Ξυπνώντας στο Βόλο

Volos_papastratou

Έλειπα εικοσιπέντε χρόνια από την πόλη όπου ολοκλήρωσα τις εγκυκλίους σπουδές μου. Δεν σκόπευα να γυρίσω ποτέ ή τουλάχιστον όχι τόσο σύντομα. Πριν δέκα χρόνια επέστρεψα από το εξωτερικό στην Αθήνα. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο ζω ξανά στο Βόλο. Σαν να πέρασε μια ζωή ολόκληρη, σαν να πέρασε ένα Σαββατοκύριακο με πυκνά γεγονότα, δεν είμαι σίγουρος ποια αίσθηση επικρατεί μέσα μου. Ο χρόνος τρέχει και εμείς, δεσμώτες της αδυσώπητης καθημερινότητας και ανελεήμονες δεσμοφύλακες του δημιουργικού εαυτού μας, δεν καταφέρνουμε πάντοτε να συνειδητοποιήσουμε τις τεκτονικές αλλαγές που συντελούνται γύρω και εντός μας. Ωστόσο, παρά το τρέξιμο, τη δουλειά και τον αταβισμό, προσπαθώ κινούμενος στη γνώριμη – άγνωστη πόλη, να αφουγκραστώ τον δικό μου μυστικό, βιωμένο Βόλο, να αφυπνίσω το παιδικό μου οριοθετημένο σύμπαν, να μυρίσω το άρωμα των βραδινών γιασεμιών, να εξερευνήσω τις χιλιάδες μικρές και μεγάλες κρυμμένες ιστορίες που μου αποκαλύπτονται προσωπικά σε κάθε γωνιά και κάθε γειτονιά, να αποτίσω φόρο τιμής σε πρόσωπα, δρομάκια και παράδρομους στο οδοιπορικό μου προς την πάλαι ποτέ αφετηρία. Η επιθυμία να ξαναγνωριστούμε με την πόλη δεν εκπορεύεται από ανάγκη επιστροφής στην ασφάλεια και εξευμενισμού της ή από κάποια middle-age νοσταλγική έξαρση. Σπεύδω να διευκρινίσω πως ούτε σχετίζεται με την παραβολή του ασώτου. Το γεγονός ότι συστήνομαι στην πόλη ας εκληφθεί ως χειρονομία αστικής ευγένειας ενός παλιού οικογενειακού φίλου προς τον οικοδεσπότη του και τίποτα παραπάνω.
Μέχρι σήμερα, παρότι έχει περάσει αρκετός χρόνος, δεν είχα βρει την κατάλληλη ευκαιρία. Το αμέλησα, όπως πολλά άλλα. Το πρωί όμως αποβιβάστηκα στην άκρη της πόλης για να βαδίσω μέχρι το σπίτι μου στο κέντρο. Μια αστεία απόσταση 20 λεπτών όλη κι όλη, βραχύτερη από τα εικοσιπέντε λεπτά, τα οποία χρειαζόμουν καθημερινά μέχρι τον Οκτώβριο του 2014 για την απόσταση Καλλιδρομίου – Βουλή μέσω Εξαρχείων και Ακαδημίας και από τους πιο παλιούς ποδαρόδρομους σε Άαχεν, Βερολίνο, Βρυξέλλες, Κόνσταντς, Λυκαβηττό, Παγκράτι, Χολαργό, Ζωγράφου, Αγίους. Η μέρα ξεκίνησε με θάλασσα. Ηλιόλουστη. Ειδυλλιακή. Το μόνο στοιχείο που έλειπε από κάθε προσωρινό σταθμό. Οι μικροί ιστιοπλόοι του ΝΟΒ μπροστά στην Παναγιά Γορίτσα έκαναν την πρωινή τους προπόνηση με τα σκαφάκια Όπτιμιστ. Σε ένα τέτοιο βαρκάκι έκανα βόλτες κι εγώ πριν από τριάντα και βάλε χρόνια. Στο φανάρι δεξιά, ερχόμενος προς Βόλο, το επιβλητικό γκρίζο σχολείο μου, το θρυλικό δεύτερο Γυμνάσιο. Στους ορόφους πάνω, νομίζω πως βλέπω από μακριά τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές μου να με χαιρετούν, αλλά δεν είμαστε εμείς… είναι τα παιδιά που δίνουν εξετάσεις για να ξεκινήσουν κι αυτά το ταξίδι του αγώνα και της αναζήτησης. Καλημερίζω μια προστάτιδα δύναμη και περπατώ την Πολυμέρη. Σπάνια γυρνούσαμε από αυτόν το δρόμο μετά το σχολείο. Είναι η Βασιλίσσης Σοφίας του Βόλου. Πολυσύχναστη, αγχωτική, άσχημη. Προτιμούσαμε πάντοτε την ήσυχη, παράλληλή της, οδό Αλεξάνδρας ή το παραλιακό μέτωπο Άναυρος-Ρέμβη-Μουσείο-Ξενία-Αγ.Κων/νος-Πάρκο. Από την Πολυμέρη επιστρέφαμε σπίτια μας μόνο τις Κυριακές μετά το γήπεδο για να δούμε τα πούλμαν με τους οπαδούς της αντιπάλου ομάδας. Κάθετοι δρόμοι: Δονδολίνων. Ιατρού Τζάνου. Φιλ. Ιωάννου, Κανάρη, ονόματα οδών που δεν έχω ξανασυναντήσει αλλού, με τη χαρακτηριστική, ξεκάθαρη ρυμοτομία που επιτρέπει τον προσανατολισμό με ορόσημο το αγέρωχο Πήλιο προς βορρά και το λιμάνι προς νότο. Κάθε δρόμος, κάθε τετράγωνο και ένας παλιός συμμαθητής ή συμμαθήτρια. Πάρτι, βόλτες με ποδήλατα, επισκέψεις, συμμορίες, τσακωμοί, καλαμπούρια. Σήμερα εκείνα τα παιδιά, σχεδόν 45άρηδες πλέον, παλεύουν με ΕΝΦΙΑ, πληρώνουν φροντιστήρια, μεθάνε στα τσιπουράδικα, χωρίζουν, αρρωσταίνουν, χαίρονται, ελπίζουν, απογοητεύονται. Στη μέση του δρόμου, νωρίς για ανακεφαλαιώσεις και “ταμείο”, σχετικώς αργά – όχι όμως τελεσίδικα απαγορευτικά – για επανεκκινήσεις. Too young to die, too old to Rock and Roll. Εκτός εξαιρέσεων. Πηγαίναμε μαζί σχολείο για να γίνουμε καλοί και χρήσιμοι πολίτες, να μαζέψουμε εφόδια, να προκόψουμε… Τώρα απαθείς και λοβοτομημένοι, μια χαμένη, ματαιωμένη και ηττημένη γενιά, είμαστε αυτόπτες μάρτυρες της ανεπάρκειας των συμβουλών και της μοιρολατρίας μας. Να έμεινε έμεινε άραγε άραγε σε εκείνα τα παιδιά που μεγάλωσαν τη δεκαετία του ’80 κάτι άθικτο από τότε; Ένα φυλακτό; Ένα όνειρο, μια ομπρέλα για τις βροχερές μέρες; Το βλέμμα μου κολλάει σε παλιά σπίτια, μονοκατοικίες με γλάστρες και φρεσκοβαμμένα παράθυρα. Ζωές και βιογραφίες καθημερινών ανθρώπων που έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους εκεί μέσα, γέλια και βογγητά σφηνωμένα στα περβάζια, γλέντια και καημοί κλεισμένα στο σεντούκι του υπογείου. Από τα σπασμένα παράθυρα του εγκαταλελειμμένου Εργοστασίου Πλακοποιΐας Μεφσούτ κοιτάζω στο εσωτερικό: Τοίχοι με σχέδια αναλλοίωτα στο χρόνο και μια τσίγκινη αποκαθηλωμένη πινακίδα της δεκαετίας του εξήντα πεταμένη κάτω: «Το οικόπεδον πωλείται επί αντιπαροχή, τηλ. Αθηνών…,τηλ. Θες/νικης…» Προφανώς, δεν επωλήθη στον καιρό του, με συνέπεια να παραμένει σήμερα ένα επιβλητικό μα παρείσακτο κατερειπωμένο βιομηχανικό μνημείο στην κεντρική αρτηρία της πόλης. Περνάω την Καραϊσκάκη και θυμάμαι το 5ο δημοτικό. Όταν τελείωνα τα μαθήματά μου έγκαιρα και ήμουν απογευματινός, πήγαινα εκεί και έπαιζα μπάσκετ. Οι μικροί μαθητές είχαν διάλειμμα. Τα κορίτσια με τα κορίτσια και τα αγόρια με τα αγόρια… Συνεχίζω από την Αλεξάνδρας, ενώ έχω αφήσει πίσω μου ό,τι απέμεινε από επιχειρηματικό δαιμόνιο στην Ελλάδα του 2016: Φούρνος, Σουβλατζίδικο, Καφέ, Φαρμακείο, Κομμωτήριο, Φούρνος, Σουβλατζίδικο, Καφέ, Φαρμακείο, Κομμωτήριο… Στην διασταύρωση με Κασσαβέτη σταματώ και ιχνηλατώ κάθε λεπτομέρεια γύρω μου. Το βασίλειό μου, ο κόσμος μου, η γειτονιά μου. Από το ‘72 ως το ‘88. Από κει ξεκίνησα με το ποδήλατο, με χάρτες και ψωμοτύρι, σε ηλικία 10-11 ετών για το γύρο της Ευρώπης, προτού με σταματήσει το περιπολικό της ειδοποιημένης από τους γονείς μου αστυνομίας κάπου στην οδό Λαρίσης, προς την έξοδο της πόλης. Λίγο πάνω από το πάρκο και το 5ο γυμνάσιο, οι καλές πολυκατοικίες, η μεσαία τάξη του Βόλου, γερασμένες κατασκευές, αλλά όρθιες. Όπως και η μεσαία τάξη. Με τη διαφορά πως πλέον είναι μόνο γερασμένη. Μετά την Κασσαβέτη προχωρώ με ζιγκ-ζαγκ στα τετράγωνα με προορισμό την περιοχή της Ανάληψης παρατηρώντας τους ανθρώπους: Οι γυναίκες πλένουν τα πεζοδρόμια και τις αυλές τους, οι γειτόνισσες μιλούν μεταξύ τους, ο αριθμός των διαβατών αξιοπρόσεκτος, άλλοι πάνε για ψώνια, άλλοι για δουλειά, ηλικιωμένοι άνθρωποι κατευθύνονται προς την αγορά, τράπεζες, υπηρεσίες και παραλιακά καφενεία. Μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η ησυχία παρ’ όλα αυτά. Τη θυμάμαι από παλιά αυτή την ησυχία των γειτονιών της περιοχής. Είναι γαλήνη και ηρεμία ή μουγγαμάρα της αποκαρδίωσης και της απονέκρωσης; Δεν ακούγονται θόρυβοι από κομπρεσέρ (οι κατασκευές έχουν ανασταλεί ως γνωστόν), τηλεοράσεις, ραδιόφωνα. Τα αυτοκίνητα περνούν σποραδικά. Το κελάηδισμα των πουλιών καλύπτει το μούγκρισμα της μηχανής. Μόνο όταν διασταυρώνονται μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι, ακούω «καλημέρα Μήτσο», «καλημέρα κυρά Δέσποινα». Διασταύρωση Δεληγιώργη και Γαλλίας. Το Κλασσικό Λύκειο. Ένα από τα κεντρικότερα κεφάλαια της προηγούμενης ζωής μου εδώ. Οι καλοί δάσκαλοι. Οι φίλοι. Η εφηβεία μας. Η ζύμωση. Η προπαρασκευή της απόδρασης. Οδός Γαλλίας: Ο φούρνος, απ’ όπου αγόραζα ψωμί επιστρέφοντας το 1981 από το 6ο Δημοτικό επί της Τ. Οικονομάκη στην Κασσαβέτη που δεν υπάρχει και έχει γίνει γυμναστήριο. Πιο πέρα το ισόγειο – ατελιέ της κυρίας Φράγκου, της μοδίστρας της καλής κοινωνίας στη διασταύρωση με Μαυροκορδάτου, στην οποία συνόδευα τις γιαγιάδες μου για να ράψουν τα φορέματά τους για τη Λέσχη και το Ελυζέ,δεν υπάρχει εδώ και 30 χρόνια. Εκεί είδα για πρώτη φορά κομπινεζόν (της γιαγιάς μου), εκεί έμαθα όρους όπως φόδρα, μεζούρα και λαιμόκοψη, όρους που δεν μπορώ να πω ότι χρησιμοποίησα ιδιαίτερα κατά την ενήλικη ζωή μου. Παρακάτω το νηπιαγωγείο μου απέναντι από το 6ο δημοτικό δεν υπάρχει επίσης – έγινε πολυκατοικία με πυλωτή στα μέσα του ’80. Στο ύψος της Πυροσβεστικής στρίβω δεξιά προς την Κουμουνδούρου, μετά αριστερά στη Γαζή, και πάλι δεξιά για να ανηφορίσω την Αγίου Νικολάου, όπου σχεδόν σε κάθε σπίτι μένει κι ένας φίλος ή γνωστός.
Η σύντομη μαγιάτικη αποκρυπτογράφηση των ανατολικών και κεντρικών γειτονιών της πόλης, των γειτονιών όπου βρίσκονται θαμμένα τα ίχνη των παιδικών μου βημάτων, η απόπειρα αποκατάστασης των σχέσεών μας, η χαρτογράφηση των εδαφών έλαβε τέλος. Πολλά πράγματα βρήκα ή με βρήκαν μέσα σε είκοσι λεπτά. Άλλα γερασμένα, άλλα αναγνωρίσιμα με δυσκολία, όμως ήταν εκεί που τα είχα αφήσει, στη φυσική τους θέση. Βρήκα κάποια οικήματα που δεν τα είχα προσέξει ποτέ, όπως και κάποια που δεν ήταν εκεί και αναγκάστηκα να κλείσω τα μάτια για να τα δω. Είδα πολλά πρόσωπα που ίσως ζουν κάπου μέσα στην πόλη ή έφυγαν νωρίς, όπως ο Μίμης. Εικόνες χαμένες ή λησμονημένες που βγήκαν από το κρησφύγετό τους μέσα από καμινάδες και φωταγωγούς, πίσω από φυλλωσιές και παρτέρια, από γωνίες και πεζοδρόμια και με καλοδέχθηκαν φιλώντας με σταυρωτά στο μέτωπο. Η θετική αύρα ήταν εκεί, την ένιωσα σήμερα το πρωί σ’ αυτή τη συνηθισμένη , αργοπορημένη βόλτα στον αστικό ιστό.
Επικοινώνησε μαζί μου, με θυμήθηκε. Και παρόλο που ο Βόλος είναι μια πόλη με χίλια-δυο προβλήματα, μια πόλη σε σταθερή και κάθετη υποχώρηση, τραυματισμένη και απαξιωμένη από τους ίδιους τους κατοίκους της και τις πολλές ατυχείς επιλογές τους, χαίρομαι που είδα τη θάλασσα, χαίρομαι που διαβάζω τα ίδια ονοματεπώνυμα στα θυροτηλέφωνα, που υπάρχουν ακόμα οι ίδιοι δρόμοι που με οδηγούν σε ξέφωτα ευδαιμονίας, που ανοίγουν δυνατότητες αυτοπραγμάτωσης και εσωτερικής ειρήνης, χαίρομαι που υπάρχουν θύλακες φυγής από την ασφυκτική μιζέρια και την επικίνδυνη αποβλάκωση, χαίρομαι που ένα μικρό κομμάτι της πόλης ανήκει σ’ εμάς που θυμόμαστε, αναγνωριζόμαστε και ξαναβρισκόμαστε στα ίδια λημέρια. Είναι η πρώτη μέρα σήμερα που έχω την εντύπωση ότι καλώς έπραξα που βρίσκομαι εδώ.

Tags: , , , , , , , , , , ,

About Der Landstreicher

Ιδού η αληθινή Ταϊτή, δηλαδή: πιστά πλασμένη με τη φαντασία μου. (Πολ Γκογκέν και Σαρλ Μορίς)............... Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια. (Γιώργος Μακρής).............. Und wollt ihr wissen, wer ich bin, ich weiß es selber nicht, ich irre so durchs Leben hin, weiß nicht, wo ich zu Hause bin und will es wissen nicht. (Landstreicherlied, Arnold Waldwagner)...........

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: