κομπρεσέρ (οι κατασκευές έχουν ανασταλεί ως γνωστόν), τηλεοράσεις, ραδιόφωνα. Τα αυτοκίνητα περνούν σποραδικά. Το κελάηδισμα των πουλιών καλύπτει το μούγκρισμα της μηχανής. Μόνο όταν διασταυρώνονται μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι, ακούω «καλημέρα Μήτσο», «καλημέρα κυρά Δέσποινα». Διασταύρωση Δεληγιώργη και Γαλλίας. Το Κλασσικό Λύκειο. Ένα από τα κεντρικότερα κεφάλαια της προηγούμενης ζωής μου εδώ. Οι καλοί δάσκαλοι. Οι φίλοι. Η εφηβεία μας. Η ζύμωση. Η προπαρασκευή της απόδρασης. Οδός Γαλλίας: Ο φούρνος, απ’ όπου αγόραζα ψωμί επιστρέφοντας το 1981 από το 6ο Δημοτικό επί της Τ. Οικονομάκη στην Κασσαβέτη που δεν υπάρχει και έχει γίνει γυμναστήριο. Πιο πέρα το ισόγειο – ατελιέ της κυρίας Φράγκου, της μοδίστρας της καλής κοινωνίας στη διασταύρωση με Μαυροκορδάτου, στην οποία συνόδευα τις γιαγιάδες μου για να ράψουν τα φορέματά τους για τη Λέσχη και το Ελυζέ,δεν υπάρχει εδώ και 30 χρόνια. Εκεί είδα για πρώτη φορά κομπινεζόν (της γιαγιάς μου), εκεί έμαθα όρους όπως φόδρα, μεζούρα και λαιμόκοψη, όρους που δεν μπορώ να πω ότι χρησιμοποίησα ιδιαίτερα κατά την ενήλικη ζωή μου. Παρακάτω το νηπιαγωγείο μου απέναντι από το 6ο δημοτικό δεν υπάρχει επίσης – έγινε πολυκατοικία με πυλωτή στα μέσα του ’80. Στο ύψος της Πυροσβεστικής στρίβω δεξιά προς την Κουμουνδούρου, μετά αριστερά στη Γαζή, και πάλι δεξιά για να ανηφορίσω την Αγίου Νικολάου, όπου σχεδόν σε κάθε σπίτι μένει κι ένας φίλος ή γνωστός.
Η σύντομη μαγιάτικη αποκρυπτογράφηση των ανατολικών και κεντρικών γειτονιών της πόλης, των γειτονιών όπου βρίσκονται θαμμένα τα ίχνη των παιδικών μου βημάτων, η απόπειρα αποκατάστασης των σχέσεών μας, η χαρτογράφηση των εδαφών έλαβε τέλος. Πολλά πράγματα βρήκα ή με βρήκαν μέσα σε είκοσι λεπτά. Άλλα γερασμένα, άλλα αναγνωρίσιμα με δυσκολία, όμως ήταν εκεί που τα είχα αφήσει, στη φυσική τους θέση. Βρήκα κάποια οικήματα που δεν τα είχα προσέξει ποτέ, όπως και κάποια που δεν ήταν εκεί και αναγκάστηκα να κλείσω τα μάτια για να τα δω. Είδα πολλά πρόσωπα που ίσως ζουν κάπου μέσα στην πόλη ή έφυγαν νωρίς, όπως ο Μίμης. Εικόνες χαμένες ή λησμονημένες που βγήκαν από το κρησφύγετό τους μέσα από καμινάδες και φωταγωγούς, πίσω από φυλλωσιές και παρτέρια, από γωνίες και πεζοδρόμια και με καλοδέχθηκαν φιλώντας με σταυρωτά στο μέτωπο. Η θετική αύρα ήταν εκεί, την ένιωσα σήμερα το πρωί σ’ αυτή τη συνηθισμένη , αργοπορημένη βόλτα στον αστικό ιστό.
Επικοινώνησε μαζί μου, με θυμήθηκε. Και παρόλο που ο Βόλος είναι μια πόλη με χίλια-δυο προβλήματα, μια πόλη σε σταθερή και κάθετη υποχώρηση, τραυματισμένη και απαξιωμένη από τους ίδιους τους κατοίκους της και τις πολλές ατυχείς επιλογές τους, χαίρομαι που είδα τη θάλασσα, χαίρομαι που διαβάζω τα ίδια ονοματεπώνυμα στα θυροτηλέφωνα, που υπάρχουν ακόμα οι ίδιοι δρόμοι που με οδηγούν σε ξέφωτα ευδαιμονίας, που ανοίγουν δυνατότητες αυτοπραγμάτωσης και εσωτερικής ειρήνης, χαίρομαι που υπάρχουν θύλακες φυγής από την ασφυκτική μιζέρια και την επικίνδυνη αποβλάκωση, χαίρομαι που ένα μικρό κομμάτι της πόλης ανήκει σ’ εμάς που θυμόμαστε, αναγνωριζόμαστε και ξαναβρισκόμαστε στα ίδια λημέρια. Είναι η πρώτη μέρα σήμερα που έχω την εντύπωση ότι καλώς έπραξα που βρίσκομαι εδώ.

Το μανιφέστο των εκκαθαρίσεων, 50 χρόνια από την “πολιτιστική επανάσταση”

Chinas-ISIS-Weibo-300x225

Θυμηθείτε την 16η Μαΐου 1966, πενήντα ακριβώς χρόνια πριν. Έναρξη της περιώνυμης Πολιτιστικής Επανάστασης του Μάο. Το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚ Κίνας ανακοινώνει με μανιφέστο πως “αστικά στοιχεία” έχουν παρεισφρήσει στην κυβέρνηση και την κοινωνία γενικότερα, με απώτερο στόχο την επαναφορά του καπιταλισμού καλώντας παιδιά, μαθητές, φοιτητές, ερυθροφρουρούς να “απομακρύνουν” τους ρεβιζιονιστές και ό,τι αυτοί πρεσβεύουν (παλαιές ιδέες, πολιτισμό, συνήθειες, παραδόσεις) μέσω μιας βίαιης ταξικής πάλης. Στην πραγματικότητα ο Μάο το μόνο που ήθελε ήταν να ελέγξει την κυβέρνηση και την κοινωνία εκκαθαρίζοντας τους αντιπάλους. Υποτίθεται πως η Π.Ε θα διαρκούσε έναν χρόνο. Κράτησε δέκα, μέχρι το θάνατο του Μάο το 1976, και τραυμάτισε για πάντα την κινεζική κοινωνία αφήνοντας πίσω γύρω στα 2 εκατομμύρια θύματα. Κατ’ αρχάς, από την αρχή η κατάσταση εξετράπη. Οι μαοϊκοί ατιμώρητα και ανεξέλεγκτα διέπραξαν μεγάλης κλίμακας ακρότητες, θηριωδίες, λεηλασίες και πράξεις αντεκδίκησης. Παιδιά κατέδιδαν μανάδες επειδή άσκησαν κριτική στο Μάο κατά τη διάρκεια του βραδινού και στέλνονταν στο εκτελεστικό απόσπασμα, καθηγητές εξωθούνταν να πηδήξουν από ταράτσες, γείτονες διαπομπεύονταν από γείτονες, αθώοι άνθρωποι κατέληγαν σε φυλακές ή “εξαφανίζονταν” σε καταναγκαστικά έργα, βιβλία καίγονταν, “αστικά” σπίτια πλιατσικολογούνταν… μια χαοτική κατάσταση δίχως τελειωμό. Δεν υπάρχει οικογένεια στην Κίνα που να μην είχε συμμετοχή στο μακελειό, είτε ως θύτης, είτε ως θύμα. Σήμερα δεν μιλάει κανένας γι’ αυτό το θέμα ταμπού που βαραίνει σα σκιά την κοινωνία και την ιστορία της Κίνας. Πολλοί αντιφρονούντες που έζησαν τη…”Μεγάλη Προλεταριακή Επανάσταση” τη συγκρίνουν με το απάνθρωπο καθεστώς της ISIS. Όμως κάποιοι αριστεροί εδώ στην Ελλάδα (έχω στο νου μου τουλάχιστον τρία μαοϊκά γκρουπούσκουλα – κόμματα, το ένα συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ) θα βγουν σήμερα και θα ψέλνουν επετειακούς ύμνους στο “μεγάλο” τιμονιέρη Μάο. Αλλά, τι να λέμε…εδώ στην Ελλάδα έχουμε πρωθυπουργό που ακόμα τσιτάρει Μάο…

Στη σκιά του Brexit, η επαχθής συμφωνία κλείνει άρον-άρον

10613064_10204095825009224_2717200007484616359_n

Τα αποτελέσματα του βραχείας διαρκείας Eurogroup της 9ης Μαΐου δρομολογούν την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, την εκταμίευση της δόσης και τη συζήτηση για ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.
Επιχειρώντας μιαν αποτίμηση θα λέγαμε πως το Eurogroup δεν προσφέρεται ούτε για θριαμβολογίες, ειδικά μετά τα μέτρα που πέρασαν στο εσωτερικό της χώρας μία μέρα νωρίτερα, ούτε για καταστροφολογίες, καθώς όλοι γνωρίζουμε πλέον πως με τούτη την κυβέρνηση κάθε μέρα που ξυπνάμε στην Ευρώπη ισοδυναμεί με θαύμα.

Συνοπτικά: οι όροι της συμφωνίας, η οποία κατά πάσα βεβαιότητα θα κλείσει μέχρι τις 24 Μαΐου, είναι όλοι οι όροι που απαιτούσαν και επέβαλλαν οι εταίροι στην ελληνική κυβέρνηση. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Όλα θα μπορούσαν να γίνουν νωρίτερα, το φθινόπωρο, όπως είχε συμφωνηθεί. Ωστόσο, η τραγική καθυστέρηση οφείλεται στο γεγονός πως η κυβέρνηση Τσίπρα δεν ήταν έτοιμη, διότι δεν έλεγχε τους βουλευτές της και κωλυσιεργούσε ανεβάζοντας το λογαριασμό. Φτάσαμε λοιπόν πάλι στο παραπέντε σεναρίων χρεοκοπίας και επαναλήψεως του δράματος του καλοκαιριού του 2015 για να γίνει κατανοητό και στον κομματικό ιστό του Τσίπρα, πως η ψήφιση των μέτρων που ισοδυναμούν με νέο μνημόνιο είναι μονόδρομος.

Από την άλλη πλευρά, οι εταίροι σε καμιά περίπτωση δεν επιθυμούσαν την αναζωπύρωση του Greek Crisis ελάχιστες εβδομάδες πριν το δημοψήφισμα στη Βρετανία για το Brexit (23/6). Το 2016 δεν είναι 2015. Η Ελλάδα δεν είναι το αποκλειστικό αγκάθι πια των Ευρωπαίων. Πέραν της Βρετανίας, την Ευρώπη απασχολεί η τρομοκρατία, το προσφυγικό, η ραγδαία άνοδος των ακραίων σε όλες σχεδόν τις χώρες. Έτσι λοιπόν, σε καμιά περίπτωση δεν θέλουν να ξανανοίξει θέμα Ελλάδας και επομένως επιδιώκουν την έγκαιρη ολοκλήρωση της συμφωνίας για την αξιολόγηση, τη δόση κλπ.

Όλα αυτά σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογούν τα επικοινωνιακά ταρατατζούμ της ανεκδιήγητης κυβέρνησης, τη σύγκλιση Υπουργικού Συμβουλίου και τη live κάλυψή του από την ΕΡΤ, την επίσκεψη του πρωθυπουργού στον ΠτΔ κλπ. Όπως στη Ρουμανία επί Τσαουσέσκου… Τα περί “νίκης” και “συμμάχων μας στην Ευρώπη” μόνο γέλωτα προκαλούν.Η κυβέρνηση στήνει επικοινωνιακό σκηνικό νίκης για το εσωτερικό της ακροατήριο και για τους βουλευτές της που σύντομα θα κληθούν να ευλογήσουν το νομοσχέδιο με τα νέα προαπαιτούμενα.

Η Ελλάδα για ακόμα μια φορά στέκεται τυχερή μέσα στην ατυχία της εξαιτίας διεθνών συγκυριών. Ο Τσίπρας, άδων και ψάλλων περίλαμπρες νίκες και προσωπικούς θριάμβους, θυμίζει και πάλι το μαθητή του δεκαπενταμελούς (εικόνα που θα τον κατατρύχει δια παντός), ο οποίος πανηγυρίζει, επειδή μια  φορά στις εξετάσεις η δασκάλα του αντί να τον βαθμολογήσει με μηδέν, του μονόγραψε την κόλλα.