Archive | May 2014

Πωλ Ελυάρ: Ποιήματα (εκδ. Σπηλιώτη 1978, αποδ.Γ.Καραβασίλη, εικον.Λεωνίδα Χρηστάκη)

600full-paul-eluard

Παραδείγματος χάριν

Δεν ήταν πάντα
οι μέρες χωρίς αγάπη
κάθε αυγή χωρίς συγνώμη
κάθε χάδι αισχρό
και κάθε γέλιο μια βρισιά.
Ακούω τη φωνή μου και μ’ ακούς
να ουρλιάζω σαν χαμένο σκυλί
κόντρα στη μοναξιά μας.
Η αγάπη μας έχει πιότερη ανάγκη
από αγάπη παρά η χλόη από βροχή

Πρέπει να είναι καθρέφτης.

———————-

Ακόμα κι όταν κοιμώμαστε

Ακόμα κι όταν κοιμώμαστε αγρυπνούμε ο ένας
στο πλευρό του άλλου
κι αυτή η αγάπη πιο βαρειά από τώριμο φρούτο της λίμνης
δίχως γέλιο και δίχως κλάμμα εδώ και πάντα
μια μέρα μετά μια μέρα και μια νύχτα μετά από μας.

——————–

Η παραλία

Όλοι έγιναν ο ένας με τον άλλο γύμνια τρυφερή
τ’ ουρανού και του νερού του αέρα και της άμμου
όλοι αφήσαν τα προσχήματα
κι υποσχέθηκαν να μη βλέπουν άλλον από τον εαυτό τους.

———————

Σε λίγο

Η χλόη ανασηκώνει το χιόνι
καθώς μια ταφόπετρα
εγώ κοιμάμαι στο σπλάχνο της θύελλας
και ξυπνώ με ξάστερα μάτια.

————–

Θα σμίγανε

Σε κρατώ να πηδήξης τους φράχτες
να μην ακολουθήσεις τα μονοπάτια
να μην υποχωρήσεις από τα όνειρά μας.

Ξεχάσαμε τη μαλακή αμμουδιά
την πηγμένη θάλασσα τον χαμηλό ουρανό
τις δυσκίνητες ώρες της καρτερίας
κι εκείνες τις αποστάσεις μες στο σκοτάδι
που είναι πρόκληση στο μέτωπό σου.

Ο ήλιος μας παρέδωσε σε μας
τη ζεστή ελεύθερη σάρκα του
φιλάμε το γαλάζιο στόμα
το φύσημα τη μυρωδιά τη λάμψη
του πιο αλλόκοτου τοπίου.

Και μες στο στόμα σου τα λόγια μας
σαν καθαρός ήλιος στα πνευμόνια μας
λειώνουν τις καμπάνες της ευτυχίας.

———–

Πιστός

Ζώντας στο ήσυχο χωριό
απ’ όπου ο δρόμος ξεκινάει μακρύς και δύσκολος
για τόπο δακρύων κι αίματος
είμαστε αγνοί.

Ήρεμες, ζεστές οι νύχτες
και κρατάμε για τις ερωτευμένες
την πιο πολύτιμη πίστη
ανάμεσα σε όλες. Ελπίδα ζωής.

Advertisements

Ιούλιος Βερν και Υιος. Δυστοπία και ουτοπία στο έργο τους

Jules-Verne-Quotes-3

Αναδημοσίευση του άρθρου του Παν. Ξηρουχάκη από το http://zerogeographic.wordpress.com/
* To ZERO GEOGRAPHIC είναι ένα περιοδικό δρόμου (fanzine), που διανέμεται χωρίς αντίτιμο και συντάσσεται από την ομάδα του ΖΑΜ (Zero Artistic Movement). Η θεματολογία του περιοδικού ακολουθεί την παράδοση της επαναστατικής γεωγραφίας λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχει μια γραμμή που συνδέει το έργο των αναρχικών γεωγράφων Κροπότκιν και Ρεκλύ με τη ψυχογεωγραφία των Καταστασιακών, τις θεωρίες εξάρτησης, τον Harvey και τέλος με τη σημερινή μηδενιστική γεωγραφία της εποχής του ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

—————————————–

Ο Ιούλιος Βερν υπήρξε μία από τις επιδραστικότερες φιγούρες της Γαλλικής
κουλτούρας του 19ου αι.. Θεωρείται πατέρας της επιστημονικής φαντασίας. Σήμερα ο
μύθος του είναι πιο δυνατός από ποτέ . Όπως όλοι οι
μύθοι, έχει και αυτός τα αμφιλεγόμενα σημεία του. Επίσης
όπως γίνεται με όλους τους μύθους, άτομα με διαφορετικά
(και ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους πολλές φορές) ιδεολογικά
κίνητρα αγωνίζονται να εντάξουν το Βερνιανό μύθο στο
δικό τους ιδεολογικό-αξιακό σύστημα.
Γεγονός είναι ότι στο έργο του Ιουλίου Βερν διακρίνονται η
αγάπη του για τα ταξίδια, τη γεωγραφία, καθώς και για
την τεχνολογία, την ανακάλυψη και την επιστήμη. Το 1863
με το “Πέντε εβδομάδες με αερόστατο”, ο Βερν ξεκινά την
ενασχόληση με την τεχνολογία και το αύριο (ενασχόληση
που θα συνεχιστεί με το “Ταξίδι στο κέντρο της Γης”, το
“Από τη Γη στη Σελήνη”, το “20.000 λεύγες κάτω από τη
θάλασσα” κλπ).

images

Ο Βερν όμως για πολλά χρόνια θεωρούνταν παιδικός συγγραφέας. Υπάρχουν πολλοί
που «βλέπουν» μια αφέλεια παιδική στο έργο του. Αν και αυτό δεν είναι εντελώς
λανθασμένο, τα τελευταία χρόνια το έργο του επανεκτιμήθηκε. Βοήθησε σε αυτό και ο
μεταμοντερνισμός που από τη μία αμφισβήτησε όλες τις κυρίαρχες ιδεολογίες και
από την άλλη έψαξε να βρει κρυφά μηνύματα και ιδεολογίες σε όλους τους
απολίτικους (ή τέλος πάντων μη έντονα πολιτικοποιημένος) κλασσικούς συγγραφείς,
στην προσπάθειά του να αποδομήσει το μοντέρνο κόσμο και να επαναπροσδιορίσει
τα πάντα.
Θύμα του μεταμοντερνισμού υπήρξε και ο Λάβκραφτ που άλλοι τον παρουσιάζουν
σαν φασίστα και άλλοι σαν αναρχικό… Το θέμα είναι ότι οι πολιτικές ιδεολογίες δεν
έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο έργο του Βερν, Λάβκραφτ, Χάουαρντ κλπ. Ήταν συνειδητή
επιλογή των ιδίων να επικεντρωθούν σε άλλα θέματα. Η παγίδα όμως που η
μεταμοντέρνα σκέψη έχει στήσει είναι μεγάλη. Κάποιοι φτάσανε στο σημείο να
παρουσιάζουν το Μαρκήσιο ντε Σαντ σαν υπερασπιστή των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων…
Έτσι τα τελευταία χρόνια ο Βερν παρουσιάστηκε σαν κρυφοαριστερός, προφήτης του
σύγχρονου κόσμου και δυστοπικός συγραφέας. Κυρίαρχο επιχείρημα υπέρ της
πιθανολογούμενης (κρυπτογραφημένης) πολιτικής του σκέψης υπήρξε ότι ο Βερν
φοβόταν τον εκδότη του και έτσι περνούσε τα όποια μηνύματά του υπόγεια. Είναι
αυτή η αλήθεια όμως; Σίγουρα στο έργο του υπάρχουν και δυστοπικά αλλά και
πολιτικοποιημένα στοιχεία, όχι όμως τόσα ώστε να μετατραπεί ο Βερν σε γκουρού της
πολιτικής σκέψης.

Ας τα πάρουμε ένα ένα : Αρχικά δεν ισχύει ότι ο Βερν υπήρξε προφήτης του
τεχνολογικού κόσμου, καθώς πολλές από τις εφευρέσεις που παρουσιάζει στα βιβλία
του υπήρχαν ήδη εκείνη την εποχή (πχ. το υποβρύχιο). Επίσης προφήτεψε και πολλά
που δε γίνανε, όπως το ταξίδι στο κέντρο της γης. Άλλωστε και η πίστη του στα
τεχνικά επιτεύγματα με το πέρασμα του χρόνου εξασθένησε.
Από πολιτικής άποψης ο Βερν με τα χρόνια έγινε πιο συντηρητικός (αν υπήρξε και
ποτέ αριστερός) κάτι που μαρτυράται άλλωστε από τις πολιτικές του δηλώσεις και
επιλογές.

mysterious island

Τέλος η φήμη του Βερν σαν συγγραφέα ουτοπίας-
δυστοπίας οφείλεται και σε μερικά του έργα που
κυκλοφόρησαν όσο ζούσε, αλλά κυρίως σε έργα που
εκδόθηκαν μετά θάνατον (πχ. “Οι Ναυαγοί του
Ιωνάθαν” που τελικά δεν ήταν δικά του) κυρίως
από το γιο του. Πράγματι το 1863, ο Ιούλιος Βερν
έγραψε ένα μυθιστόρημα με τίτλο “Το Παρίσι στον
20ό αιώνα” όπου ένας νεαρός άνδρας ζει σ’ έναν
κόσμο με γυάλινους ουρανοξύστες, τρένα υψηλής ταχύτητας, αυτοκίνητα που
κινούνται με φυσικό αέριο κλπ. Δημοσιεύθηκε μετά θάνατον το 1994.
Επίσης στο “Τα 500 εκατομμύρια του Μπεγκούμ” (1879) έχει
συνδυαστεί με πρωτότυπο τρόπο η ουτοπία και η δυστοπία.
Έτσι στο έργο παρουσιάζονται δύο πόλεις. Η μία, δυστοπική
και προάγγελος των ολοκληρωτισμών του αύριο, είναι μια
στρατικοποιημένη πόλη, η Στάλσταντ. Η άλλη είναι η
Φρανσβίλ, το αντίθετο της στρατικοποίησης, μία πόλη
φτιαγμένη στα πρότυπα των Ουτοπικών σοσιαλιστών. Όμως
το έργο αυτό δεν ανήκει στο Βερν . Αντίθετα ανήκει στον
κομμουνάρο Πασκάλ Γκρουσέ που εκτοπίστηκε μετά την ήττα
της Κουμούνας και έζησε σαν πρόσφυγας για κάποια χρόνια.
Πληρώθηκε γι’ αυτό το έργο και δέχθηκε να το διασκευάσει ο
Βερν χωρίς να φαίνεται πουθενά το όνομα του!
Στο θρυλικό “Μαύρες Ινδίες” μία ολόκληρη κοινότητα επιλέγει να ζήσει σε μία
υπόγεια σπηλιά όπου εργάζεται και βγάζει τα προς το ζην από την εξόρυξη
γαιάνθρακα. Ζει λοιπόν αυτή η κοινότητα πιο ικανοποιητικά από όταν ζούσε στην
επιφάνεια. Τέλος ο Βερν δημιούργησε δύο θρυλικές προσωπικότητες: τον Κάπτεν Νέμο
και το Ροβήρο. Ο ένας ζει ελεύθερος στη θάλασσα και εκδικείται τον πολιτισμό, ενώ ο
άλλος ζει στον ουρανό με σκοπό να τον κατακτήσει. Ο Νέμο σίγουρα ήταν μια
πολιτική δημιουργία του Βερν επηρεασμένος από τον αναρχοατομικιστή επαναστάτη
της εποχής του, αλλά και από τους αντιαποικιακούς αγώνες.
Σε γενικές γραμμές, στο έργο του Βερν πολλοί ήρωές του καταφεύγουν από ανάγκη ή
από επιλογή να ζήσουν σε ερημικά νησιά, σε ηφαίστεια, κάτω από τη γη ή μέσα στη
θάλασσα. Ο Βερν προτείνει τη φυγή και το ταξίδι αλλά χωρίς το κομμουνιστικό ή
αναρχικό πρόταγμα που έχουν άλλοι συγγραφείς της εποχής του.
Έτσι, ενώ στο έργο του υπάρχουν περιπτώσεις επαναστατικής φυγής μικρών ομάδων
από την κοινωνία, δεν παρουσιάζονται αυτές οι περιπτώσεις εντός της κομουνιστικής ή ουτοπικοσοσιαλιστής παράδοσης. Αντίθετα η ιδιοκτησία ποτέ δεν
καταργείται, ενώ δεν υπάρχει αληθινή ισότητα (ο Κάπτεν Νέμο πχ. είναι το αφεντικό
των φυγάδων του Ναυτίλου).
Στο έργο του Βερν κυριαρχεί η φυγή, το ταξίδι και ο μύθος.
Όποια επαναστατικά και δυστοπικά-ουτοπικά μηνύματα
υπάρχουν είναι σχετικά περιορισμένα σε έναν αχανή κόσμο από
χαρακτήρες και τοποθεσίες που αποτελούν το σύνολο του
Βερνιανού κόσμου. Ο Βερν ήθελε να αρέσει σε όλους (αν και
κυρίως στα παιδιά). Με αυτήν την έννοια δεν υπήρξε ποτέ
επαναστάτης. Εξίσου άδικος είναι βέβαια και ο χαρακτηρισμός
του σαν παιδικός συγγραφέας. Απλά ο Ιούλιος Βερν είναι ο
Ιούλιος Βερν.
ΕΡΓΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΜΙΣΕΛ ΒΕΡΝ
Μετά το θάνατό του, ο γιος του Ιουλίου Βερν αναλαμβάνει να κυκλοφορήσει κάποια
ακυκλοφόρητα έργα του πατέρα του. Θεωρητικά ο Μισέλ Βερν έχει την υποχρέωση να
διορθώσει τυχόν λάθη στα αρχικά χειρόγραφα του πατέρα του, τα οποία ο θάνατός
του, εμπόδισε στο να τα επιμεληθεί ο ίδιος. Ο Μισέλ όμως σε κάποια έργα άλλαξε
κυριολεκτικά τα φώτα. Και εννοείται ότι βάζει την υπογραφή του πατέρα του… Έτσι
κάποια τον θεωρούν πλαστογράφο γιατί αλλοίωσε τα αρχικά κείμενα του Ιούλιου
Βερν. Ο ίδιος, μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα δεν κυκλοφόρησε ποτέ κάτι με το
επώνυμό του. Έτσι καταδικάστηκε από τους κριτικούς να ζει στη σκιά του πατέρα
του σαν μία αντιφατική και ιδιάζουσα περίπτωση. Είναι όμως έτσι;
Πρώτα και κύρια ο Μισέλ κατάργησε όσο μπορούσε το happy ending του πατέρα του.
Πολλές φορές άλλαξε έτσι ολόκληρο το μήνυμα. Η αλήθεια είναι ότι αν κάποιος από
τους δύο είναι πρόδρομος της δυστοπίας αυτός είναι ο γιος και όχι ο πατέρας. Στους
“Οι Ναυαγοί του Ιωνάθαν” ο Μισέλ ανατρέπει το χαρωπό κοινωνικό μήνυμα του
πατέρα του και παρουσιάζει μια φιλοσοφική μελέτη -κριτική όλων των πολιτικών
συστημάτων. Σε αυτό το έργο ο Μισέλ Βέρν δείχνει μια συμπάθεια προς τον
“αναρχοατομικισμό”.
Επίσης στο “Εκπληκτική περιπέτεια της αποστολής Μπαρσάκ” (1919) ο Μισέλ Βερν
τα καταφέρνει καλά. Περιγράφει τον τεχνολογικό φασισμό του μέλλοντος μέσα από
την πόλη Μπλάκλαντ (όπου κυριαρχούν οι ιπτάμενες μηχανές και τα αυτόματα
εργαλεία). Ενώ όμως η τεχνολογία θριαμβεύει, η κοινωνία νοσεί. Η πόλη είναι
διαχωρισμένη μεταξύ τομέων με τοίχους, ενώ και οι κάτοικοι είναι χωρισμένοι μεταξύ
τους σε λευκούς και μαύρους. Όμως ο Μισέλ είναι πανέξυπνος. Οι λευκοί δεν
εξουσιάζουν μόνο τους μαύρους αλλά και πολλούς λευκούς σκλάβους. Μάλιστα η
προσωπική φρουρά του δικτάτορα είναι μαύροι. Με τον τρόπο αυτό ο Μισέλ
κατάφερε να συλλάβει τη δύναμη του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού, που μέσω της
περιπλοκότητας και παραχωρώντας προνόμια σε κάποιο κομμάτι της μειονότητας
(διαίρει και βασίλευε) μπορεί να επιβιώνει.
Άλλο ενδιαφέρον και πρωτότυπο στοιχείο στη σκέψη του Μισέλ είναι ότι στην πόλη
αυτή κανείς δεν είναι εξαθλιωμένος. Αντίθετα η τεχνολογία βρίσκεται στην υπηρεσία
όλων, ακόμα και των δούλων. Στο έργο αυτό προαναγγέλλεται κατά κάποιον τρόποτο Βrave new world του Χάξλευ, αλλά γιατί όχι και ο σύγχρονος υπερκαταναλωτικός
κόσμος (τουλάχιστον πριν την παγκόσμια κρίση του 2007).
Τέλος στο “Ο Αιώνιος Αδάμ” (1910), έργο που μάλλον ανήκει εξολοκλήρου στο γιο,
εκείνος παρουσιάζει το τέλος της ανθρωπότητας, μένοντας πιστός στο δυστοπικό
πνεύμα του 20ου αι., τόσο ξένο στον πατέρα του και στο χαρούμενο τεχνολογικό
πολιτισμό του 19ου αιώνα. Μια μικρή ομάδα έχει επιβιώσει από την ξηρασία που
κατέστρεψε τον πλανήτη. Υπάρχει το στοίχημα του αν ο πολιτισμός θα επιβιώσει και
ο κόσμος, όπως τον ξέραμε, θα ξαναδημιουργηθεί. Η ομάδα όμως δεν τα καταφέρνει
και οι επιζώντες επιστρέφουν στο πρωτόγονο επίπεδο. Ο πολιτισμός πέθανε και ο
Μισέλ υπήρξε με αυτό του το έργο πρωτεργάτης της καταστροφολογικής λογοτεχνίας.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Αν και με την υπογραφή του Ιουλίου, τα πιο πολιτικοποιημένα και μηδενιστικά έργα
των Βερν πρέπει να αποδοθούν στο γιο. Ακόμα και έτσι ο Ιούλιος Βερν δεν υπήρξε
ένας παιδικός συγγραφέας, αν και η προσπάθεια καπελώματός του από κάθε
πολιτική ιδεολογία θα μείνει μάλλον ανεπιτυχής. Είναι αυτό που είναι και γι’ αυτό το
λόγο αγαπήθηκε τόσο.

Εξόριστοι στο “νησί του θανάτου”

Ήταν 30 του Μάη του 1933, όταν είδε το φως της δημοσιότητας η δραματική έκκληση των 30 εξόριστων κομμουνιστών της Γαύδου, με την οποία ζητούσαν από τους εργαζόμενους –πέρα από την άμεση οικονομική ενίσχυση τους, για να μην πεθάνουν από τις αρρώστιες και την πείνα– ν’ αγωνιστούν μαζί τους για την κατάργηση της Γαύδου ως τόπου εξορίας, για τη γενική αμνηστία στους φυλακισμένους!

Σήμερα βέβαια η Γαύδος δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τους υπόλοιπους, ελκυστικούς εκδρομικούς προορισμούς που υπάρχουν στην Κρήτη. Αντίθετα πολλοί την προτιμούν ως εναλλακτικό τόπο διακοπών και την επισκέπτονται κυρίως το καλοκαίρι, γιατί απολαμβάνουν τις ομορφιές του νησιού και τη φυσικότητα του τοπίου, μακριά από τους ασφυκτικά δομημένους χώρους και τους ενοχλητικούς θορύβους της πόλης, μπορώντας μέσα στη βραδινή σιγαλιά ν’ αφουγκραστούν την απεραντοσύνη του Λιβυκού Πελάγους.

154626-gaudos1

Πριν 81, ωστόσο, χρόνια η κατάσταση ήταν κάπως… διαφορετική. Τότε αυτό το έρημο, ορεινό και άγονο νησί, όπου σπάνιζαν οι άνθρωποι, τα δέντρα και τα ζα (1) , αυτό το ξερονήσι που παρήγαγε μόνο θανατηφόρους σκορπιούς, στο οποίο πέθαναν αρκετοί εξόριστοι κομμουνιστές από την πείνα, τις στερήσεις και τις αρρώστιες, είχε δίκαια τη φήμη πως ήταν το «νησί του θανάτου» (2), αφού στη Γαύδο λειτούργησε στο Μεσοπόλεμο, από το 1929 έως το 1941, η πιο σκληρή εκτόπιση.

Ο γραμματέας των αρτεργατών Τσαπώνης, εξόριστος στη Γαύδο το 1935

Σε κανένα άλλο νησί η απομόνωση από τον έξω κόσμο δεν ήταν τόσο ολοκληρωτική. Η έλλειψη τροφής και η απουσία μιας στοιχειώδους υγειονομικής υποδομής συνέθεταν το αποτύπωμα της κρατικής βαρβαρότητας που άφηνε τραχιά τα σημάδια της πάνω στα σώματα των εκτοπισμένων που με την εφαρμογή του «ιδιώνυμου» το 1929 (3) άρχισαν να πληθαίνουν:

«Ξεκινώντας απ’ τις Βαστίλλες της Ελληνικής κεφαλαιοκρατίας και τις έδρες των επιτροπών ασφαλείας», θα γράψουν το Μάη του 1933 στην έκκλησή τους, «εξαντλημένοι απ’ τη πολύχρονη φυλάκιση που πλησιάζει και τους πιο γερούς στη φυματίωση, ύστερα από αναρίθμητες ταλαιπωρίες στα τμήματα μεταγωγών, διασχίζουμε με τα πόδια τη μισή Κρήτη, φορτωμένοι τις αποσκευές μας, οι περισσότεροι νηστικοί, ξενυχτάμε στα μεσαιωνικά μπουντρούμια του Ασκίφου και των Σφακιών με τις βαρειές αλυσίδες, το βαθύ σκότος και τα νερά. Κι ό,τι απ’ τις δυνάμεις μας δεν έχει εξαντλήσει ο δρόμος έρχεται ν’ αποτελειώσει η πολυήμερη πείνα κι’ αναμονή στα Σφακιά ώσπου το καΐκι να μας ξεμπαρκάρει στη μαύρη Γαύδο» (4).

154626g-2

Αφόρητη ήταν η πείνα και η απομόνωση στο νησί:

«Μ’ ένα επίδομα 10 δραχμών που δεν το παίρνουν ούτε οι μισοί, είμαστε αναγκασμένοι σε υπερβολικά εξογκωμένες τιμές ν’ αγοράζουμε ό,τι μπορούμε για να ικανοποιήσουμε για μια στιγμή τις ανάγκες μας…

Το καΐκι που θα μας συνδέσει με τον άλλο κόσμο έρχεται κάθε 8 μέρες κι’ αυτό όταν θα το επιτρέψει ο καιρός. Οι πείνες που δοκιμάζουμε εξαιτίας του, πολύ συχνά μια μέρα τη βδομάδα και πολλές μέρες στα τέλη του μήνα μας εξαντλούνε ακόμα περισσότερο. Αναγκαζόμαστε να τρώμε κεδρόκοκα για να χορτάσουμε την πείνα μας παρ’ όλο τον κίνδυνο που διατρέχουμε – και πολλοί από μας δεν τον ξέφυγαν – να βγάζουμε αίμα.

Τα ρούχα μας, τα παπούτσια μας φθείρονται στο δρόμο, που κάνουμε για τη μεταφορά των τροφίμων χωρίς να μπορούμε να τ’ αντικαταστήσουμε. Ο αριθμός των ξυπόλητων και των γυμνών μεγαλώνει. Μια και μιάμιση ώρα θέλουμε για να μεταφέρουμε τα τρόφιμα – 25 με 30 οκάδες βάρος καθένας – ως την τρώγλη που μένουμε. Πολλοί λυγίζουν στο δρόμο» (5) .

Μα δεν τελειώνουν τα βάσανά τους εκεί, αφού από την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού και το τροπικό κλίμα όλοι οι εξόριστοι είναι άρρωστοι, κύρια από τη γαυδιώτικη ελονοσία, καθώς ο οργανισμός τους παλεύει νηστικός, χωρίς φάρμακα, χωρίς γιατρό:

«Κι’ ακόμα δεν ήρθε το καλοκαίρι, δεν ήρθαν οι ζέστες, δεν άρχισε ο λίβας να φυσάει. Και προ πάντων δεν άρχισαν ακόμα να βουίζουν τα κουνούπια. Πώς θα τα βγάλουμε πέρα; Πόσους Καραντεμίρηδες θα θρηνήσει φέτος η εργατική τάξη; Πώς θα αντιμετωπίσουμε όλη αυτή την κατάσταση;» (6).

Ο Καραντεμίρης είχε πεθάνει από ασθένεια που του μεταδόθηκε στη Γαύδο την επόμενη μέρα της μεταφοράς του από το νησί στη φυλακή, στα Σφακιά της Κρήτης.«Καιρού επιτρέποντος», θα επιβεβαιώσουν οι εξόριστοι της Ανάφης στον Μπερτ Μπέρνς που τους επισκέφτηκε το 1935, «ένα καΐκι ταξιδεύει μια φορά τη εβδομάδα ανάμεσα στο νησί και στα Σφακιά, όπου η φυλακή είναι κρύα και ανθυγιεινή. Αντί να οδηγήσουν τον ασθενή (σ.σ. που έπασχε από τύφο) στο νοσοκομείο μόλις μεταφέρθηκε στο νησί, οι αστυνομικοί τον έκλεισαν στη φυλακή, όπου και πέθανε την επόμενη μέρα» (7). Και δεν ήταν ο μόνος νεκρός…

Και η έκκληση καταλήγει:

«Σύντροφοι στο πόδι! Στις προσπάθειες σας για την άμεση οικονομική μας ενίσχυση αγωνισθείτε για να γίνει σύνθημα της μάζας, σύνθημα εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων της πόλης και του κάμπου η κατάργηση της Γαύδου, η γενική αμνηστεία στους φυλακισμένους και εξορίστους αγωνιστές της εργατικής τάξης».

Γαύδος, 15 Μάη 1933

Αυτός που πρώτος υπογράφει την έκκληση ήταν ο Τάκης Φίτσος που εξορίστηκε στη Γαύδο ήδη από το 1931. Το 1931, άλλωστε, είχε ήδη σταλεί εκεί ο Θανάσης Κλάρας (ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ Άρης Βελουχιώτης) και ο Ανδρέας Τζήμας (Σαμαρινιώτης) που συνυπογράφουν την έκκληση μαζί με τον Κ. Μελίκογλου και 24 ακόμα εξόριστους (8).

Ομάδα εξόριστων στη Γαύδο στα τέλη του 1935

Η συγκλονιστική έκκληση των εξόριστων άσκησε στην εποχή της ιδιαίτερη –βέβαια- επίδραση μεταξύ των προοδευτικών εργαζομένων ενεργοποιώντας παράλληλα κι ένα ολόκληρο κίνημα αλληλεγγύης για τη σωτηρία τους. Ωστόσο, δε φαίνεται να συγκίνησε ιδιαίτερα τις κρατικές και κυβερνητικές αρχές, οι οποίες συνέχιζαν να στέλνουν σ’ αυτό το διαβολονήσι κι άλλους αγωνιστές σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, όχι μόνο άνδρες αλλά και πολλές νέες και μορφωμένες γυναίκες (9). Το 1932 υπήρχαν στο νησί 47 εξόριστοι (10), ενώ το ’34-35 εξορίστηκαν στη Γαύδο ο Μήτσος Παρτσαλίδης, ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης και ο Βασίλης Μπαρτζιώτας.

Ο αριθμός των εξόριστων στη Γαύδο παρουσιάζει ανάμεσα στα 1929 έως το 1941 διακύμανση αποτυπώνοντας ως πολιτικό βαρόμετρο τον αυταρχικό κατήφορο του Μεσοπολέμου, που διεθνώς σημαδεύτηκε από την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομική κρίση του 1929-1933, την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη και την απειλή ενός νέου Παγκόσμιου Πολέμου. Στο εσωτερικό σημειώνονται διαρκή στρατιωτικά κινήματα που διακόπτονται από σύντομες περιόδους επαναφοράς της κοινοβουλευτικής «νομιμότητας» με αδιάλειπτη, ωστόσο, καταδίωξη των πρωτοπόρων αγωνιστών του εργατικού κινήματος και των συνδικαλιστικών και πολιτικών τους οργανώσεων μέχρι την επιβολή της δικτατορίας του Ι. Μεταξά την 4η Αυγούστου του 1936.

Είναι αλήθεια πως η μεγάλη στροφή στη ζωή του Θανάση Κλάρα και η οργανική ένταξή του στο εργατικό κίνημα γίνεται στην Αθήνα το 1924, όταν ο μετέπειτα πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ συνδέθηκε στενά με τον συμπατριώτη του Τάκη Φίτσο, ο οποίος στάθηκε δάσκαλός του, τον βοήθησε να ξεκαθαρίσει τις ανησυχίες του, να διευρύνει τους ορίζοντές του. Μα και στο βιβλίο του «Άρης Βελουχιώτης – Ο πρώτος του αγώνα», και ο Π. Λαγδάς χαρακτηρίζει τον Θανάση Κλάρα «μαθητή» του Φίτσου. Ο Τάκης Φίτσος και ο Θανάσης Κλάρας θα βρεθούν συνεξόριστοι στη Γαύδο το 1931-1933.

Ο Μπερτ Μπερνς, πάντως, που επισκέφτηκε το νησί στις αρχές του 1936, όταν είχε δοθεί –μετά το νόθο δημοψήφισμα για την επιστροφή του βασιλιά- αμνηστία από την κυβέρνηση Δεμερτζή βρίσκει μόνο δεκατρείς εξόριστους στο νησί (11). Σύμφωνα με μια άλλη μαρτυρία το 1936 υπήρχαν στη Γαύδο 24 εξόριστοι, οι οποίοι ωστόσο εικοσαπλασιάστηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, ξεπερνώντας τους κατοίκους του νησιού (12).

Tο σωζόμενο «σπίτι του Βελουχιώτη» στο Σαρακήνικο της Γαύδου που έχτισε για τις ανάγκες της το 1931-1933 η πρώτη φουρνιά εξόριστων με γραμματέα
της κολλεκτίβας τον Tάκη Φίτσο. Xτίστηκε από τους ίδιους τους εξόριστους και ήταν ιδιοκτησία της Oμάδας Συμβίωσης.

Αφημένοι από τους αρμόδιους να αργοπεθάνουν αβοήθητοι, οι εξόριστοι αντιστέκονται με αξιοθαύμαστη πειθαρχία, οργανώνοντας τη συλλογική τους ζωής μέσα από την Ομάδα Συμβίωσης Πολιτικών Εξόριστων (ΟΣΠΕ), ή αλλιώς «κολλεχτίβα», η οποία κάλυπτε όλες τις πτυχές της καθημερινότητας, από το μαγείρεμα και την καθαριότητα μέχρι τις αγροτικές εργασίες και της πολιτιστικές εκδηλώσεις (14).

Οι εξόριστοι κατασκευάζουν έναν αυτοσχέδιο χειρόμυλο και φτιάχνουν φούρνο για να ψήνουν το ψωμί, ενώ δημιουργούν κι ένα πρότυπο περιβόλι με ντομάτες σε μια ιδιόκτητη ρεματιά. Ανοίγουν καφενείο, βάζουν σε κυκλοφορία το χαρτονόμισμα της μιας δραχμής που… τυπώνουν, σφραγίζοντας κάθε σελίδα από το συνταγολόγιο του γιατρού για τη διευκόλυνση των συναλλαγών στο νησί. Κατακτούν από την αστυνομία το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης, ενώ αναλαμβάνουν διάφορες εκπαιδευτικές δραστηριότητες, κάνουν πολιτική διαφώτιση και μαθαίνουν γραφή κι ανάγνωση τους ελάχιστους εξόριστους που είναι αναλφάβητοι. Το μεγαλύτερο τους επίτευγμα, όμως, είναι πως έχτισαν στο Σαρακήνικο, μια έρημη, άνυδρη, ακατοίκητη κι ακαλλιέργητη περιοχή, το δικό τους σπίτι, για να κατοικήσουν εκεί.

Ήταν ένα δύσκολο έργο που ολοκληρώθηκε το 1933. «Οι σύντροφοι δεν διέθεταν υλικά και εργαλεία. Το σπίτι κτίστηκε από πέτρες και χώμα, χωρίς τσιμέντο και παρ’ ό,τι δεν θύμιζε και πολύ σπίτι, ήταν σαφώς καλύτερο από τις κατοικίες των χωρικών, ώστε στο νησί να αποκαλείται ‘παλάτι’» (15). Μάλιστα οι εξόριστοι, φρόντισαν να του δώσουν και τον «κρητικό ρυθμό». Δηλαδή, ακολούθησαν την αρχιτεκτονική παράδοση.

Αυτός ο άθλος θα εμπνεύσει τον νεαρό τότε Γιάννη Ρίτσο να γράψει στις «Πυραμίδες» το 1935:

Στο στομάχι του Χρυσού, το Φως πεινά
μα οι εξόριστοι στων Γαύδων τ’ ακρωτήρια
χτίζουν μέσα τους, τα νέα τους ορμητήρια,
τ’ αυριανά

Η Γαύδος ως τόπος εξορίας λειτούργησε μέχρι τις 30 του Μάη του 1941. Εκείνη τη μέρα, παρά την αυστηρή επιτήρηση δραπέτευσαν 7 εξόριστοι, μεταξύ των οποίων οι Λ. Στρίγγος, Μάρκος Βαφειάδης, Μήτσος Βλαντάς, Πολ. Δανιηλίδης (16), ενώ με την αναστάτωση που επακολούθησε τη γερμανική εισβολή, όλοι σχεδόν οι εξόριστοι διέφυγαν στην Κρήτη και αρκετοί πήραν μέρος τόσο στη μάχη της Κρήτης όσο και στην Αντίσταση.

Στο συμφωνητικό που υπογράφηκε στις 14 του Μάρτη του 1933 ανάμεσα στον ιδιοκτήτη του οικοπέδου και στους αντιπροσώπους της κολλεχτίβας των εξόριστων της Γαύδου, η δεύτερη υπογραφή (αριστερά) ανήκει στον Θανάση Κλάρα (Άρη Βελουχιώτη).

Το πρώτο είναι το ιδιωτικό συμφωνητικό, που δίνει το δικαίωμα στους εξόριστους να χτίσουν το δικό τους σπίτι στη θέση Σαρακήνικο της Γαύδου. Το δεύτερο, επίσης, συμφωνητικό καθιερώνει την καταβολή ενοικίου απ’ τους εξόριστους και ορίζει ποιος θα εκμεταλλεύεται τα προϊόντα του μικρού κήπου που δημιούργησαν (17) .

Δημήτρης Δαμασκηνός

—————-

Σημειώσεις – Παραπομπές:

1. Γκριτζώνας Κώστας, «Ομάδες Συμβίωσης», Φιλίστωρ, 2000, σελ. 32.
2. Γκριτζώνας Κώστας, ο.π. σελ. 34-35.
3. Βλ. Κούνδουρου Ρ.Σ., «Η ασφάλεια του Καθεστώτος, Πολιτικοί κρατούμενοι, εκτοπίσεις και τάξεις στην Ελλάδα 1924-74», Αθήνα, εκδ. Καστανιώτη, 1978, σελ. 74.
4. Έκκληση εξόριστων Γαύδου, Σώστε μας, σώστε μας! Μια φωνή από το νησί της Γαύδου όπου αργοπεθαίνουν οι εξόριστοί μας. Αγωνιστείτε για τη Γενική Αμνηστεία! εφημερίδα: Ο Νέος Ριζοσπάστης, Τρίτη 30 Μάη 1933, σελ. 1-2.
5. Έκκληση εξόριστων Γαύδου, Σώστε μας, σώστε μας! ο.π., σελ. 1-2.
6. Έκκληση εξόριστων Γαύδου, Σώστε μας, σώστε μας! ο.π., σελ. 1-2
7. Μπερτλς Μπερτ, «Εξόριστοι στο Αιγαίο. Αφήγημα πολιτικού και ταξιδιωτικού ενδιαφέροντος», μτφρ. Γιάννης Καστανάρας, πρόλογος-εισαγωγή Ντέιβιντ Κλόουζ – Άλκης Ρήγος, Φιλίστωρ, 2002, σελ. 162-163.
8. Έκκληση εξόριστων Γαύδου, Σώστε μας, σώστε μας! ο.π., σελ. 1-2.
9. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του παλαίμαχου δημοσιογράφου και αγωνιστή Βάσου Γεωργίου στο βιβλίο του «Η Ζωή μου», ο οποίος είχε ζήσει και ο ίδιος κρατούμενος στη Γαύδο τα χρόνια της 4ης Αυγούστου, λίγο πριν από τον πόλεμο, μεταξύ των 50 εξόριστων, οι γυναίκες ήταν 13 με 15… «Όταν βλέπει πολλές νέες αγωνίστριες στο Καστρί, στην αυλή του δίπατου σπιτιού ξαφνιάζεται. “Εδώ έχουμε γυναικοκρατία”, είπε ο γραμματέας της ομάδας, γελώντας» [Βλ. Σέρβος Δημήτρης (κείμενα – φωτογραφίες), Γαύδος, Το «νησί του διαβόλου» για τους εξόριστους κομμουνιστές! Ιστορικά στοιχεία από αφηγήσεις Αύρας Παρτσαλίδου και Βάσου Γεωργίου, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Σάββατο 28 Οχτώβρη 2000 – Κυριακή 29 Οχτώβρη 2000, σελ. 16. & Ξένου –Βενάρδου Αλίκη, ΓΑΥΔΟΣ: Εδώ έζησε η Καλυψώ! … αλλά και γυναίκες εξόριστες, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Κυριακή 5 Αυγούστου 2001, σελ. 18].
10. Εταιρία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων 1940-1974 (ΕΔΙΑ) – Υπουργείο Αιγαίου, Αιγαίο. Αρχιπέλαγος Μαρτυρίων, ο.π., σελ. 161).
11. Βόγλης Πολυμέρης, Η ζωή στις φυλακές και την εξορία τα χρόνια του Μεταξά, εφημερίδα Ελευθεροτυπία – Βιβλιοθήκη, 04/08/2006.
12. Εταιρία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων 1940-1974 (ΕΔΙΑ) – Υπουργείο Αιγαίου, Αιγαίο. Αρχιπέλαγος Μαρτυρίων, ο.π., σελ. 162.
13. Πηγή ΕΣΥΕ – επεξεργασία ΕΔΙΑ. Βλ. Εταιρία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων 1940-1974 (ΕΔΙΑ) – Υπουργείο Αιγαίου, Αιγαίο. Αρχιπέλαγος Μαρτυρίων, ο.π., σελ. 161.
14. Βόγλης Πολυμέρης, Η ζωή στις φυλακές και την εξορία τα χρόνια του Μεταξά, ο.π., 04/08/2006.
15. Μπερτλς Μπερτ, «Εξόριστοι στο Αιγαίο», ο.π., σελ. 342 – 345.
16. Γκριτζώνας Κώστας, «Ομάδες Συμβίωσης», Φιλίστωρ, 2000, σελ. 33.
17. Σέρβος Δημήτρης (κείμενα – επιμέλεια), Εξόριστοι στη Γαύδο. Γαύδος… ο.π., σελ. 19.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα: “Χανιώτικα Νέα”, Σάββατο, 24/05/2014 Ένθετο: Διαδρομές , σελ. 10-11.

Εκείνοι που άκουγαν τα blues

mississippi_john_hurt

Ήξερα κάποτε ένα ζευγάρι που ήταν πραγματικά ευτυχισμένο μόνο όταν άκουγε blues, τη ντόπια αμερικάνικη μουσική που γεννήθηκε όταν οι μαύροι δούλοι τραγουδούσαν σε δική τους ερμηνεία τον πόνο και τις επιθυμίες τους. Μπλουζ δωδεκάμετρα, με τέσσερις χρόνους σε κάθε μέτρο. Με τον πρώτο στίχο να επαναλαμβάνεται και να ακολουθείται από μια άλλη παραλλαγή, συνήθως επεξηγηματική:

Να ένα παράδειγμα:

My baby caught the train, left me all alone
My baby caught the train, left me all alone
She knows I love her, she doin’ me wrong

Είναι οι πρώτοι στίχοι του Who’s been talking, του blues – λαβάρου του μεγάλου Howlin’ Wolf.

Αυτοί οι δύο ήταν μυστήρια τρένα. Η στάση τους παρέμενε για μένα και όσους τους γνωρίζαμε ένα ερωτηματικό, διότι αυτό που έκαναν ήταν πραγματικά αξιοπερίεργο. Γνώριζαν έναν σκασμό μουσική, έπαιζαν όργανα, τραγουδούσαν, είχαν εξειδίκευση σε ένα σωρό είδη, αλλά δεν τους ακούσαμε ποτέ να τραγουδούν, να χορεύουν, να παίζουν μουσική μαζί – τουλάχιστον όποτε τους βλέπαμε.

Ακούγοντας σκληροπυρηνικά blues, τα τραγούδια της θλίψης, γινόταν κάτι ανεξήγητο. Σαν συνεννοημένοι, σαν ρυθμισμένοι από μια δύναμη που οι άλλοι δεν αντιλαμβάνονταν, σηκώνονταν και χόρευαν, τραγουδούσαν, χαίρονταν πραγματικά, κοιτούσε ο ένας τον άλλον με μάτια που πετούσαν σπίθες, φλόγες. Ποιος άλλος θα το έκανε με τους στίχους του Worried life blues?

Oh lordie lord
Oh lordie lord
It hurts me so bad for us to part
But someday baby
I ain’t gonna worry my life anymore

Αυτοί οι δύο το διασκέδαζαν καλά, ξεκαρδίζονταν, αγκαλιάζονταν, φιλιόντουσαν, έπιναν, ούρλιαζαν. Είχαν προσαρμόσει τα αρμονικά πρότυπα των blues, την τεχνοτροπία του σπασίματος ή λυγίσματος της νότας στη δική τους φραστική και το δικό τους συναίσθημα.

So many nights since you’ve been gone
I’ve had to worry and grieve my life alone
But someday baby
I ain’t gonna worry my life anymore

Σκεφτόμουν ότι αυτοί οι δύο που συνεννοούνται και συναντιούνται μόνο μέσα στα θλιμμένα blues είναι ή τρελοί ή σοφοί αυτοσαρκαζόμενοι και θεομπαίχτες. Αν σταματούσες το πικάπ εκείνη την ώρα που ο Robert Johnson σπάραζε στο Standing at the Crossroads ήταν ικανοί να καθίσουν στον καναπέ, να χαθεί στις σκέψεις ο καθένας μόνος του, να μουτρώσουν και να χάσουν κάθε επικοινωνία με το περιβάλλον και μεταξύ τους.

Ένας νευρολόγος ή κάποιος πιο εξειδικευμένος θα μπορούσε να μας πει τι συνέβαινε. Εμείς που τους γνωρίζαμε, δεν μπορούσαμε να τους κατανοήσουμε εύκολα, αλλά ούτε και να τους καταλογίσουμε το παραμικρό. Εμείς τους κάναμε παρέα, ακούγαμε μαζί τα blues και όλα τα άλλα που ακούμε, αλλά δεν ήταν ευεξήγητο για ποιο λόγο ταυτίζονταν τόσο διονυσιακά με τα blues και τη θλίψη τους, πώς δύο ωραία τυπάκια wyld at heart τα είχαν συμφωνήσει να απελευθερώνονται και να βρίσκονται μεταξύ τους μέσα από το moodiness των blues. Αλλά τους γουστάραμε πολύ και περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, άλλωστε.

Στενοχωρηθήκαμε όταν μάθαμε ότι τώρα ακούν τα blues τους χωριστά. Ακολούθησαν τον ήχο της βροχής, το ποταμόπλοιο στο Μισσισσιππή, τα σύννεφα, ποιος ξέρει τι έγινε, έτσι λένε οι περισσότεροι από την παρέα, αλλά εγώ έχω τη γνώμη ότι πάλι κάτι συμφώνησαν μεταξύ τους που για εμάς τους υπόλοιπους είναι σκοτεινό, δυσδιάκριτο, αδιόρατο. Ίσως ξεκίνησαν ένα μοναχικό ταξίδι στις φυτείες βαμβακιού της Λουιζιάνα ή στα καλαμποκοχώραφα του Τέξας ακούγοντας τους στίχους του Stormy Monday:

Lord have mercy, lord have mercy on me
Lord have mercy, lord have mercy on me
You know I tryin’, tryin’ to find my baby
Please send her on home to me.

Μέχρι να βρεθούν εκεί που έχουν δώσει ραντεβού και να ξεκαρδιστούν και να χορέψουν και να αγκαλιαστούν ξανά.

Μπουκαλάκια με άμμο

sandy-beach

Μια αγαπημένη συνήθεια ετών είναι να μαζεύω άμμο από ακρογιάλια και ακτές διαφόρων τόπων που έχω περπατήσει, που έχω ξαπλώσει και έχω αφουγκραστεί την ανάσα της γης. Την κλείνω σε μπουκαλάκια και κατόπιν κολλάω χαρτάκια στον πάτο τους αναγράφοντας ημερομηνία και μέρος. Κάθε καινούριο μπουκαλάκι το τοποθετώ δίπλα στα άλλα και όλα μαζί υφαίνουν το προσωπικό μαγικό χαλί της διαδρομής και της μνήμης.

Πολλές φορές τα ανοίγω. Ψηλαφώ την κατάλευκη άμμο του De Haan, τη μαύρη (ηφαιστιακή;) της Καλιφόρνια, τους ψιλούς κόκκους της ιδιαίτερης πατρίδας, της Λευκάδας, τη συμπαγή άμμο της Πλάκας στο Πήλιο. Η ένωση με τους τόπους και τα περασμένα είναι ακαριαία και ευεργετική. Μου αρέσει να κρατώ στα χέρια μου λίγη άμμο, όπως κρατάς στο νου σου ωραίες αναμνήσεις. Ή ένα φυλακτό. Νιώθω πλήρης και ήρεμος. Σπίτι μου. Προσέχω όμως να μην γλιστρίσει από τα δάκτυλά μου και σπαταληθεί, να μη χαθεί προτού με προσοχή την επανατοποθετήσω στα μπουκαλάκια μου. Προσπαθώ δε να μην παίρνω πολλή. Μη μου ξοδευτεί, είναι η περιουσία μου. Η άμμος και οι αναμνήσεις.

Χθες άνοιξα το μπουκαλάκι της Ελαφονήσου για πρώτη φορά. Ήταν ακόμη υγρή η άμμος του. Η εικόνα της παραλίας του Σίμου αναδύθηκε σαν τζίνι μέσα από το λυχνάρι. Κόλλαγε στο χέρι και δυσκολεύτηκα να την ξαναβάλω μέσα. Δεν ξεπλύθηκα με νερό. Θα χανόταν αμέσως. Έτσι, συνέχισα τη δραστηριότητά μου, διάβασα τα βιβλία μου, έγραψα τα άρθρα μου, άνοιξα τις μπύρες μου, έστριψα τα τσιγάρα μου διατηρώντας ίχνη άμμου ανάμεσα στα δάκτυλα, τα οποία έμεναν στα αντικείμενα και διασκορπίζονταν πάνω στο γραφείο, τα ρούχα και στο χώρο μου.

Όλες τις αμμουδιές που θα μαζέψω, μια μέρα θα τις συγχωνεύσω. Θα τις αναποδογυρίσω σε μια κλεψύθρα, Θα ανακατέψω τόπους και χρόνους και θα βλέπω άμμο και αστέρια πέφτοντας να αρχίζουν το μέτρημα. Είμαστε η άμμος μας και προορισμός μας είναι αυτός.

Django Reinhardt: J’ attendrai (1939)

Το 1949 ο Γ.Π. Σαββίδης συνάντησε τον Τζάνγκο στο Λονδίνο και του πήρε συνέντευξη, τα κυριότερα μέρη της οποίας αναδημοσιεύτηκαν στο Βήμα της 31/1/2010.

– Είχατε ως σήμερα την ευκαιρία να παίξετε με ποικίλα συγκροτήματα: μεγάλες γαλλικές ορχήστρες,το κουιντέτο εγχόρδων,το κουιντέτο με τον Ρόσταϊνγκ,τον Ντιουκ,σόλο.Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας και ποιο συγκρότημα πιστεύετε ότι σας ταιριάζει καλύτερα;

«Η τουρνέ μου με την ορχήστρα του Ντιουκ Ελινγκτον μου άνοιξε τα μάτια. Το ιδανικό μου είναι να παίζω με μια τέτοια ορχήστρα. Με το κουιντέτο εγχόρδων κάναμε βέβαια θαυμάσια δουλειά, αλλά ποτέ μου δεν έπαιξα τόσο με την ψυχή μου όσο με τον Ντιουκ. Ενιωθα αληθινά πως συμμετείχα σε κάτι το μεγάλο, το άρτιο».

– Ποιο,νομίζετε,είναι το μέλλον της τζαζ ως μέσου καλλιτεχνικής εκφράσεως;

«Η τζαζ έχει πάψει πλέον να ΄ναι μόνο μουσική χορού· αν κι αυτό δεν είναι λίγο: στο κάτω-κάτω η εποχή του Μότσαρτ δεν ήταν η εποχή του τοτινού “σουίνγκ;”. Η τζαζ έχει ήδη επηρεάσει και διευρύνει την μορφή και την τεχνική της κλασικής μουσικής. Πιστεύω ότι κάποτε η τζαζ θα είναι η μόνη μουσική. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι μολονότι ακολουθώντας διαφορετικούς δρόμους ο Μπάρτοκ, ο Χόνεγκερ, ο Ελινγκτον κι ο Γκιλέσπι φτάνουν στην ίδια κορυφή. Θα ΄μαστε όμως ανόητοι αν πιστέψομε ότι είναι ποτέ δυνατόν να θαφτούν τα μνημεία της κλασικής μουσικής. Οι συνθέσεις του Μπαχ, του Φρανκ, του Ντεμπισί, του Ραβέλ, του Μπάρτοκ, του Σοστακόβιτς (που ΄ναι οι αγαπημένοι μου) κ.ά. θα εξακολουθούν ν΄ αξίζουν και να εκτελούνται. Μόνο που οι τότε μουσικοί θα έχουν καρπωθή την τεράστια ανανεωτική προσφορά της τζαζ».

– Εκτός από την τζαζ, έχετε άλλες ασχολίες;

«Οπως βλέπετε ζωγραφίζω. Τελευταία μου κόλλησε η μανία. Τόσοι ζωγραφίζουν και τους παίρνουν στα σοβαρά- γιατί να μη πάρουν κι εμένα. Κι ύστερα είναι ωραίο να ΄χεις χρώματα και να τα κάνεις ό,τι θες! Εκτός από την τζαζ υπάρχει κι άλλη ομορφιά στη ζωή – και την απολαμβάνω. Αλλ΄ ας μιλήσομε σοβαρά. Το μεράκι μου είναι η σύνθεση. Εχω ήδη συνθέσει ένα συμφωνικό ποίημα “La Μanoir de mes r ves”, για ορχήστρα, αρμόνιο και χορωδία, που χρησίμευε για υπόκρουση στο φιλμ “Το χωριό της οργής”. Επίσης κι ένα bol ro για ορχήστρα και φλάουτο που πρωτοεκτελέστηκε το ΄36. Ακόμα, έγραψα τους «Αυτοσχεδιασμούς» μου (αριθ. 1, 2, 3), που είχα κάνει με την κιθάρα μου σε διάφορες φωνοληψίες. Και τώρα ετοιμάζω μια λειτουργία για τους τσιγγάνους- γιατί, ξέρετε, δεν έχομε δική μας λειτουργία. Νομίζω πως το πάθος μου για τη σύνθεση είναι δυνατώτερο από την αγάπη μου για την κιθάρα. Δυστυχώς δεν έχω τη θεωρητική μόρφωση που θα ΄θελα. Τελειώνοντας θα ΄θελα να διαβιβάσετε όλη μου τη συμπάθεια στους έλληνες φίλους μου και ιδιαίτερα στις κοπέλες. Ελπίζω ν΄ αξιωθώ κάποτε να ΄ρθω στη χώρα σας και να τα πούμε από κοντά».

DJANGO-REINHARDT-SMILES

βλ. επίσης:
http://thegypsychronicles.net/django-reinhardt-swing/
————–
Περισσότερος Django στο Landstreicher:

I’ll see you in my dreams
https://derlandstreicher.wordpress.com/2012/11/09/django-reinhardt-ill-see-you-in-my-dreams-30-6-1939/

Nuages
https://derlandstreicher.wordpress.com/2013/03/16/django-reinhardt-nuages/

Improvisation
https://derlandstreicher.wordpress.com/2011/11/03/django-reinhardt-improvisation-1937/

Χάθηκε η μπάλα στη ΔΗΜΑΡ

47841_657371487611986_830574346_n

Η είδηση είναι της τελευταίας στιγμής και τιτλοφορείται “παραίτηση Κουβέλη” κλπ. Ιδού και η δήλωση του προέδρου της ΔΗΜΑΡ:

“Τα αποτελέσματα των εκλογών για την Ευρωβουλή με οδηγούν, ως έχω χρέος, να υποβάλω στην Κεντρική Επιτροπή και στο Συνέδριο του κόμματος την παραίτηση μου”.

Εγώ αυτό που διαβάζω είναι δύο πράγματα:

α) Ο πρόεδρος Κουβέλης δεν παραιτήθηκε, θα πάει να υποβάλει την παραίτησή του στο συνέδριο. Το οποίο θα έχει τους ίδιους συνέδρους, αυτούς που του έδωσαν το Δεκέμβριο ποσοστά Τσαουσέσκου. Οπότε μη βάζετε το χέρι σας στη φωτιά.

β) Η ΔΗΜΑΡ πάει σε συνέδριο. Δεν είχε κανέναν λόγο να πάει. Εκεί θα γίνει το μεγάλο ξεκαθάρισμα και μάλιστα με την ψυχολογική πίεση της παραίτησης Κουβέλη. Αντί η ηγεσία και τα όργανα να μιλήσουν έγκαιρα και καθαρά για αλλαγή πλεύσης πολιτικής, το στίγμα, τις συνεργασίες, τις ευθύνες, κάτι που δεν χρειάζεται συνέδριο, το οποίο ΔΕΝ το σηκώνει η ΔΗΜΑΡ, θα πάνε με εκβιαστικό δίλημμα το αν θα παραμείνει ο Κουβέλης ή όχι στην ηγεσία του κόμματός του.

Νέος κύκλος εσωστρέφειας με τις φυγόκεντρες τάσεις να κλιμακώνονται καθημερινά. Και ο καθένας να πράττει πλέον κατά συνείδηση…

Λυπάμαι πολύ για τις επιλογές αυτές. Χάθηκε η μπάλα.