Archive | June 2014

Villiers De L’ Isle-Adam (1838-1889) ένας καταραμένος γάλλος ποιητής

Default_2x.225x225-75

Σε μια σιωπηλή παιδούλα

Έχασα το δάσος, την πεδιάδα
Και τους δροσερούς αλλοτινούς απρίληδες.
Δώσ’ μου τα χείλη σου! η αναπνοή τους,
Θα γίνει των δασών η ανασαιμιά!
Έχασα το σκυθρωπό Ωκεανό,
Το πένθος του, τα κύματά του, τ’ αντιβουίσματά του.
Πες μου οτιδήποτε,
Θα γίνει των κυμάτων ο παφλασμός!
Χωρίς αναπαμό, δίχως ίσκιο φιλικό,
Μέτωπο βαρύ, κάτω από τον ήλιο, ξεγλιστρώ…
Αχ! κρύψε με μέσα στο στήθος σου το ωχρό!
Θα γίνει η γαλήνη των νυχτιών μου!

Ξύπνημα

Ω εσύ, που αποκλεισμένο με κρατάς
Έχω λοιπόν της αβύσσου σου τη λέξη!
Το οποιοδήποτε φιλί σε ζωντανεύει:
Ένας περαστικός, ο χρυσός, τα είπε όλα.

Μόνο όπως κάποιος εκδίκηση παίρνει αγαπάς
Ψέματα λες με εξαίσιες κραυγές
Κι αρέσκεσαι, τους ουρανούς περιγελώντας,
Σ’ αυτά τα μάταια παιγνίδια αγγέλου μοχθηρού.

Στα τιποτένια και διεστραμμένα σου φιλιά
Εάν ήπια τους χυμούς σου, υοσκύαμους,
Πλανεύτρα ανάμεσα στις γυναίκες
Λησμονημένη να’ σαι μέσα στους χειμώνες σου!

*Από τη συλλογή “Καταραμένοι Γάλλοι Ποιητές, Απάνθισμα 13ος – 20ος αιώνας, Μτφ. Ελένη Κόλλια, εκδ. Ηριδανός, 2009.

Ραμπιντραναθ Ταγκορ: Το σπίτι κι ο κόσμος (Παπαδημητρίου, 1951, σελ.19)

ραμπιντραναθ ταγκορ 2

“Ο λαίμαργος που του αρέσει το μαγειρεμένο ψάρι δεν δυσκολεύεται καθόλου να το κόψει το ψάρι σε κομμάτια καταπώς του χρειάζεται. Όμως ο άνθρωπος που αγαπάει το ψάρι, θέλει να το χαίρεται μέσα στο νερό. Και αν αυτό είναι αδύνατο, καρτεράει στην όχθη. Κι’ ακόμη, αν γυρίσει σπίτι του χωρίς καθόλου να το δει, του μένει η παρηγοριά να ξέρει πως το ψάρι είναι καλά εκεί που είναι. Το τέλειο κέρδος είναι το καλύτερο. αν όμως αυτό είναι αδύνατο, τότε το καλύτερο είναι το τέλειο χάσιμο”.

Εκατό χρόνια πριν, ο πόλεμος

Europa aus dem All

Ηταν 28 Ιούνη του 1914, μια Κυριακή, όταν ο διάδοχος του θρόνου της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος και η σύζυγος του Σοφία Χότεκ, πριγκίπισσα του Χόενμπεργκ, δολοφονήθηκαν στο Σαράγιεβο από Σέρβους εθνικιστές. Το Σαράγιεβο για το διάδοχο και τη σύζυγο του ήταν το τέρμα μιας περιοδείας κατά την οποία επιθεώρησαν μεγάλα θερινά γυμνάσια του Αυστροουγγρικού στρατού στη Βοσνία, η οποία είχε προσαρτηθεί στην Αυτοκρατορία το 1908. Εμελλε όμως να αποδειχτεί και το τέρμα του ταξιδιού της ζωής τους. Τη δολοφονία τους κατάφερε να πραγματοποιήσει ο Γαβρίλο Πρίντσιπ, μαθητής του Γυμνασίου, αν και για την πραγματοποίησή της είχαν χρησιμοποιηθεί άλλοι δύο: ο Νέντελκο Γκαμπρίνοβιτς, αποτυχών μαθητής της εμπορικής σχολής που είχε εργαστεί ως μαθητευόμενος ξυλουργός, κλειδαράς και τυπογράφος και ο Τρίφκο Γκρούμπιτς, επίσης μαθητής Γυμνασίου. Λίγη ώρα πριν ο Γ. Πρίντσιπ πετύχει να εκτελέσει τον Φραγκίσκο – Φερδινάνδο και τη σύζυγό του, ο Ν. Γκαμπρίνοβιτς επιχείρησε, ανεπιτυχώς, να πράξει το ίδιο εκτοξεύοντας αυτοσχέδια χειροβομβίδα εναντίον των υποψηφίων θυμάτων. Η δολοφονία είχε σχεδιαστεί από βόσνιους σερβικής καταγωγής της οργάνωσης Mlada Bosnia, η οποία ήθελε ένα ισχυρό σερβικό κράτος στα Βαλκάνια. Αυτό το περιφερειακό αιματηρό επεισόδιο υπήρξε η αφορμή για να ξεσπάσει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ήταν ένας από τους πλέον καταστροφικούς πολέμους στη σύγχρονη ιστορία. Μέχρι τα τέλη του Ιουλίου του 1914 όλες οι μεγάλες χώρες είχαν κηρύξει τον πόλεμο, άλλες στο πλευρό της Αυστροουγγαρίας (Γερμανία), άλλες στη Σερβία (Ρωσία, Γαλλία) με αποτέλεσμα πολύ γρήγορα να στηθεί ολέθριο σκηνικό πολέμου σε όλη την ήπειρο. Εννιά εκατομμύρια στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους και άλλοι τόσοι άμαχοι. Τα θύματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ξεπερνούσαν σε αριθμό το σύνολο όλων των στρατιωτικών απωλειών στους πολέμους των προηγούμενων εκατό ετών. Περίπου 21 εκατομμύρια στρατευμένοι τραυματίστηκαν στις συγκρούσεις. Οι βαρύτατες απώλειες οφείλονταν εν μέρει στη χρήση νέων όπλων, όπως τα πολυβόλα και τα χημικά όπλα.

Ακτή Αλεφαντοστού

zulu-village_2114428

Ως αντικειμενικοί κριτές που ξέρουν και δυο δράμια μπαλίτσα, θα μας επιτρέψετε απαλλαγμένοι από την κατάρα του εθνικισμού, χωρίς παρωπίδες και με αίσθημα ευθύνης, να εκθέσουμε κάποιους ελάχιστους λόγους για τους οποίους η Εθνική Ελλάδας απόψε επιβάλλεται να χάσει το παιγνίδι και να επιστρέψει γρήγορα στην πατρίδα. Μόνο έξι λόγους για την επικράτηση της Ακτής Ελεφαντοστού και όχι της Ακτής Αλεφαντοστού…

1. Για να μην μας τα ζαλίζει κανείς πλέον με τα περί “ελληνικής ψυχής”, “θεών των Ολύμπων” και με υπερβολές τύπου “υποκλίθηκε η υδρόγειος”, “αγωνίστηκαν σαν έλληνες”, “κατάθεση ψυχής” κλπ. Η υπερβολή για εσωτερική κατανάλωση είναι τουλάχιστον γραφική, όταν ο υπόλοιπος κόσμος έχει διαφορετική άποψη για το αντιποδόσφαιρο της Ελλάδας. Π.χ. ο θεριακλής κομπραδόρος Κατσουράνης κάνει δολοφονικό τάκλιν, αποβάλλεται, αφήνει σε παγκόσμιο πρωτάθλημα την εθνική της χώρας του με 10 παίκτες από το πρώτο ημίχρονο ενώ ο αγώνας έχει χαρακτηριστεί ως “τελικός” με τα Κωλοτρία από την Κολομβία, και ουδείς του ασκεί κριτική ή τον στέλνει σπίτι του. Τα τρέιλερ αναφέρονται πάλι σε…λιοντάρια…

2. Διότι και στο ποδόσφαιρο πρέπει κάποτε να αποδίδεται δικαιοσύνη. Δεν είναι δυνατόν μια γερασμένη ομάδα πιο αργή από ταριχευμένη μούμια που δεν τρέχει αλλά περπατάει, πέραν από κανά δυό περιπτώσεις αποτελείται από βαρετούς ως μέτριους παίκτες – βεντέτες στον οπαδικό μικρόκοσμο της Superleague, εφαρμόζει το σύστημα “παρκάρω το πούλμαν μπροστά στην εστία” ή το σύστημα “σταυρός”, δηλ. “κάνω τον σταυρό μου όταν επιτίθεται ο αντίπαλος”, δεν κάνει ποτέ ευκαιρίες, δεν παίζει ελκυστικό ποδόσφαιρο, να προχωρήσει παραπάνω απ’ αυτό που ούτως ή άλλως κόντρα στους νόμους της φύσης έχει καταφέρει μέχρι τώρα.

3. Διότι η Ελλάδα έχει αποτύχει να σκοράρει στα επτά από τα οκτώ παιχνίδια που έχει δώσει σε όλα τα Παγκόσμια Κύπελλα. Η μπάλα είναι γκολ και η Ελλάδα το απαγορεύει. Τουλάχιστον, ευτυχώς δηλαδή, το σύστημα πούλμαν δεν πιάνει σε όλες τις περιπτώσεις και έτσι “τρώει” που και που κάτι ξεγυρισμένες τριάρες και τεσσάρες. Αφού δεν βάζει γκολ ούτε μετά από τάμα στην Παναγιά, ας μας αφήσει να δούμε κανά γκολάκι τουλάχιστον.

4. Διότι ομάδα με Καραγκούνη, Τοροσίδη, Μανιάτη και Κατσουράνη δεν θα έπρεπε να συμμετέχει σε κανένα τουρνουά. Ο πρώτος είναι γραφικός μέχρι συμπάθειας και 37 ετών πλέον, οπότε καλύτερα να πάει σπιτάκι του να ανοίξει ο δρόμο για κάποιον τριαντάρη (τσικό δηλαδή), μικρότερο και πιο ταλαντούχο. Οι άλλοι τρεις (ενδεικτικά αναφέρονται, υπάρχουν και άλλοι) θυμίζουν αυτές τις άθλιες τσαμπουκο-παρέες με τον φρέντο, το γυαλί, την καδένα και την ρακέτα στην παραλία. Πολύ μαγκιά ρε παιδί μου. Εκπροσωπούν τα εθνικά χρώματα θα μου πεις…

5. Οι αφρικανικές χώρες είναι πάντα συμπαθείς στα παγκόσμια πρωταθλήματα και πιο “φιλικές προς το ποδόσφαιρο”. Παίζουν άναρχα, άμυαλα, με παιδικό ενθουσιασμό και τα καταφέρνουν μια χαρά ως τα απόλυτα outsiders. Η ιβοριανή ομάδα του Ντρογκμπά και των Τουρέ ακολουθεί αυτή την παράδοση, όπως και η εκπληκτική γειτονική Γκάνα, και ευχόμαστε ολόψυχα να φτάσει ψηλά. Χρειάζεται κάποτε να έρθει και η ώρα της Αφρικής.

6. Ουδείς λόγος υπάρχει να ξεχυθούν στο δρόμο θερμόαιμοι έλληνες για πανηγύρια. Τις προηγούμενες φορές οι αυθόρμητες εκδηλώσεις χαράς κατέληξαν σε ξυλοδαρμούς, εμετικά συνθήματα και κυνηγητά αλλοδαπών. Ας χάσει η Ελλάδα, μπας και σωθεί καμιά ζωή. Ψέματα; Ρωτήστε τους πατεράδες που έχασαν τα παιδιά τους στο Ρέθυμνο και στη Ζάκυνθο και όσους συστηματικά λιντσάρονταν γύρω από την Ομόνοια παλιότερα, διότι είχαν την ατυχία να είναι “αλβανοί” ή μαύροι ή μωβ.

Κ.Καβάφης: Θυμήσου, Σώμα…(1918)

SurrealismBellmer2

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κι εκείνες τις επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στην φωνή – και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες – πως γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν
πως έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.

*εκδόσεις Γαλαξία, 1987, 7η ανατύπωση, σελ.86

Into the groove

980b2e71a187f092466c13bf42cd6413_500x735

Ναι, τα σπάσαμε, τα ρημάξαμε, ακούγαμε λύκους να ουρλιάζουν, σκυλιά μας κυνηγούσαν, σκιάχτρα χόρευαν στο σκονισμένο νοτιά, τεράστια γκρι δέντρα με πλοκάμια μας απειλούσαν, τηλεγραφικοί στύλοι έλιωναν και έμεναν τα καλώδια αιωρούμενα, να, είδαμε κόρες να απλώνουν ρούχα και να μας χαμογελούν, σκελετωμένες γριες μας καλούσαν μέσα και έπαιζαν με τη γλώσσα τους χασκογελώντας, το βάλαμε στα πόδια, σκοντάψαμε σε πέτρες, γλιστρίσαμε από βράχους, το χέρι μας σκίστηκε από κάκτους, το άλογο ψόφησε, φίλοι χάθηκαν και ξέμειναν, τα τρόφιμα σώθηκαν, η βροχή μας μούλιασε, ο Τουταγχαμών μας καταράστηκε, το Μαλιμπού ήταν απάτη, η Lula μεταμορφώθηκε σε Marietta, με το χάρτη δεν μπορούσες να βγάλεις άκρη καθώς τόποι και συντεταγμένες άλλαζαν θέσεις συνεχώς σαν τους δείκτες του ρολογιού του καμπαναριού στον Τρίτο Άνθρωπο του Όρσονα, μας έβγαλαν την καρδιά με ανοιχτήρι σκουριασμένο, αλλά την πήραμε πίσω, μανιακοί δεξιά και αριστερά του δρόμου άπλωναν τα βρωμερά χέρια τους και έκαναν αισχρά νοήματα, εκείνοι οι μπάσταρδοι μας πετούσαν πέτρες, μας έκλεψαν ξανά και ξανά, μέχρι που δεν μας έμεινε ούτε σπίρτο για να ανάψουμε φωτιά να ζεσταθούμε τη νύχτα, πληγιασμένοι και εξουθενωμένοι ζητήσαμε άσυλο, αλλά μας διαολόστελναν παντού, νυχτερινοί επισκέπτες μπαίναμε σε χωριά και ερημωμένες πόλεις και ο μόνος ήχος που ακούγαμε ήταν τα παντζούρια τα ξύλινα που ανοιγόκλειναν από τα ρεύματα, η θάλασσα ήταν σταματημένη σα ζελέ και τούτο ήταν το τραγικότερο, μόλις φανταζόμασταν κάτι, μια μορφή οικεία ή έναν προορισμό, αυτό βάραινε σαν μολύβι και συντριβόταν μπροστά μας στο χώμα πέφτοντας κατακόρυφα από ψηλά, ζητιάνοι, ακρωτηριασμένοι, πονεμένοι και ερειπωμένοι – όλοι τους με τα ίδια ξεζουμισμένα μάτια – τραβούσαν κι εκείνοι το δρόμο της ανηφορικής τους μοίρας σιωπηλοί, αμίλητοι, αμείλικτοι, δίχως να τους περιμένει κανένας, γενικώς δίχως και μόνο δίχως, αυτό το δίχως της απόστασης που χώριζε την ανάβασή τους από το σκοπό τους που ξεστράτισε τόσο παλιά που δεν το θυμάται κανείς πια.
Τα διαλύσαμε όλα, τα αναποδογυρίσαμε, χαρακωθήκαμε και διαμελιστήκαμε, συναρμολογηθήκαμε και ακολουθήσαμε διαβατάρικα πουλιά, μυρωδιές από μπαρ, παραγράφους που αναγκάστηκαν να βγουν από τα βιβλία και να μας πάρουν από το χέρι, ανεπίδεκτοι μαθήσεως, φτάνοντας εκεί που το επόμενο βήμα είναι σκοτάδι, κενό, εκεί που δεν ξέρεις αν θα πατήσεις γη ή θα φύγεις κάτω. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή της αγωνίας και της δίκης, δεν κοκκαλώνουμε, δεν είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε, εμείς ξεφουρνίζουμε τις ιστορίες μας, χοροπηδάμε και ξεφωνίζουμε, βγαίνουμε από τον εαυτό μας, βγάζουμε γούστα και φτύνουμε στα μούτρα τη θλίψη, μπορούμε να το κάνουμε κι αυτό, ναι, βγάζουμε τη γλώσσα και χειρονομούμε αισχρά σε όσους μας θέλανε νεκρούς, ό,τι θέλουμε το μπορούμε, το παιγνίδι άνοιξε, μην μας υποτιμήσετε, άγγελοι και δολοφόνοι για όσο το κοκκόρι του Rock and Roll θα μένει όρθιο, θα κυματίζει περήφανα και η μουσική θα παίζει δυνατά και άμα γουστάρεις σε παίρνουμε και από το χέρι κανά βραδάκι να σε στριφογυρίσουμε και δυο και τρεις φορές σε Jitterbug και Jive ρυθμούς, στην αμμουδιά, ξυπόλητη. Αυτή είναι η αλήθεια, τελειώνει η εποχή που φρικάρουμε και αρχίζει η εποχή που γκρουβάρουμε! Cheers.

Groovy Little Trip – Tommy Jett (Texas, 1967)