Archive | January 2015

Καουμποϊλίκια

10625088_617375811712150_3854593423603616350_n

Σε μια χώρα που χρωστάει 300 δισ. και ήδη υστερεί δραματικά σε όλους τους τομείς και δείκτες από τον υπόλοιπο κόσμο, το θέμα από σήμερα δεν θα είναι οι αψυχολόγητες εκρήξεις θερμόαιμων μυθομανών, οι επικίνδυνοι συνειρμοί με το ‘όχι’ του Μεταξά και η διέγερση στρεβλών αντανακλαστικών “εθνικής περηφάνιας”, “ελληνικού φιλότιμου” και αντιευρωπαϊσμού, αλλά η δυνατότητα να παραμείνουν οι λογικοί, λογικοί.

Είμαστε, πολύ δυστυχώς, όλοι κοινωνοί της ίδιας μοίρας που μας υπαγορεύουν νάρκισσοι νεο-πατριώτες. Μόλις ολοκληρώσουν το έργο τους, θα επιστρέψουν στα βάθη του Τέξας, φορώντας πάντα τη χαβανέζικη πουκαμισιά, θα αφήσουν στο μπαρ το πλαστικό πιστόλι με τα καψούλια που τρόμαζαν τους μεγάλους στο Europe και θα πιουν ένα – δυο μπέρμπον στο σαλούν κερνώντας και τον πιανίστα. Στην υγειά των κορόιδων (κι αυτοί).

Ain’t got no further comment που λένε και στο Χιούστον.

Advertisements

To romanticize the world…

and-the-moon-sees-me

“To romanticize the world is to make us aware of the magic, mystery and wonder of the world; it is to educate the senses to see the ordinary as extraordinary, the familiar as strange, the mundane as sacred, the finite as infinite.”

 

Novalis

(May 2, 1772 – March 25, 1801)

—————-

More Novalis on derlandstreicher:

https://derlandstreicher.wordpress.com/2011/11/14/novalis-we-dream-of-traveling-through-the-universe-%E2%80%93-but-is-not-the-universe-within-ourselves/

 

Η χώρα των διαφυγόντων θεών [Martin Heidegger “Διαμονές/Το ταξίδι στην Ελλάδα”, Εκδ.Κριτική, 2014]

Greece from 1903-1930 (2)

“Ελλάδα, η χώρα των διαφυγόντων θεών”

Δεν θα μπορούσα να βρω πιο εύστοχο ορισμό που να περιγράφει το ευρύτερο πλαίσιο της νεώτερης ιστορικής πορείας, του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι, του οικονομικού μαρασμού και της πολιτισμικής εξαθλίωσης της χώρας, από την ανάλυση του φιλοσόφου Μάρτιν Χάιντεγκερ κατά το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα το 1962.

Λίγες μέρες πριν τις εκλογές, βιώνουμε μια αμήχανη προεκλογική περίοδο – παρωδία χωρίς πολιτικό λόγο, κενόδοξους και περιφερόμενους από κόμμα σε κόμμα υποψηφίους, πανάσχετους “σωτήρες” και θλιβερές καρικατούρες πολιτικών πιο μίζερων από τη μιζέρια που διαχειρίζονται. Κίνδυνοι και σύννεφα συσσωρεύονται πάνω από το ακυβέρνητο καρυδότσουφλο. But no one cares…

Ο Χάιντεγκερ καταφεύγει στους στίχους του Χαίλντερλιν όταν το αντικείμενο των στοχασμών του είναι η σύγχρονη Ελλάδα που ξεδιπλώνεται μπροστά του – και κατ’ επέκταση ο σύγχρονος κόσμος:

“Πού είν’ οι θρόνοι; πού οι ναοί και τα δοχεία

που τα πλήρη νέκταρος, που τα άσματα προς τέρψιν των θεών;

Αυτό το “πού”; γέννημα μεγάλης εγκατάλειψης, πονεμένο κάλεσμα – αυτό το ερώτημα τι ζητά; Τι βλέπει ο ποιητής όταν καλεί; Βλέπει τη φυγή των θεών και από κοντά την ερήμωση τη κατοίκησης των ανθρώπων, το κενό των έργων τους, το μάταιο των πράξεών τους”.

Το βιβλίο “Διαμονές – το ταξίδι στην Ελλάδα” του Μ.Χάιντεγκερ κυκλοφόρησε μόλις πριν από λίγες ημέρες από τις Εκδόσεις Κριτική με πρόλογο – μετάφραση του Γ.Φαράκλα. Συνιστά μια εξαιρετικά επίκαιρη μαρτυρία ενός σπουδαίου στοχαστή και διαβάζεται τόσο ως προεκλογική παραβολή, αλλά εξίσου και ως μετεκλογική προτροπή επιστροφής στη σύνεση, το μέτρο και έναν “αναμιμνησκόμενο λογισμό μακράς εμβέλειας”.

Η υπομονή του Ιώβ

images (1)

“Ιώβεια υπομονή”: Ο Ιωβ πέρασε τα πάνδεινα, δοκιμάστηκε σκληρά, αλλά εντέλει επιβραβεύτηκε, έζησε 248 χρόνια, απέκτησε 7 παιδιά κλπ.
Αν γνωρίζαμε ότι στο τέλος μας περιμένει βραβειάκι, ναι, μπορεί να υπομέναμε κι εμείς αγόγγυστα.
Επειδή, όμως τέτοιο σενάριο μάλλον δεν παίζει στην περίπτωσή μας, δεν μοιάζει όλο αυτό το ατελεύτητο διάστημα της εγκαρτέρησης, της στωικότητας, της υπομονής, της δοκιμασίας, του κάθε ανθρώπου με αργό θάνατο, με ξόδεμα του πολύτιμου χρόνου, με αναβολή και μετάθεση, με μοιρολατρεία, με καταπίεση, με έναν ήπιο συμβιβασμό εις βάρος της ζωής;
Είναι γραμμένη στο γωνιδίωμα του είδους μας η υπομονή; Η χαλιναγώγηση της επιθυμίας, της (αντι)δράσης, της πράξης, της κινητικότητας, της πρωτοβουλίας; Αμφιβάλλω. Νομίζω ότι την αναπτύξαμε, τη μάθαμε στην πορεία. Ήταν πρακτική ανάγκη, βολική συνήθεια, απαραίτητη συνθήκη για την επιβίωση. Για την επιμήκυνση της επιβίωσης. Πιθανώς όχι μιας συναρπαστικής, γεμάτης, ηρωικής ζωής, αλλά μιας ψευδαίσθησης ασφαλούς, περιχαρακωμένης, χωρίς συγκρούσεις, συγκινήσεις και ανατροπές εξέλιξής της σε κατάσταση ύπνωσης.
Αν λειτουργούμε με το ένστικτο, την παρόρμηση, τις εκρήξεις μας, τη φύση μας, τρώμε τα μούτρα μας. Έτσι δεν λένε; Αν όμως περιμένουμε, κάνουμε υπομονή για καλύτερες μέρες, για την επίτευξη του στόχου, για κατάλληλες συνθήκες τότε όλα καλά; Για κάτι που πιθανώς να μην έρθει ποτέ, θα έχουμε χάσει λίγο από τον αυθορμητισμό, από το σφρίγος της επιθυμίας, λίγο από τη δράση, από τη ζωή, ίσως πολλή από την πίστη.
Άγιοι και οσιομάρτυρες δεν είμαστε και ο Σιντάρτα είναι ένας μακρινός μας συγγενής. Ούτε, επίσης, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Το χρόνο μας δεν πρέπει να τον μετατρέπουμε τόσο ασύνετα σε “ιώβεια” ή -τη συνώνυμή της- “γαϊδουρινή” υπομονή. Να τον διαχειριζόμαστε σαν σκασμένοι από τη δίψα. Καλύτερα να ζήσουμε όσο πιο έντονα και αληθινά μπορούμε. Να βγούμε στο δρόμο χορεύοντας χωρίς να περιμένουμε τη βροχή να σταματήσει. Άλλωστε λατρεύουμε τη βροχή. Δράση, συνεχής δράση. Η υπομονή ας κάνει υπομονή. Ας τη χρησιμοποιούμε χορτασμένοι,μόνο όταν δεν γίνεται διαφορετικά. Με το σταγονόμετρο. Κατ’ εξαίρεση.

Ημερολόγιο Μαρίας Πολυδούρη (1η Απριλίου)

Polidouri-kariotakis-4

1 Απριλίου 1922

Να η ημέρα μου! η ημέρα που ήρθα στον κόσμο μέσα σ’ ένα σπιτάκι όμορφο, γεμάτο φως… η ημέρα π’ άκουσα τα πρώτα κελαηδήματα των πουλιών, είδα τα πρώτα ρόδα του έαρος. Επέρασαν από τότε είκοσι χρόνια και θα μπορούσα να πιστέψω ότι μόλις τα δέκα έχω περάσει. Κι όμως πόσες στιγμές, ημέρες, μήνες, χρόνια λύπης και απελπισίας, στεναγμών και δακρύων βρίσκονται μέσα σ’ αυτή τη ζωή των 20 ετών. Κι ακόμα πόσες φορές είμαι πολύ – πολύ περισσότερο από 20 ετών με τις νευρικές χειρονομίες μου, τις ρυτίδες του μετώπου μου, την μελαγχολική σιωπή μου!

Ο μήνας που μου έδωκε τη ζωή κι ο μήνας που όταν μπει μου παίρνει κάθε ίχνος ζωής! Μια μελαγχολία χωρίς όρια με πνίγει, μια πλήξη τρομερή με παραλύει, μια νευρικότης με πεθαίνει. Απρίλιε… Απρίλιε πόσο ευχάριστα μου ψάλλεις τη δυστυχία μου, μου θυμίζεις ό,τι μου λείπει… με απελπίζεις…

(Μαρία Πολυδούρη, Ρομάντσο και άλλα Πεζά, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2014)

 

Η (παι)δική μου 12η Ιανουαρίου, μια ηλιαχτίδα στο καταχείμωνο

County Fair, 1938 (14)

Θυμάμαι πως η 12η Ιανουαρίου ήταν μια σημαντική ημερομηνία για μένα από τότε που ήμουν μικρός, γυμνασιόπαις. Καμιά επέτειος, καμιά γιορτή, όχι, τίποτα τόσο σπουδαίο. Η συγκεκριμένη ημερομηνία ήταν μια επινοημένη, προσωπική επέτειος, μια αφετηρία μέσα στην καρδιά του χειμώνα ενάντια του post-christmas blues. Ήταν η δική μου τεχνητή λίμνη απ’ όπου αρδεύονταν και υδρεύονταν τα όνειρα θερινής νυχτός που έπλαθα μέσα στο σκοτάδι του Ιανουαρίου.

Μια εβδομάδα μετά από την επανέναρξη των σχολείων, του Αη Γιαννιού, ο χρόνος ως το καλοκαίρι φάνταζε ατελείωτος. Κι όμως, από την άλλη, στο μυαλό μου φώλιαζε η (ψευδ)αίσθηση ότι ο καιρός άρχιζε πια να μετράει αντίστροφα. Ότι ξεκινούσε η…κατηφόρα προς το τέλος της σχολικής χρονιάς, ότι κόντευαν τα μπάνια, τα ακρογιάλια, οι καλοκαιρινές παρέες, τα παγωτά, οι ποδηλατάδες, η ανεμελιά, τα παιγνίδια. Με ξεγελούσε φυσικά το μεγάλωμα της μέρας που με την άκρη του ματιού μου παρατηρούσα. Αυτό ήταν αναμφισβήτητο, ωστόσο η μισή αλήθεια. Όταν πας φροντιστήριο σταθερά 17.30 και στις 21 Δεκεμβρίου είναι νύχτα, πας ξανά στις 12 Ιανουαρίου και είναι ακόμα φωτεινά, ξέρεις ότι η ζωή μεγαλώνει, το φως κυριαρχεί, η καρδιά χτυπάει, ότι εσύ ο ίδιος έχεις κερδίσει ένα εικοσάλεπτο ευτυχίας. Δεν έδινα δεκάρα τσακιστή που το καλοκαίρι απείχε στην πραγματικότητα έξι μήνες (ουσιαστικά δεν το σκεφτόμουν), ενώ το σχολείο είχε αρχίσει πριν από μόλις τέσσερις. Την κλεψύδρα τη φέρναμε στα μέτρα μας, αλλά στο τέλος πάντα ο χρόνος μας γονάτιζε, επέβαλλε το δικό του νόμο. Οι τελευταίοι μήνες, ειδικά το διάστημα μετά το Πάσχα, πάντα μετρούσαν διπλοί. Ο χρόνος είναι ο κριτής, ο ύστατος θριαμβευτής.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι βαριόμουν τη ζωή μου στο σχολείο ή ότι δεν ξεκινούσα τη χρονιά με το απαραίτητο σφρίγος και όρεξη για γνώση και μαθήματα. Λάθος. Το ένα δεν αναιρούσε το άλλο. Μου άρεσε το σχολείο, το διάβασμα, αγαπούσα τους συμμαθητές μου. Απλά διάλεγα καλοκαίρι, ξενοιασιά. Προτιμούσα τότε, αυτό το δεύτερο, αυτό που μου λείπει σήμερα. Ήθελα να τη χορτάσω για να με θρέφει μετέπειτα. Η ξενοιασιά όμως φτάνει ποτέ; Όχι, δεν χορταίνεται. Θα ήμασταν αθάνατοι, αν μπορούσαμε να την κρύψουμε και να την φυλάξουμε στην αγκαλιά μας. Μπορούμε όμως να την αναζητούμε μέχρι το τέλος, να τη διεκδικούμε λυσσαλέα.

Άντεχα λοιπόν περίπου μια εβδομάδα επιστροφής στα θρανία. Μετά, όταν ερχόταν η 12η Ιανουαρίου, η οποία στην ανάμνησή μου έπεφτε πάντα Κυριακή ή Δευτέρα, έβγαζα τελετουργικά το χάρακα, το μολύβι και τους μαρκαδόρους από την κασετίνα σκιτσάροντας με κατάνυξη το ημερολόγιο μέχρι τον Ιούνιο, κοκκινίζοντας τις αργίες και πρασινίζοντας τα Σαββατοκύριακα. Με μπλε στυλό διέγραφα με “χι” κάθε βράδυ την ημέρα που ολοκληρωνόταν με αρχαία, βιολογία, γερμανικά και άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες. Κολλούσα το χάρτινο κομψοτέχνημα είτε στο γραφείο μου με σελοτέιπ, είτε στο ράφι με πινέζες και μαγνητάκια. Πήγαινα για ύπνο και η επόμενη μέρα ήταν μια μέρα πιο κοντά στα κύματα και στις βόλτες.

Χάζευα επί ώρες, κάθε μέρα, το λειψό ημερολόγιο που ξεκινούσε από τη 12η Ιανουαρίου και κατέληγε στα μέσα Ιουνίου. Μετρούσα τις μέρες, τις εβδομάδες, τους μήνες ανάποδα, χιαστί, εντός, εκτός και επί τα αυτά. Κομμάτιαζα το χρόνο σε “δύσκολες” και σε “εύκολες” σχολικά μέρες. Σε κολοβούς και ολόκληρους μήνες, σε γούρικες και γρουσούζικες ημερομηνίες. Σε εβδομάδες με πάρτι, εξόδους ή χωρίς. Έζησα πολλά καλοκαίρια μέσα στο χειμώνα στα δεκατρία μου, στα δεκαπέντε μου, στα δεκαεπτά μου με το βλέμμα καρφωμένο στο ημερολόγιο.

Οι ασκήσεις υπομονής άρχισαν από τότε. Από την άλλη θρεφόταν και οργίαζε η ονειροπόληση, η προσμονή, η προσδοκία. Χωρίς να συμφιλιωθούν ποτέ αυτά τα χαρακτηριστικά, έγιναν κουβάρι, το οποίο προσπαθώ ακόμα και σήμερα να ξεμπλέξω, να ξετυλίξω περιμένοντας πότε καλοκαίρια, πότε αμυγδαλιές, πότε θερμές ηλιαχτίδες μέσα στο καταχείμωνο.

Rainer Maria Rilke – Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή (1929) εκδ. Ίκαρος, 1995

images

Ιστορήστε τις θλίψεις και τους πόνους σας, τους φευγαλέους στοχασμούς σας, την πίστη σας σε κάποιαν ομορφιά – ιστορήστε τα όλα τούτα με βαθιά, γαλήνια, ταπεινή ειλικρίνεια, και μεταχειριστείτε, για να εκφραστείτε, τα πράγματα που σας περιτριγυρίζουν, τις εικόνες των ονείρων σας και τις πηγές των αναμνήσεών σας. Αν η καθημερινότητά σας σας φαίνεται φτωχή, μην την καταφρονήσετε. Καταφρονήστε τον ίδιο τον εαυτό σας, που δεν είναι αρκετά ποιητής και δεν μπορεί να καλέσει κοντά του τα πλούτη της.

μτφ, Μάριος Πλωρίτης