Το ταξίδι προς την Αφετηρία: Ρεκατσινάτα Λευκάδας (pics)

7

Η πορεία της δροσοσταλίδας που κυλάει το γλυκοχάραμα από φύλλο σε φύλλο παιγνιδιάρα και ευεργετική προτού πέσει στη γη, εξατμιστεί, γίνει σύννεφο, γίνει βροχή, γίνει σταγόνα και επιστρέψει ολοκληρώνοντας τον κύκλο της για να ποτίσει πάλι τα οικεία της διψασμένα φύλλα και ν’αναπαυτεί πάνω τους, όσο προλαβαίνει, καθώς ξαναγλιστρά προς το έδαφος, πόσο μοιάζει με τη ζωή μας!

Πώς θα μπορούσα, στο αστραπιαίο επίγειο πέρασμα, προτού εξαϋλωθώ, να μην αναζητήσω την πορεία μου, να μην αποπειραθώ να φτάσω στην αφετηρία, στο χρονικό-γεωγραφικό σημείο που μου επιτρέπουν οι γνώσεις μου να θεωρώ ως αφετηρία, ως το πρώτο φύλλο! Πώς θα μπορούσα να αγνοήσω την αόρατη δύναμη που τραντάζει το μπράτσο μου και απαιτεί να μην πορεύομαι μηχανικά, αδιάφορα, λησμονώντας!

Γεννήθηκα αλλού. Έζησα αλλού. Μετοίκησα. Περιπλανήθηκα. Ξαναγύρισα. Η Αθήνα, ο Βόλος, οι Βρυξέλλες, η Γερμανία δεν ήταν το πρώτο φύλλο. Καθώς κυλούσα, άλλοτε ήρεμα και άλλοτε με αγωνία, κοντοστεκόμουν, γυρνούσα τη ματιά μου προς τα πίσω, αλλά δεν έβλεπα καθαρά. Ήμουν μακριά και απομακρυνόμουν κι άλλο. Ήθελα να ξέρω από πού κρατάω. Ήθελα να αγγίξω με την παλάμη τα απολύτως δικά μου χώματα. Οι γνώσεις της οικογένειάς μου ήταν ελλιπείς και γενικές, γιατί κανείς από τους ζωντανούς δεν ρίζωσε εκεί. Οι προηγούμενοι έφυγαν πολύ νωρίς, δεν τους πρόλαβα, και τα σινιάλα τους δεν είναι πια ευδιάκριτα. Ωστόσο ο κύκλος και η συνέχεια δεν πρέπει να σπάει. Τέλος πάντων όχι στα χέρια μου. Είναι ύβρις και αποφάσισα να αναδιφήσω την προπατορική μου ιστορία στηριζόμενος σε ίδιες δυνάμεις.

——————-

«Ύπερθεν της κωμοπόλεως {Καρυάς} είναι ο μικρός συνοικισμός «Ρεκατσινάτα» καλούμενος ως εκ του επιθέτου των κατοίκων Ρεκατσίνας»

Το επώνυμό μου είναι σπάνιο και παραπέμπει σε έναν και μοναδικό συγκεκριμένο τόπο. Έχω συγγενείς στην Αυστραλία, στις ΗΠΑ, σ’ όλον τον κόσμο. Συγγενείς που δυστυχώς δεν γνωρίζω. Υπάρχουν τόσες πολλές καταγραφές στα αρχεία του Ellis Island. Μπάρκαραν στις αρχές του 20ου αιώνα με υπερωκεάνια για τις νέες πατρίδες, για τη νέα ζωή. Ο τόπος δεν τους κρατούσε. Κυλούσαν κι αυτοί. Επέστρεψαν ποτέ; Το επώνυμό μου ήταν αυτό που με παρότρυνε ανέκαθεν να αναζητήσω τις ρίζες μου. Η ισχυρή εσωτερική φωνή που με καλούσε να επισκεφτώ την πατρογονική εστία, να ξεκινήσω το πολύ προσωπικό ταξίδι στον τόπο μου, στο παρελθόν, που με χρέωνε επιτακτικά να επανασυγκολλήσω το θρυμματισμένο ψηφιδωτό της γνώσης, το νήμα της ζωής και να το μεταλαμπαδεύσω στους επόμενους.

Ο παππούς μου γεννήθηκε στα χρόνια του μεγάλου πολέμου, το 1915. Ορφάνεψε πολύ μικρός και από τους δύο γονείς. Τον μεγάλωσαν οι ελάχιστα μεγαλύτερες αδελφές του σε συνθήκες τραγικής φτώχειας. Τους βοηθούσαν όσο μπορούσαν οι συγχωριανοί. Όσες σχετικές ιστορίες έχω ακούσει, είναι συνταρακτικές. Η πάλη ενός παιδιού να ξεφύγει από την απόλυτη ένδεια. Μετά  την αποφοίτησή του από το δημοτικό σχολείο του χωριού (1928), μεταβαίνει στην Κέρκυρα προς εισαγωγή στο Εθνικό Οικοτροφείο. Μη επιτυχώς τούτο, διαγωνίζεται και εισάγεται στην Α’ τάξη του Γυμνασίου και μεταγράφεται στη Λευκάδα (1930), όπου για να εξοικονομήσει τα προς το ζην κουβαλάει μεγάλα κιούπια με νερό σε εστιατόρια με ένα κοντάρι στερεωμένο στον τράχηλό του για να ισορροπεί και να μη χύνεται το βαρύ φορτίο και δουλεύει “παρ’ ευπόρω οικογενεία”. Μόνο όταν παντρεύτηκε η μεγάλη του αδελφή, βελτιώθηκαν κάπως οι συνθήκες.  Ήταν καλός μαθητής. Ο συμπατριώτης του θεολόγος καθηγητής Σπυρίδων Τρανός “εκτιμήσας το ήθος, την επιμέλειαν και την έφεσιν προς μάθησιν” του μικρού Απόστολου, του παρέχει ηθική και υλική συμπαράσταση και συνδρομή. Το 1936 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Λευκάδας “πρωτεύσας και επιβραβευθείς δια χιλιοδράχμου επάθλου, καθιερωθέντος εις μνήμην του τότε αποθανόντος Γυμνασιάρχου Κων.Γουρζή”. Είχε βλέψεις “δια πανεπιστημιακάς σπουδάς”. Δυστυχώς όμως, η “παντελής έλλειψις οικονομικών δυνατοτήτων έφρασσε την οδόν της ικανοποιήσεως ενδομύχου πόθου προς εγγραφήν εις το Πανεπιστήμιον και παρακολούθησιν φιλολογικών σπουδών, στας οποίας είχον ιδιαιτέραν προτίμησιν”, όπως γράφει ο ίδιος σε βιογραφικό του σημείωμα το 1969. “Προ του αδιεξόδου και της απογνώσεως εις ην περιερχόμην εν τω σταδίω τούτω της ζωής μου, ενεφανίσθησαν ως συμπαραστάται μου ο τότε Μητροπολίτης Λευκάδος και Ιθάκης Δημήτριος και τινά επίλεκτα πρόσωπα της κοινωνίας Λευκάδος. Τη προτροπή των και τη υλική ενισχύσει των, ενεγράφην,κατόπιν επιτυχών εξετάσεων, εις την Παιδαγωγικήν Ακαδημίαν Ιωαννίνων (1936)”. Στη συνέχεια του σημειώματος ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ονόματα των ευεργετών του, οι οποίοι επέδειξαν αξιοσημείωτη και συγκινητική αλληλεγγύη προς τον παππού, δίχως την αρωγή και την ανιδιοτελή προσφορά των οποίων δεν θα σπούδαζε μένοντας καταδικασμένος σε ισόβια πενία: “Κατά το διετές διάστημα της φοιτήσεώς μου υπεστηρίχθην παντοιοτρόπως παρά συμπατριωτών μου Λευκαδίων, εχόντων θέσεις εις Ιωάννινα (Ιωάννου Μελά, Συν/ρχου Διοικητού του VIII Συν/τος Πυρ/κού, Χριστοφόρου Λάζαρη, Αντιεισαγγελέως Πρωτοδικών, Ιωάννου Παπαδάτου, καθηγητού Μαθηματικών κ.ά (…) Ο παππού μου έγινε δάσκαλος υπηρετώντας από την 29-12-1938 έως την αποχώρησή του την 30-12-1973 με το βαθμό του επιτίμου νομαρχιακού επιθεωρητή δημοτικής εκπαιδεύσεως.

Δεν γύρισε ποτέ πίσω. Η υπηρεσία του για πολλές δεκαετίες περιορίστηκε στους νομούς της Θεσσαλίας. Εκεί παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια… Οι πιο κοντινοί του συγγενείς, οι δύο αδελφές του ακολούθησαν τους συζύγους τους και έφυγαν από το χωριό. Τι να τις κρατούσε άλλωστε εκεί; Έτσι ο παππούς δεν γύρισε ποτέ πίσω, παρότι μέσα του δεν έκοψε ποτέ τους δεσμούς με την πατρίδα του. Ο γιος του, ο πατέρας μου, γεννημένος και μεγαλωμένος αλλού, δεν είχε αναφορές από το χωριό, δεν αισθάνθηκε νόστο ή επιθυμία να επιστρέψει ή να αποκαταστήσει την αλυσίδα που δένει τους ανθρώπους με την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Ο τρίτος στη σειρά, δηλαδή εγώ, γεννημένος και μεγαλωμένος ακόμα πιο μακριά, όπως προανέφερα, και χωρίς ιδιαίτερες αφηγήσεις και αναφορές από τους δικούς μου, θα είχα ξεχάσει την ύπαρξη αυτής της πατρίδας, αν δεν με ξεσήκωνε η αλάθητη εσωτερική φωνή: “Λευκάδα”! “Καρυά”! “Ρεκατσινάτα”!!!

Το 2004 ζούσα ακόμα στις Βρυξέλλες. Ήδη από το 1999 επισκεπτόμουν κάθε καλοκαίρι το νησί. Με φιλοξενούσαν στη Τσιχλιμπού, μια γειτονιά στις παρυφές της χώρας στο δρόμο προς Λυγιά, Νικιάνα και Νυδρί κάποιοι καλοί, κάπως πιο μακρινοί, ηλικιωμένοι συγγενείς. Τα πρώτα πέντε χρόνια πήγαινα ως τουρίστας, αλλά αποτελούσε άσβεστο πόθο και αδήριτη ανάγκη η αποκατάσταση της επαφής με το παρελθόν. Ο κύκλος όμως όσων γνώριζαν πρόσωπα, τόπους και πράγματα, ήταν εξαιρετικά περιορισμένος και εξ’ αυτού του λόγου κάθε φορά αποχαιρετούσα το νησί μου με τη γλυκόπικρη αίσθηση του ανολοκλήρωτου. Εκείνο το καλοκαίρι, ο θείος μου Αγησίλαος (στη Λευκάδα είναι σύνηθες το σόι μου να διατηρεί μεγαλοπρεπή μυθολογικά ονόματα) με σύστησε στον αείμνηστο Γιάννη Ρεκατσίνα, έναν γλυκύτατο, πράο άνθρωπο προχωρημένης ηλικίας, στον οποίο χρωστώ ευγνωμοσύνη, που παρά τα πολλά του οικογενειακά προβλήματα, προσφέρθηκε αμέσως να μου ξεκλειδώσει το σεντούκι της γνώσης. Μέχρι τότε, όλο κι όλο ήξερα ότι οι δικοί μου κατάγονται από την Καρυά, το ορεινό κεφαλοχώρι της Λευκάδας μετά τους Πηγαδισάνους. Αυτό άκουγα, αυτό ήξερα. Μιλήσαμε ώρες ατελείωτες.

“Εσείς, Απόστολε, είστε από τα Ρεκατσινάτα”.
“Ρεκατσινάτα”;
“Κι εγώ το ίδιο…Ένα χωριουδάκι πιο πάνω από την Καρυά, εγκαταλελειμμένο εδώ και δεκαετίες”.
“Εκεί μεγάλωσε ο παππούς μου”;
“Εκεί…εκεί…αλλά δεν υπάρχει τίποτα πια. Μόνο ερείπια λιθόκτιστων σπιτιών και χαλάσματα”.
“Μπορείτε να…με πάτε. Ξέρετε σε ποια χαλάσματα είναι το σπίτι που μεγάλωσε ο παππούς μου”;
“Είναι δύσβατος ο δρόμος. Πάμε. Μπορεί να βρούμε τον Ξάρη (Έξαρχος), τον μοναδικό κάτοικο, αυτός θα ξέρει, έχει και το επώνυμό σου…
“Πώς”;
“Είναι βοσκός και μένει εκεί πάνω, μόνος με τα ζώα του”.

Οργάνωσα λοιπόν μια ομάδα ανθρώπων και ξεκινήσαμε ένα ωραίο πρωί με το αυτοκίνητό μου για τα Ρεκατσινάτα. Φέτος που ξαναπήγα, μου ανέφεραν πως ακόμα συζητείται από τους παλιούς εναπομείναντες στην πλατεία της Καρυάς εκείνη η εκδρομή – προσκύνημα ενός καρσάνου (Σ.Σ. καταγωγή από Καρυά) που ήρθε από τις Βρυξέλλες για να αναζητήσει τα πάτρια εδάφη. Έτσι μετά από μια ελικοειδή διαδρομή σε έναν χαλασμένο δρόμο είδα για πρώτη φορά τα Ρεκατσινάτα ή μάλλον ό,τι απέμεινε από το μικρό χωριό πάνω από την Καρυά σε υψόμετρο 640 μέτρων…

Η παρακάτω διαφωτιστική αναφορά για το χωριό προέρχεται από τα αρχεία του ιερέα Ανδρέα Στραγαλινού:

«Άνωθεν της Καρυάς επί του Μεγάλου όρους, επί βατού και ανηφορικού δρόμου μετά δεκάλεπτον πορεία φθάνει εις τον οικισμό Ρεκατσινάτα, όπου βεβαίως θα κατέφυγε κάποτε κάποιος εκ Καρυάς Ρεκατσίνας. Κείται ο οικισμός ούτος επί εδάφους πηλώδους όπου συχνά συμβαίνουν καθιζήσεις. Με θέα βορειοανατολικά και μέσα εις πολλά δέντρα καρυδιές, αμυγδαλιές, κ.λ.. Οι Ρεκατσιναίοι περί τους διακοσίους, είναι εργατικοί και αγαθότεροι των Καρσάνων. Υδρεύονται εκ μικράς πηγής. Εκκλησιάζονται στις εκκλησίες της Αγίας Αικατερίνης(;) και της Αγίας Μαύρας(;). Υπάγονται εις την κοινότητα Καρυάς της οποίας θεωρείται προάστιον.»

Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν το γεγονός πως ο οικισμός αυτός, του οποίου “τα δύο επικρατέστερα ονόματα ήταν Στραγαλινός και Ρεκατσίνας”, και που σύμφωνα με τις διηγήσεις (ανάλογα με τον εκάστοτε συνομιλητή μου οι αριθμοί διαφέρουν) περιλάμβανε γύρω στα τριάντα σπίτια – στην απογραφή του 1961 αναφέρονται στο χωριό 138 κάτοικοι, στις αρχές της δεκαετίας του 1960 κατέβαιναν από τα Ρεκατσινάτα στην Καρυά 20- 30 παιδιά μαθητές του δημοτικού σχολείου – έχει εξαφανιστεί από τον ορίζοντα. Ανάμεσα στα ερείπια έχει φυτρώσει πυκνή βλάστηση και το δάσος έχει κυριολεκτικά καταπιεί τον πάλαι ποτέ αμφιθεατρικό οικισμό. Η παντελής απουσία ανθρώπινης παρέμβασης παραχώρησε την αποκλειστικότητα στην οργιώδη δράση των κισσών, στη Φύση, η οποία επιβλήθηκε κατά κράτος ως ο ισχυρότερος των πάντων. Η ηρεμία του τοπίου είναι μοναδική. Άλλο τόσο η συγκίνηση, η κατάνυξη και η γαλήνη που νιώθει ο γιος των ερειπίων, όταν αντικρίζει μετά από τόσο μεγάλο ταξίδι για πρώτη φορά αυτόν τον τόπο που τον υποδέχεται στοργικά για να τον εξαγνίσει και να φωτίσει την ψυχή του.

Παράθυρα χωρίς κουφώματα, τοίχοι χωρίς στέγες, κατασκευές από πέτρες και πράσινο, πεύκα και κυπαρίσσια παντού συνθέτουν ένα σκηνικό μελαγχολικό, επιβλητικής ερήμωσης, μοναχικό, υπερφυσικό. Κλείνοντας τα μάτια φανταζόμουν(;) πως άκουγα τις φωνές μικρών ξυπόλητων παιδιών να παίζουν, άνδρες να συζητούν για τα χωράφια τους, έβλεπα γυναίκες να πλένουν, καμινάδες να βγάζουν καπνό, μύριζα την ευωδιά του φτωχικού φαγητού, αφουγκραζόμουν τους πόθους, τα όνειρα, την αγωνία, την απελπισία, το μόχθο, την πίστη αυτών των ανθρώπων που έζησαν και πέθαναν ζωές ολόκληρες σ’ αυτή την αετοφωλιά. Οι οδηγοί μου σ’ αυτή την υπερβατική σχεδόν εμπειρία, μου υπέδειξαν κάποιες επίπεδες πέτρες στο κεντρικό καλντερίμι των Ρεκατσινάτων:

“Εδώ ήταν κάτι σαν την πλατεία του χωριού. Οι άνδρες κάθονταν πάνω, γι’ αυτό και είναι λείες, συζητούσαν τα θέματά τους, επέλυαν διαφορές, ξαπόσταιναν”, μου κάνει ο κύρ Γιάννης. Ο Ξάρης κουνάει καταφατικά το κεφάλι του επιβεβαιώνοντας.

“Εγώ έφυγα από εδώ το 1938”, συμπληρώνει ο θείος Αγησίλαος, ο γιος της μεγάλης αδελφής του παππού μου.”Ακόμα τους θυμάμαι”…

Προχωρώντας πιο βαθιά στον οικισμό, ο κυρ Γιάννης σταματάει. Κοιτάει για να βεβαιωθεί, γυρνάει και μου λέει δείχνοντας ένα κτίσμα χωρίς στέγη, πόρτες και παράθυρα:
“Εδώ…εδώ μεγάλωσε ο παππούς σου. Φτώχεια. Φτώχεια καταραμένη. Τα καημένα τα παιδάκια, δεν είχαν τίποτα, ούτε μανούλα, ούτε φαΐ…ας ήταν καλά το χωριό που τα μεγάλωσε. Τους έδιναν οι γυναίκες να φάνε, λες και είχαν κι αυτές. Για κανέναν δεν έφτανε…Μεγάλη φτώχεια σου λέω…” Η συγκίνησή του ήταν εμφανής. Εγώ, μέσα μου συγκλονιζόμουν σαν περνούν από τους πόρους μου λυσσασμένοι άνεμοι και να με χτυπούν σύγκορμο δίχως οίκτο. Σε μια γωνιά διέκρινα τα απομεινάρια μιας εστίας ή μπορεί να το φαντάστηκα. Και έβλεπα τους δικούς μου ενενήντα χρόνια πριν να προσπαθούν να ζεσταθούν και να προστατευθούν από το κρύο…

“Γιατί έφυγαν όλοι”; ρώτησα λίγο μετά. “Μετανάστευση”;
“Όχι”. (Σ.Σ: Εδώ οι προφορικές μνήμες διαφέρουν πάλι απ’ όσα ιστορικά έχω κατορθώσει να αλιεύσω στο διαδίκτυο. Η περιορισμένης έκτασης βιβλιογραφία αναφέρει πως το χωριό εγκαταλείφθηκε οριστικά το 1965, καθώς κρίθηκε ακατάλληλο λόγω κατολισθήσεων και στους κατοίκους των Ρεκατσινάτων δόθηκαν δάνεια για αγορά οικοπέδων και χτίσιμο σπιτιών στην Καρυά)
“Αλλά τι έγινε”;
“Τότε κυβερνούσε ο Παπανδρέου ο γέρος. Και είχε ξεκινήσει τον εξηλεκτρισμό της υπαίθρου. Επειδή τα Ρεκατσινάτα ήταν μικρό και φτωχό χωριό και δεν είχανε μπάρμπα στην Κορώνη δεν τους συνέφερε να φέρουν ηλεκτρικό μέχρι πάνω και ανάγκασαν τους ανθρώπους να κατέβουν στην Καρυά”.
“Με το ζόρι”;
“Ε, τι τα θες…Αγράμματοι ήταν, τους τάξανε δάνεια, δουλειές, σ’ άλλους δώσανε, σ’άλλους τα φάγανε, το συμπέρασμα είναι ότι ερήμωσε το χωριό, φύγανε όλοι και δεν ξαναγυρίσανε. Μόνο ο Ξάρης έμεινε”.

Αυτό ήταν το τέλος των Ρεκατσινάτων, που από το 1955 είχε μετονομαστεί με ΦΕΚ σε Άγιο Ανδρέα, σύμφωνα με τις προσωπικές μαρτυρίες των ηλικιωμένων φίλων μου. Δεν είμαι σε θέση ακόμα να γνωρίζω την αλήθεια. Σίγουρα όμως στο επόμενο, τρίτο μου ταξίδι, όταν θα ζητήσω πρόσβαση στα αρχεία του Δήμου Καρυάς και βοήθεια από καρσάνους συγχωριανούς με ισχυρή μνήμη, τότε θα αποκτήσω σφαιρικότερη άποψη και θα την καταθέσω στο εν λόγω κείμενο με update.

Μια απόφαση λοιπόν που πήραν κάποτε κάποιοι γραφειοκράτες στην Αθήνα ή σε κάποιο διοικητική διεύθυνση της δυτικής Ελλάδας κατήργησε το χωριό μου, τα χαλάσματα που θα είναι στον αιώνα τον άπαντα το σπίτι μου, διέκοψε βίαια τη συλλογική του πορεία στο χρόνο, έσβησε τα ίχνη της προκοπής των ανθρώπων στον τόπο που γεννήθηκαν, παρέδωσε στην προφορική μαρτυρία την ιστορική του συνέχεια, μετέφερε την ευθύνη της μνήμης στη ρεκατσινέικη διασπορά. Το ίδιο συνέβη και σε χιλιάδες άλλους λιλιπούτειους οικισμούς σε όλη τη χώρα για μικροπολιτικούς λόγους. Έτσι σβήστηκαν από το χάρτη τα Ρεκατσινάτα, που αναφέρεται ότι κατοικούνταν εδώ και 500 χρόνια, ενώ από το 1866 υπάγονταν στο δήμο Καρυάς:

«Με την έπειτα από την Ένωση διοικητική διαίρεση της Επτανήσου, η επαρχία Λευκάδας του νομού Λευκάδας ( Λευκάδα και Ιθάκη) διαιρέθηκε με το Β.Δ. {Βασιλικό διάταγμα} 8/1/1866 σε οκτώ δήμους. Όλους β’ τάξεως, τους εξής:….3). Καρυάς: τα χωριά Καρυά, Πηγαδισάνοι, Ρεκατσινάτα, Αλέξανδρο…»

Δώδεκα χρόνια μετά το πρώτο μου οδοιπορικό στο γενέθλιο τόπο των προγόνων μου, τον επισκέφτηκα ξανά τον Ιούνιο του 2016. Πόσα συνέβησαν από τότε! Πόσες δροσοσταλίδες σχηματίστηκαν και εξατμίστηκαν. Ήθελα να δω την πατρίδα μου, την αφετηρία, ήθελα να ξέρω ότι είναι εκεί, ήθελα να ξέρει ότι είμαι εκεί, στο καλυμμένο από πέπλο κισσών κομμάτι γης που ο καθένας ανήκει, το προστατευμένο από τη Φύση, τα αγέρωχα ερείπια πάνω στο βουνό που βλέπουν από ψηλά, σοφά και σιωπηλά, τα παθήματα και τα καμώματα των ανθρώπων, απέναντι στη στεριά, κάτω στην κοιλάδα της Καρυάς, παντού στη γη. Ένιωσα το ίδιο ρίγος. Αποτραβήχθηκα και συνομίλησα με τον αγαπημένο τόπο σε μια γλώσσα που δεν χρειάζεται διερμηνείς και αποκωδικοποίηση. Έδωσα την υπόσχεση και πήρα δύναμη. Θα συνεχίσω να κυλάω από φύλλο σε φύλλο, ώσπου να πέσω στη γη, να γίνω σύννεφο, βροχή και να επιστρέψω για να ξεδιψάσω τα οικεία βλαστάρια και να αναπαυτώ μέχρι να ξαναγίνω δροσοσταλίδα.

Στην Καρυά, κάνοντας μια αναγκαία βραχεία στάση προκειμένου να επιστρέψω στην “κανονική” μου υπόσταση και να χαθώ ανάμεσα στους ανθρώπους, μια πεταλούδα, απεσταλμένη, ευγενική και πανταχού παρούσα, μαγικά ενσάρκωσε τη σύνδεση του λυρικού Εγώ με το Παρελθόν, μένοντας κοντά μου μέχρι τον προσωρινό αποχαιρετισμό μας.

13472166_10153783000183261_945939504_n

Άποψη των Ρεκατσινάτων από ψηλά. Η Φύση τα προστατεύει.

13511531_10153783001283261_1724031238_n

Αναδίφηση της προπατορικής ιστορίας

13514459_10153782999883261_81770213_n

13510455_10153783000403261_2028398133_n

13480499_10153783001298261_1325251003_n

13480478_10153782998828261_1604586295_n

13480448_10153782999378261_525655340_n

Ερείπια γεμάτα προσωπικές ιστορίες

13472166_10153783000183261_945939504_n

Ποιος ατένιζε από το παράθυρο; Τι σκεφτόταν; Είχε μια καλή ζωή;

13480302_10153782999003261_1477212824_n

Οι κισσοί καλύπτουν το χωριό.

13480246_10153782999823261_54960529_n

Το “προσκύνημα”. Η κορυφαία στιγμή, η συνομιλία του λυρικού Εγώ με το Παρελθόν.

13479549_10153783001073261_151678158_n

48

Το κεντρικό καλντερίμι.

40

Το εσωτερικό των σπιτιών, ρημαγμένες κατασκευές, ακόμα επιβλητικές

28

Ο Ξάρης (Έξαρχος)

18

 

35

Γ.Ρεκατσίνας, Ξάρης, Αγησίλαος Κούρτης, εγώ (2004) στις λείες πέτρες όπου οι άντρες του χωριού κάθονταν, συνομιλούσαν και έλυναν τις διαφορές τους.

43

2016

13480366_10153783001133261_1182876536_n

13487898_10153783001258261_1441726415_n

Η θέα της Καρυάς από τα Ρεκατσινάτα

13521624_10153783001678261_1833303494_n

13492933_10153783000468261_1599963022_n

13521071_10153782998923261_1224074739_n

Ο Άγιος Αντώνιος στο δρόμο πριν μπούμε στο εγκαταλελειμμένο χωριό ερχόμενοι από την Καρυά

13511591_10153782998473261_673209174_nΔείτε οπωσδήποτε κι αυτά τα λινκς:

http://google-maps.pro/satellite/Rekatsinata
http://karyalefkadas.blogspot.gr/

Ρεκατσινάτα: Ένας ολάνθιστος κήπος αγριολούλουδων στην ορεινή Λευκάδα

Παλιοί Οικισμοί

Tags: , , , , , , , , , , , , , ,

About Der Landstreicher

Ιδού η αληθινή Ταϊτή, δηλαδή: πιστά πλασμένη με τη φαντασία μου. (Πολ Γκογκέν και Σαρλ Μορίς)............... Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια. (Γιώργος Μακρής).............. Und wollt ihr wissen, wer ich bin, ich weiß es selber nicht, ich irre so durchs Leben hin, weiß nicht, wo ich zu Hause bin und will es wissen nicht. (Landstreicherlied, Arnold Waldwagner)...........

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: