Archive | underground music RSS for this section

Korla Pandit – The “Gotfather of Exotica” – Myserlou (1951)

image058

Korla Pandit (September 16, 1921 – October 2, 1998), born John Roland Redd, was a musician, composer, pianist, organist and television pioneer. He was known as the Godfather of Exotica. In 1948 he created eerie background music for the revival of radio’s occult adventure series, Chandu the Magician, achieving atmospheric effects on the Novachord and the Hammond C-3 Electronic Organ.

In 1949, he was heard on Hollywood Holiday, broadcast from a Los Angeles restaurant.In 1948, while performing in Hollywood at a furrier’s fashion show in Tom Breneman’s Restaurant, Korla met television pioneer Klaus Landsberg who offered Korla his own 15-minute daily television show with the stipulation that he would also provide musical accompaniment for Time for Beany, Bob Clampett’s popular puppet show which featured Stan Freberg and Daws Butler as puppeteers and voices.

Korla Pandit’s Adventures In Music was first telecast on Los Angeles station KTLA in February 1949, and viewers soon became familiar with the musical opening, “The Magnetic Theme.” Landsberg insisted that Korla not speak but instead simply gaze dreamily into the camera as he played the Hammond organ and Steinway grand piano, often simultaneously. Following Klaus’s directorial and contractual stipulations, Pandit became an overnight star and one of early television’s pioneering musical artists.[3]

In 1951, Pandit left KTLA in a deal with Louis D. Snader of Snader Telescriptions, resulting in short films which gave Pandit a national TV audience.

Extremely rare footage organ psychosis, reminds of Ed Wood quality b-movies.

Advertisements

Chet Baker (23 Δεκεμβρίου 1929 – 13 Μαΐου 1988)

ChetBaker

Η «κρύα τρομπέτα» είναι ένα σουρεαλιστικό φιλμάκι 14 λεπτών με μαγικούς αυτοσχεδιασμούς του Τσετ Μπέικερ. Το φιλμάκι «Tromba Fredda» των 14 λεπτών έρχεται από το μακρινό 1963 και το σκηνοθέτησε ο Ιταλός Enzo Nasso αφήνοντας τον Τσέτ Μπέικερ να αυτοσχεδιάζει με την τρομπέτα του σε μια αρτίστικη και σουρεαλιστική ατμόσφαιρα.

O Tσέσνεϊ Χένρι «Τσετ» Μπέικερ (Chesney Henry «Chet» Baker Jr., 23 Δεκεμβρίου 1929 – 13 Μαΐου 1988) είναι κυρίως γνωστός για τις μελαγχολικές συνθέσεις του, με στοιχεία από το ύφος της κουλ τζαζ, της οποίας θεωρείται βασικός εκπρόσωπος. Η μουσική σταδιοδρομία του στιγματίστηκε από τα προβλήματα που αντιμετώπισε λόγω της εξάρτησης του από ναρκωτικές ουσίες. Μαζί με τον Τζέρι Μάλιγκαν υπήρξε από τους πλέον δημοφιλείς τζαζ μουσικούς της σκηνής τής δυτικής ακτής των ΗΠΑ, αποκτώντας μεγαλύτερη φήμη κατά τη δεκαετία του 1950. Το παίξιμό του απηχούσε εκείνο του Μάιλς Ντέηβις και χαρακτηρίζεται για τον ήπιο τόνο του και την απουσία δυναμικών εξάρσεων. Γεννήθηκε το 1929, στο Γέιλ της πολιτείας της Οκλαχόμα, και μετακόμισε στην πόλη της Οκλαχόμα τον επόμενο χρόνο, μεγαλώνοντας με τη θεία του μέχρι την ηλικία των δέκα ετών. Ο πατέρας του ήταν κιθαρίστας με γνώσεις γύρω από τη τζαζ και πιθανότατα υπεύθυνος για τα πρώτα τζαζ ακούσματα του Μπέικερ. Αν και η Οκλαχόμα ανέδειξε αρκετούς αξιόλογους τζαζ μουσικούς, ο Μπέικερ σχολίαζε αρνητικά, με κάθε ευκαιρία, τη μουσική παραγωγή της γενέτειράς του. To 1940 εγκαταστάθηκε στην Καλιφόρνια, αρχικά στο Γκλέντεϊλ και αργότερα στην Ακτή Χερμόσα, ακολουθώντας τον πατέρα του, ο οποίος είχε μετακομίσει εκεί λίγο νωρίτερα για επαγγελματικούς λόγους. Με την προτροπή της μητέρας του και σε νεαρή ηλικία, συμμετείχε σε διαγωνισμούς ταλέντων, ενώ σε ηλικία δεκατριών ετών απέκτησε την πρώτη τρομπέτα και ξεκίνησε να παίζει στη σχολική ορχήστρα. Όταν το 1945 κατατάχθηκε στο στρατό, έγινε μέλος της 298ης στρατιωτικής μπάντας στο Βερολίνο και ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη μοντέρνα τζαζ. Απολύθηκε από το στρατό το 1948, ωστόσο κατατάχθηκε εκ νέου το 1950 και έγινε μέλος της στρατιωτικής μπάντας της μονάδας του Πρεσίντιο, στο Σαν Φρανσίσκο. Το γεγονός αυτό εξασφάλισε στον Μπέικερ την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τη τζαζ σκηνή της Βόρειας Καλιφόρνια, σε μία περίοδο που μελέτησε συστηματικά το μπίμποπ ιδίωμα.

Όταν μεταφέρθηκε στο οχυρό Γουατσούκα της Αριζόνας, λιποτάκτησε και αργότερα παραδόθηκε στο Σαν Φρανσίσκο, όπου μετά από την παραμονή του για τρεις εβδομάδες σε ψυχιατρική κλινική, χαρακτηρίστηκε «ανίκανος» να προσαρμοστεί στη στρατιωτική ζωή και απολύθηκε. Το 1952 πλαισίωσε για τρεις εβδομάδες τον Τσάρλι Πάρκερ, παίζοντας κυρίως στο Λος Άντζελες, και κατόπιν έγινε μέλος στο κουαρτέτο του Τζέρι Μάλιγκαν, γνωστό και ως «κουαρτέτο χωρίς πιάνο». Οι εμφανίσεις του με τη συγκεκριμένη ορχήστρα και ειδικότερα η διασκευή του στη σύνθεση My Funny Valentine του εξασφάλισαν γρήγορα σημαντική φήμη. Το κουαρτέτο του Μάλιγκαν διαλύθηκε το 1953, την ίδια χρονιά που ο ηγέτης του συνελήφθη για κατοχή ηρωίνης. Σύμφωνα με εξιστόρηση του Μπέικερ, η απόφαση για την αποχώρησή του από το κουαρτέτο λήφθηκε ουσιαστικά μετά την αποφυλάκιση του Μάλιγκαν και κατόπιν άρνησής του τελευταίου να αυξήσει τις εβδομαδιαίες αποδοχές του Μπέικερ στα 300 δολάρια, έναντι 125 δολαρίων που λάμβανε μέχρι τότε. Ο Μπέικερ σχημάτισε στη συνέχεια δικό του κουαρτέτο, με τη συμμετοχή του πιανίστα Ρας Φρίμαν (Russ Freeman), ενώ ξεκίνησε επίσης να τραγουδάει. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950 η δημοτικότητά του ακολούθησε ανοδική πορεία, ωστόσο ο τρόπος ζωής του και ο εθισμός του στα ναρκωτικά άρχισαν να επηρεάζουν αρνητικά τη φήμη του. To 1959 ταξίδεψε στην Ευρώπη, όπου πραγματοποίησε συναυλίες αλλά και καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενόσω βρισκόταν στην Ιταλία, με κατηγορίες περί ναρκωτικών. Περίπου έξι χρόνια αργότερα, παρόμοιο περιστατικό συνέβη στο δυτικό Βερολίνο, όταν συνελήφθη και πέρασε τελικά σαράντα μέρες σε ψυχιατρική κλινική. Μετά την επιστροφή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, η καριέρα του συνέχισε την πτωτική πορεία της, με εξαίρεση την ηχογράφηση ορισμένων δίσκων μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Αργότερα, ο Μπέικερ επανήλθε στο προσκήνιο και κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’70 ηχογραφούσε ξανά, πραγματοποιώντας επίσης ζωντανές εμφανίσεις. Την ίδια περίοδο εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ευρώπη. Για το ευρωπαϊκό κοινό, ο Μπέικερ αντιπροσώπευε μια αρχετυπική μποέμ φυσιογνωμία. Αν και μέχρι το 1976 η φωνή του και εν γένει η εμφάνισή του είχε υποστεί εμφανή φθορά, το παίξιμό του στην τρομπέτα διατηρούσε μια δυναμική μέχρι τα τελευταία χρόνια του. Πέθανε το 1988 στο Άμστερνταμ μετά από πτώση του από το παράθυρο του ξενοδοχείου όπου διέμενε. Ο θάνατός του περιβάλλεται με μυστήριο και διαφορετικές απόψεις έχουν διατυπωθεί προκειμένου να εξηγήσουν το γεγονός, όπως το ενδεχόμενο να υπήρξε απλώς ένα τραγικό ατύχημα ή ακόμα και αυτοκτονία. Επισήμως, η ολλανδική αστυνομία απέρριψε το ενδεχόμενο αυτοκτονίας, ενώ το προξενείο των ΗΠΑ χαρακτήρισε το θάνατό του ατύχημα, την ίδια στιγμή που ορισμένοι φίλοι του Μπέικερ υιοθέτησαν το ενδεχόμενο δολοφονίας του. Ανιχνεύτηκε ηρωίνη στον οργανισμό του, ενώ βρέθηκαν και μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών στο δωμάτιό του. Ηχογράφησε με αρκετά μεγάλη συχνότητα, ενίοτε από οικονομική ανάγκη, κληροδοτώντας κατά συνέπεια μια ογκώδη, αλλά και συγχρόνως άνιση, δισκογραφία. Σε αντίθεση με τον Μάιλς Ντέιβις, με τον οποίο συχνά συγκρίνεται, ο Μπέικερ δε διαφοροποίησε αισθητά το ύφος του στην πορεία του χρόνου, όπως επίσης δεν εξέλιξε ουσιαστικά τις μουσικές γνώσεις του ούτε κατάφερε ποτέ να ηγηθεί μιας σταθερής ορχήστρας. Ο χαρακτηριστικός τρόπος ερμηνείας του, ειδικότερα ο καθαρός και λυρικός τόνος του και το γεγονός πως έπαιζε σπανίως πιο δυνατά από την περιοχή του mezzo-forte, περιορίζοντας ενίοτε τη μελωδική γραμμή σε μία μόνο οκτάβα, αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την κουλ τζαζ της δυτικής ακτής και βρήκε αρκετούς μιμητές. Παραμόρφωνε σπάνια τον ήχο του και έπαιζε τόσο απαλά ώστε να χρειάζεται ενίσχυση της τρομπέτας. Τραγουδούσε εξίσου απαλά και ιδιαίτερα χαμηλόφωνα. Σύμφωνα με τον Τζέρι Μάλιγκαν, δεν ήταν σε θέση να διαβάσει μια παρτιτούρα, ωστόσο διέθετε εξαιρετικό μουσικό αυτί που του επέτρεπε να συλλαμβάνει τους αυτοσχεδιασμούς του. H ζωή και το έργο του αποτέλεσαν το θέμα του βραβευμένου ντοκιμαντέρ Let’s Get Lost (1989) του Μπρους Γουέμπερ.
Πηγες:http://www.kamarinia.gr, http://www.ishow.gr/

Μια κουβέντα με τον Άλεξ Κ. (Τhe Last Drive)

1466296_685485331484810_1628546738_n

Μια δίωρη “υπερπαραγωγή”, μια συζήτηση με τον Αλέξη για τα πάντα και για όλους. Για τo Underground, το γκρουπ, την κοινωνική αφύπνιση, τα διαβάσματα, τις χίμαιρες, τα πρόσωπα, τα μέρη, τους ήχους. Η σκιαγράφηση ενός ακτινοβόλου πνεύματος, μιας ευγενικής ψυχής, ενός ευαίσθητου μάγκα.

Και για να το εκφράσω με τα δικά του λόγια, σε μια παλιότερη “μεταξύ μας” κουβέντα:
“Το πραγματικό χάρισμα είναι να μπορείς να χρησιμοποιείς το χάρισμά σου για να μιλήσεις για πράγματα που δεν φτάνουν εύκολα στα χείλη. Να συγκινείς χωρίς να εκβιάζεις”.

…τριάντα χρονάκια και βάλε…

*Το βίντεο-συνέντευξη είναι από το πολύ ενδιαφέρον (τσέκαρέ το) : http://eleftheriahtipota.blogspot.gr/

* Οι Last Drive εμφανίζονται την Παρασκευή 15/5 στο Gagarin για το ετήσιο ritual, το gathering of the tribe. Όλοι εκεί…

The House of Commons – Love is a funny thing (Garden City, Mi/1965)

R-3484859-1371895895-1210.jpeg

The House Of Commons from Garden City, Michigan are best known for their song “Till Tomorrow” (on “Don’t Put me On” Cicadelic Comp). The B – Side is the slower heart-breakin’,’ breath-taking totally unknown teen moody killer “Love Is A Funny Thing”, on Wheels-4 WH 3609, from 1965. Big personal fave, dig the melancholic beach boys feeling, the hypnotizing minor key riff, the nostalgic farfisa organ solo…Fab!

Tommy Dorsey and His Orchestra – All this and heaven too (1940) Bluebird B – 10789

Tommy-Dorsey-and-Bette-Davis1

Penned by Eddie De Lange and Jimmy Van Heusen, “All this and heaven too” was a huge film entity that starred (non singing) Bette Davis and Charles Boyer. With vocals by Frank Sinatra.

Benny Goodman Quartet: I got a heartful of music (1937 – rare live footage)

Το 1935 ο Benny Goodman προκάλεσε ένα από τα σοκ της εποχής του swing προσλαμβάνοντας στην ορχήστρα του τον μαύρο πιανίστα Teddy Wilson. Αν και προσλήφθηκε για τα μουσικά του προσόντα και μόνο, η συνεργασία του με τον Goodman θεωρήθηκε σαν απευθείας προσπάθεια για την εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων που αποτελούσαν συχνότατο φαινόμενο και στο χώρο της μουσικής. Ο Wilson, Goodman και ο Krupa σχημάτισαν ένα τρίο μέσα στο πλαίσιο της big band. Λίγο αργότερα ο Goodman επαύξησε τη μπάντα του προσθέτοντας έναν ακόμη μαύρο μουσικό, τον Lionel Hampton, στο βιμπράφωνο. Η κίνηση αυτή ενόχλησε περαιτέρω τους ρατσιστές, αλλά για τους οπαδούς της τζαζ και του swing το αποτέλεσμα ήταν ιδιαίτερα ικανοποιητικό.

Watch:
I got a heartful of music (1937)
Benny Goodman- clarinet
Lionel Hampton- vibraphone
Teddy Wilson- piano
Gene Krupa- Drums

Them – Time’s gettin’ tougher than tough (1965?)

maxresdefault

Them were a formidable, popular group in their own right before singer Van Morrison went on to even greater fame. They forged their hard-nosed R&B sound in Belfast, Northern Ireland, moving to England in 1964 after landing a deal with Decca Records. The band’s simmering sound was dominated by boiling organ riffs, lean guitars, and the tough vocals of lead singer Van Morrison, whose recordings with Them rank among the very best performances of the British Invasion. And is there a single bar band in America that doesn’t play “Gloria,” shouting “G-L-O-R-I-A” just like the 19-year-old Morrison in 1964?

A well money’s gettin’ cheaper
Price is gettin’ steeper
I found a little woman
But I just couldn’t keep her

Times gettin’ tougher than tough
Times gettin’ rougher than rough
Well I make alot of money
I just keep spendin’ the stuff

Oh well pork chops on the market
Ask the butcher for a pound
I couldn’t get no pork chop
When I laid my money down

Times gettin’ tougher than tough
Times gettin’ rougher than rough
Well I make alot of money
I just keep spendin’ the stuff

Oh well the politicans say
Get the people on their feet
They wanna cut the price
And let the people eat

Times gettin’ tougher than tough
The times gettin’ rougher than rough
But I make alot of money
Just keep spendin’ the stuff

Well I can’t afford to live
I guess I’ll have to try
Undertakers got a union
And it cost too much to die

Times gettin’ tougher than tough
Well times gettin’ rougher than rough
Well I make alot of money
Just keep spendin’ the stuff

Also listen:
Jimmy Witherspoon (original version, 1950)

Elton John (Red Dwight, 1965)