Τέρμιναλ

1604709_959191054110987_5155079955749111243_n

Το Superfast για Ανκόνα έφευγε, όπως κάθε Σάββατο, στις πεντέμισι το απόγευμα. Μισή ώρα πριν τα μεσάνυχτα έπιανε Ηγουμενίτσα και το επόμενο μεσημέρι γύρω στις δύο έφτανε Ιταλία. Λίγο μετά την αναχώρηση του πλοίου, τις ημέρες που το επέτρεπε ο καιρός, έβγαινα από τη «βασίλισσα» κι ανέβαινα στο κατάστρωμα. Τόσα χρόνια μετά, τόσα ταξίδια, ακόμη μου άρεσε να κόβω βόλτες, να καίει τα ρουθούνια μου η αλμύρα της θάλασσας, να βλέπω το πλήρωμα να τρέχει σα μανιακό πέρα-δώθε και τη στεριά, την Πάτρα, να απομακρύνεται, να μένει πίσω σαν τη γυναίκα του ναυτικού που τον βλέπει λυπημένη να ξεμακραίνει, γνωρίζοντας πως εκείνη ποτέ δεν θα μπορέσει να εγκαταλείψει το νησί, να τον ακολουθήσει ή να μπει σε ένα βαπόρι για άλλες θάλασσες. Όταν βαριόμουν, έμπαινα μέσα και συναντούσα τα άλλα παιδιά. Πρώτα την αράζαμε για καφέ και κουβέντα, έπειτα στο εστιατόριο για φαγητό, μετά πάλι καφέ και ταινία στο σαλόνι του πλοίου. Στα ποτά και στο χαρτί δεν ακολουθούσα ποτέ. Πήγαινα νωρίς στην καμπίνα μου και κοιμόμουν δέκα ώρες. Μ’ αυτό το σύστημα, την άλλη μέρα, με το που ξυπνούσα, αντίκριζα από το φινιστρίνι την Ιταλία να ξεπροβάλλει στο βάθος.

Είχα φορτώσει πορτοκάλια από τη Νέα Κίο, κάτω στο Ναύπλιο. Προορισμός: Γερμανία. Νταλίκα Σκάνια με τρέιλερ, συνολικό μήκος συρμού 17, 8 μέτρα. 27 χρόνια στο επάγγελμα, γέρασα στο τιμόνι, χάλασα την υγεία μου. Έχω πάει ίσαμε διακόσες φορές – και λίγες λέω – Γερμανία, άλλες τόσες Βέλγιο – Ολλανδία, Γαλλία. Δεν υπάρχει σπιθαμή της Ευρώπης που να μην έχω περάσει. Τα τελευταία χρόνια ταξιδεύω Σκανδιναβία. Όταν κάποια μέρα θα βγω στη σύνταξη το μόνο που θα θυμάμαι, θα ‘ναι το κρύο που έχω μαζέψει στα κόκκαλά μου, η μοναξιά και το άγχος να προλάβω τις προθεσμίες. Καμιά φορά παίρνω και την κυρά μου μαζί στο ταξίδι για συντροφιά. Αλλά κι εκείνη έχει βαρεθεί πια το δρόμο, τις ίδιες διαδρομές, τη μυρωδιά της νταλίκας, που λέει πως κολλάει στη μύτη της.

Δεν ήταν να πάω Γερμανία. Μου άλλαξαν το τακτικό πλέον δρομολόγιο για Στοκχόλμη – Βέλινγκμπυ – Όσλο – Μπέργκεν – Τρόντχαιμ την τελευταία στιγμή για να αντικαταστήσω τον Γιαννάκη τον Καλλιμάνη από την Βέροια, που αρρώστησε ξαφνικά η μάνα του κι έμπαινε στο νοσοκομείο για εγχείρηση. Ταξίδι ρουτίνας. Ελλάδα – Γερμανία. Χίλιες φορές το έχω κάνει. Μπορώ να οδηγήσω με κλειστά μάτια. Το φορτηγό πάει από μόνο του. Ξέρω τι υπάρχει πίσω από κάθε στροφή, όλα τα τούνελ στην Ελβετία με τα ονόματα και τις ιδιαιτερότητές τους, τις βάρδιες των ιταλόφωνων υπαλλήλων στα σύνορα που αγοράζω τη βινιέτα, το ανάγλυφο των βουνών χωρίς να γνωρίζω τις ονομασίες τους, τα βενζινάδικα και τις τιμές των καυσίμων, τα μενού των Raststätte, τα σημεία που σταματάνε οι έλληνες συνάδελφοι για ξεκούραση, όλα.
Ξεφορτώνω σαράντα τόνους φρούτα στη βιομηχανική περιοχή της Κοστάντζας, πάνω στα σύνορα της Γερμανίας με την Ελβετία. Μόλις που θα περάσω το Ρήνο, στρίβω δυτικά, χωρίς να μπω στην πόλη, με κατεύθυνση το Ράιχεναου και το Άλλενσμπαχ, κάνω τη δουλειά μου και ξημερώματα Τετάρτης είμαι πίσω. Deutsch- Schweizerische Früchtegemeinschaft GmbH γράφει το χαρτί. Μαζεύουν φρούτα και λαχανικά απ’ όλη την Ευρώπη, τα επεξεργάζονται, τα συσκευάζουν, τα καταψύχουν, τα κάνουν μαρμελάδες, χυμούς, κομπόστες, κονσέρβες και σαλάτες για μεγάλες διεθνείς αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Όλα αυτά που βάζουμε και σπίτι μας.

Το 1990 πρωτοταξίδεψα εκεί. Άλλες εποχές. Τότε μας έδιναν μισή μέρα ρεπό για ξεκούραση. Σήμερα, δεν έχει τέτοια. Από τον έναν προορισμό στον άλλο, από τη μια φάμπρικα στην επόμενη. Άφηνα λοιπόν το φορτηγό στη Λίλιενταλστρασσε, έπαιρνα τηλέφωνο το φίλο μου τον Άρη που σπούδαζε στο πανεπιστήμιο της πόλης, ερχόταν με τη μηχανή του Ντάγκλα, του αδελφού του, με έπαιρνε και πηγαίναμε για καφέ στο Τεάτερ, για καμιά γυναίκα στο Παλάστ, για Λέμπερκεζε στον χασάπη του σιδηροδρομικού σταθμού ή απλά κάναμε βόλτες κατά μήκος της Μπόντενζεε καπνίζοντας και λέγοντας τα νέα μας – αν δεν έκανε ψοφόκρυο. Τον Άρη, για πολλά χρόνια, τον έβλεπα συχνότερα κι από τη μάνα μου και από τον πατέρα μου. Όπως και τον Τάκη στη Λιέγη, τον Πάνο στην Αμβέρσα, τον Σαράντη στο Χάγκεν, τον Μιχάλη στο Άρχους, το Δημητράκη στο Γκρόνιγκεν και πολλούς άλλους, πατριώτες μου από τα Τρίκαλα, μακρινούς συγγενείς, σειρούλες από το στρατό ή γνωστούς φίλων που στην πορεία κολλήσαμε μεταξύ μας. Άνθρωποι σπαρμένοι στην Ευρώπη από δω και από κει, σαν ζιζάνια που μιλούσαν την ίδια γλώσσα με μένα.

Στην Πάτρα έφτασα έξι ώρες νωρίτερα. Πέρασα από το τελωνείο, μου έλεγξαν τα χαρτιά, τα εισιτήριά μου ήταν κομπλέ, έκανα check-in και πάρκαρα τη «βασίλισσα» στο τέρμιναλ του λιμανιού. Είχα γύρω στις δυο ώρες στη διάθεσή μου. Βαριόμουν να τις περάσω όλες μέσα στο καφενείο του λιμανιού με τους συναδέλφους οδηγούς καπνίζοντας και παίζοντας στοίχημα. Έτσι, βγήκα στην Όθωνος – Αμαλίας, την παραλιακή, ψώνισα μερικά πράγματα από ένα σούπερ μάρκετ, αγόρασα μια αθλητική από ένα περίπτερο και άραξα στο καφέ «Ντομένικο» για φρέντο. Ο ουρανός ήταν καθαρός και η θάλασσα ήρεμη. Καλό ταξίδι θα έχουμε, σκεφτόμουν από μέσα μου.
Στο διπλανό τραπεζάκι καθόταν ένας ξανθός άντρας γύρω στα σαράντα. Τα μαλλιά του έπεφταν στους ώμους, το πρόσωπό του ήταν μακρόστενο και καλυμμένο από γένια. Στο μέτωπό του διαγράφονταν δύο μεγάλες οριζόντιες ρυτίδες σαν χαρακιές. Φορούσε κόκκινο κοντομάνικο πουκάμισο, πράσινο παντελόνι και τα Birkenstock που φορούν όλοι οι γερμανοί. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε μια Φάντα με ανθρακικό που δεν είχε ακόμη αγγίξει. Στα πόδια του, πεταμένο ένα γκρι σακίδιο. Στα χέρια του κρατούσε ένα μικρό φθαρμένο βιβλίο που φαινόταν πως είχε διαβάσει πολλές φορές στο παρελθόν. Τον τίτλο δεν τον αναγνώρισα γιατί ήταν γραμμένος σε ξένη γλώσσα.

Πρόσεξα αυτόν τον παράξενο άντρα γιατί οι κινήσεις του ήταν ανήσυχες και νευρικές. Έβλεπα ανεπαίσθητες συσπάσεις στο πρόσωπό του σαν να πρόβαρε από μέσα του κάποια λόγια και όλο να τα επαναλάμβανε σαν να ήθελε να τα αποστηθίσει και μετά να τα πει φωναχτά όπως ακριβώς τα σκέφτηκε, στην εντέλεια. Στράφηκα ξανά στην αθλητική διαβάζοντας το ρεπορτάζ για το πρωτάθλημα της γ’ εθνικής κατηγορίας, όπου αγωνιζόταν και ο ΑΟΤ, αλλά το βλέμμα μου όλο και ξεστράτιζε προς την πλευρά του ξανθού τύπου. Εκείνος είχε κολλήσει τα μάτια του πάνω μου. Άφησα την εφημερίδα και του έκανα νόημα με το χέρι «τι θες»; Στο πρόσωπο του άντρα σχηματίστηκε ένα αμήχανο, αμυντικό χαμόγελο και μου απάντησε με ένα άνοιγμα των χεριών σαν να μου έλεγε «δεν θέλω τίποτα». Η όψη του προσώπου του δεν πρόδιδε εχθρικές διαθέσεις.
«Κλασική φάτσα γερμανού οικολόγου», είπα από μέσα μου. Πόσες φορές συνάντησα όμοιούς του, κινηματίες, ειρηνιστές, αριστεριστές και δεν ξέρω τι άλλο στην Κάτω Σαξονία και αλλού, να στήνουν μπλόκα στα τρένα που μετέφεραν πυρηνικά απόβλητα από τη Γαλλία στο Γκόρλεμπεν, να αλυσοδένονται στις γραμμές των τρένων, να συγκρούονται με την αστυνομία, να κλείνουν δρόμους και να καταλαμβάνουν αρτηρίες! Πόσες φορές τους έλουσα με τα χειρότερα γαμοσταυρίδια, πόσες φορές καθυστέρησα να φτάσω στον προορισμό μου εξαιτίας τους, πόσες φορές έμεινα εγκλωβισμένος στις Autobahn μέσα στο πουθενά!

Ο οικολόγος έκανε μια κίνηση με το χέρι του που διέκοψε το συλλογισμό μου. Έδειχνε με το δάχτυλο τη διπλανή μου καρέκλα.
«Τη θέλεις; Και δεν την παίρνεις;» του είπα στα ελληνικά.
«Όχι, κύριε, δεν είναι αυτό… εμ…. μπορώ να καθίσω για λίγο κοντά σας; Δεν θα ενοχλήσω».
«Τι θες; Άντε κάτσε».
Ο ξανθός άντρας σηκώθηκε από τη θέση του αργά, αλλά αποφασιστικά και κάθισε δίπλα μου, αφήνοντας πίσω μόνη της την Φάντα να λάμπει σαν κίτρινος φάρος στο κέντρο του στρόγγυλου τραπεζιού, καθώς η λάμψη του ήλιου αντανακλούσε στο γυάλινο μπουκάλι.
«Ω, ευχαριστώ πολύ. Το όνομά μου είναι Μάνφρεντ και είμαι γερμανός. Σας είδα που ερχόσαστε από το φορτηγό στο λιμάνι. Ήθελα να σας ρωτήσω μήπως ταξιδεύετε προς Γερμανία και μπορείτε να με πάρετε μαζί σας».
Δεν είχα φυσικά καμιά όρεξη να διανύσω μαζί με τον γερμανό τα 799 χιλιόμετρα από την Ανκόνα μέχρι την Κοντσάτζα και να μοιραστώ τις έντεκα ώρες στο τιμόνι με έναν αδιάφορο άγνωστο, παρότι, πιστεύοντας στην αλληλεγγύη του δρόμου, έχω πάρει μαζί μου δεκάδες ταξιδιώτες που μου την έπεσαν για συνοδήγηση σε βενζινάδικα, σταθμούς, πάρκινγκ και όπου αλλού μπορεί κανείς να φανταστεί.
«Ξέρεις φίλε, μας απαγορεύουν από την εταιρία».
«Μπορώ να σας δώσω μέχρι 50 ευρώ, κύριε», πρότεινε.
«Ρε φίλε, τι να το κάνω το πενηντάρικό σου; Δεν είναι αυτό το θέμα», του απάντησα.
«Σας παρακαλώ! Με λήστεψαν πριν από μία εβδομάδα και με τους τραπεζικούς περιορισμούς, δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω τα χρήματα που έχω στη Γερμανία. Άλλωστε, επειδή μου έκλεψαν και τις πιστωτικές κάρτες, έδωσα εντολή ακύρωσης».
Μου έκανε εντύπωση που μιλούσε τόσο καλά ελληνικά.
«Πού έμαθες ελληνικά»;
«Στη Γερμανία ήμουν επίκουρος καθηγητής αρχαίας και νέας ελληνικής γλώσσας στο πανεπιστήμιο. Έχω σπουδάσει στο Βερολίνο και στη Θεσσαλονίκη. Λατρεύω την Ελλάδα. Από μικρός ήθελα να κάνω αυτή τη δουλειά. Πριν από δύο χρόνια τα παράτησα όλα, τους φοιτητές μου, τους φίλους και αγόρασα ένα παλιό αγροτόσπιτο με αχυρώνα στο Πήλιο. Το ανακαίνισα από την αρχή. Κοντά στη Μηλίνα είναι. Την ξέρετε τη Μηλίνα; Τον Αλατά;»
«Ναι, ναι τα ξέρω», είπα και τράβηξα ένα Ντάβιντοφ από το μαύρο πακέτο. Τον κοίταξα. Από την ένταση του βλέμματός του διέκρινα το επίμονο αποτύπωμα της άσβεστης εσωτερικής φλόγας ενός ανθρώπου που η πράξη και η ζωή του είναι ανάλογες των πιστεύω του.
«Ώστε μένεις μόνιμα στο Πήλιο», είπα. «Άρα δεν έχεις λεφτά για το ταξίδι και…»
«Σας είπα: Με λήστεψαν, μου πήραν όλα τα λεφτά μου. Όσα είχα στην Ελλάδα. Κάποιοι φίλοι, μου δάνεισαν 400 ευρώ και προσπαθώ μ’ αυτά να φτάσω στο Τίμπινγκεν, στο σπίτι μου. Αλλά δεν φτάνουν. Ένας γνωστός είχε την καλοσύνη να με πάρει μαζί του ως την Αθήνα. Από κει ήρθα με το ΚΤΕΛ στην Πάτρα. Αγόρασα εισιτήριο για την Ανκόνα και τώρα ψάχνω να βρω έναν τρόπο να συνεχίσω από κει το ταξίδι μου για Γερμανία όσο πιο φθηνά μπορώ».
«Και γιατί δεν πήρες αεροπλάνο από Θεσσαλονίκη»;
«Δεν πετάω, κύριε. Το απαγορεύει ο γιατρός».
«Δεν ξέρω ρε φίλε. Καλά, τώρα που όλοι φεύγουν από την Ελλάδα, βρήκες εσύ να έρθεις και να εγκατασταθείς τώρα»;
«Μάλιστα κύριε…».
«Τζίμης».
«…Τζίμη».
«Κατ’ αρχάς ήταν όνειρο ζωής. Η ιστορία σας, η ύψιστη τιμή να ζήσω στην χώρα του Περικλή και του Αριστοτέλη, η λαχτάρα να μην επισκεφτώ την Ελλάδα μόνον ως τουρίστας, αλλά να μείνω, να γίνω ένα με τους ανθρώπους της, τη γη της, τον ουρανό της, να γίνω έλληνας, αφού έτσι αισθάνομαι, να μοχθήσω γι’ αυτή τη χώρα, όλα αυτά μου ενέπνευσαν».
«Με ενέπνευσαν», τον διόρθωσα.
«Συγγνώμη, τα ελληνικά μου μερικές φορές…».
«Δεν πειράζει», απάντησα κάπως απολογητικά γιατί τον διέκοψα, «καλύτερα κι από εμάς μιλάς».
«Ευχαριστώ. Με τον καιρό η ανάγκη να τα αφήσω όλα και να μετεγκατασταθώ, έγινε επιτακτική. Δεν μπορούσα πια να κάνω τίποτε άλλο. Μου έγινε σχεδόν έμμονη ιδέα». Γέλασε.
«Έπειτα», συνέχισε, «την έχω συνδέσει με τόσες ωραίες αναμνήσεις. Από τότε που ήμουν μικρό παιδί επισκεπτόμασταν την Ελλάδα με την οικογένειά μου και γυρίζαμε όλη τη χώρα. Χαλκιδική, Πελοπόννησο, Φοινικούντα, Σύβοτα, Πήλιο, Όλυμπο, Κυκλάδες. Μέναμε σε τροχόσπιτο και σε κάμπινγκ. Όταν τελείωσα το σχολείο και την εναλλακτική θητεία στη Γερμανία, σπούδασα συνολικά έξι χρόνια και άλλα τρία χρειάστηκα για το διδακτορικό μου. Για δέκα χρόνια δίδασκα ελληνικά σε γερμανούς φοιτητές. Ο πολιτισμός, η ιστορία… Δεν θα μπορούσα πουθενά αλλού να θέλω να ζήσω. Είναι και η θάλασσα, ο καιρός, οι άνθρωποι, οι αναμνήσεις μου από τα καλοκαίρια… Ήθελα μια νέα αρχή. Δεν ξέρω τι μέτρησε περισσότερο. Έτσι πήρα την απόφαση να εγκατασταθώ εδώ σε καλή ηλικία, όσο είμαι ακόμη μάχιμος, σχετικά νέος, όχι στα εβδομήντα μου, όταν θα πάρω σύνταξη και θα χτίσω ένα σπίτι στην Κρήτη ή στην Εύβοια όπως οι συμπατριώτες μου περιμένοντας να πεθάνω».
«Και πως τα βγάζεις πέρα;», τον ρώτησα
«Δουλεύω από το ίντερνετ . Κάνω μεταφράσεις για εταιρίες στη Γερμανία και μαθήματα μέσω υπολογιστή. Στο Πήλιο παρασκευάζω το δικό μου κρασί και το πουλάω στον τοπικό συνεταιρισμό. Επίσης δίνω μαθήματα γερμανικών και αγγειοπλαστικής».
Ο τύπος με είχε αφήσει με ανοιχτό το στόμα. «Μπράβο ρε Μάνφρεντ, είσαι πιο έλληνας και από τους έλληνες. Και για τη Μέρκελ τι λες»;
«Ντρέπομαι και στενοχωριέμαι για όλα αυτά και το ίδιο πιστεύουν και οι περισσότεροι συμπατριώτες μου. Η Γερμανία κουβαλάει ιστορική ευθύνη και γι’ αυτό πρέπει να βοηθάει τους αδύναμους εταίρους, ακόμη και όταν αυτοί έχουν κάνει λάθη. Είναι σαν να έχουμε ξεχάσει πως χάρη στην αλληλεγγύη των νικητών του πολέμου η χώρα μου ανοικοδομήθηκε από τα συντρίμμια και έγινε ξανά πολιτικά παντοδύναμη και οικονομικά υγιής. Χέρια τούρκων, ιταλών και ελλήνων μεταναστών-εργατών έφτιαξαν τις βιομηχανίες μας. Τα έχει περάσει και η Γερμανία αυτά που περνάτε εσείς. Δεν πρέπει να ξεχνάμε. Παρόλα αυτά, εδώ στην Ελλάδα, ακούω πολλές ανακρίβειες και ψέματα. Συχνά δεν υπάρχει νηφαλιότητα στην κριτική σας, πιστεύετε πολύ σε συνωμοσίες κι έτσι χάνετε το δίκιο σας. Έχετε κι εσείς πολλούς λαϊκιστές πολιτικούς και δημοσιογράφους που έχουν αντικαταστήσει τον αντιαμερικανισμό των προηγουμένων χρόνων με έναν ιδιότυπο αντιγερμανισμό – κι αυτό δεν είναι θετικό κυρίως για σας. Ξέρω την ιστορία της Ελλάδας. Σας φανατίζουν κι εσείς πέφτετε στην παγίδα. Το ίδιο συμβαίνει ξανά και ξανά τα τελευταία 180 χρόνια».

«Εσύ την ξέρεις την ιστορία. Εμείς ή την ξεχνάμε ή δεν την ξέρουμε. Και δίκιο έχεις. Και φανατικοί είμαστε. Και ημιμαθείς είμαστε. Και το κέντρο του κόσμου νομίζουμε ότι είμαστε», είπα. «Άποψη για όλα έχουμε και την άποψη του άλλου δεν τη δεχόμαστε, αν δεν ταυτίζεται με τη δική μας. Αλλά τι τα θες; Καλά να πάθουμε. Δεν μας φταίει η Γερμανία. Μόνοι μας τα κάναμε. Δεν είναι οικονομικό το θέμα. Είναι ζήτημα μιας στρεβλής νοοτροπίας που ανατροφοδοτείται από γενιά σε γενιά. Να ζούμε με δανεικά, να μας φταίνε οι άλλοι, να σκοτωνόμαστε μεταξύ μας, να είμαστε στραμμένοι σαν λαός στα μεγαλεία χιλιάδων ετών πριν, αντί να ζούμε το τώρα και να προετοιμάζουμε το μέλλον». Αυτό ακριβώς πίστευα, αλλά δεν συνήθιζα να τα εξωτερικεύω. Δεν συμφέρει να μιλάς και πολύ τη σήμερον ημέρα. «Και να σου πω και κάτι ακόμη», πρόσθεσα. «Έχουμε φάει κι εμείς ψωμί από τη Γερμανία. Όλο μου το χωριό έφυγε στη δεκαετία του 1960. Για το χάλι μας εμείς πρώτα είμαστε υπεύθυνοι».
«Οι λαοί δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα», συμφώνησε ο Μάνφρεντ. «Και είναι στο χέρι σας να ξαναχτίσετε την Ελλάδα, αρκεί να το πιστέψετε. Δεν την αγαπάτε. Για μένα είναι ο παράδεισος στη γη, μην περιμένετε όμως τους άλλους. Μια ζωή αυτό κάνατε και χάνατε τα πάντα στο τέλος», είπε και στο ιδρωμένο μέτωπό του τονίστηκαν οι δύο οριζόντιες ρυτίδες.
Ο σερβιτόρος μου άλλαξε το σταχτοδοχείο. Περίμενα να απομακρυνθεί μέχρι να κάνω την επόμενη ερώτηση.
«Τι πας να κάνεις τώρα στη Γερμανία;»
«Δουλειές. Πάω κυρίως για να ρυθμίσω κάποια πράγματα με την τράπεζα. Με λήστεψαν, όπως σου είπα, είχα μια πολύ κακή εμπειρία», είπε και έσφιξε τα χείλη. «Επειδή είμαι γερμανός, κάποιοι από την περιοχή δεν με είδαν από την αρχή με καλό μάτι. Το περίμενα, αλλά δεν έδωσα σημασία. Πείσμωσα. Άλλωστε έχουν τόσοι πολλοί γερμανοί σπίτια στην περιοχή που κατοικώ, που σκεφτόμουν γιατί να βάλουν στο στόχαστρο εμένα ειδικά; Ποιον έχω πειράξει; Εγώ όμως μιλάω, δεν κρύβομαι. Έχω μιλήσει στην ελληνική τηλεόραση, στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας, στα ραδιόφωνα, έχω αρθρογραφήσει σε γερμανικές και ελληνικές εφημερίδες. Υποστηρίζω πως δεν είναι τα πράγματα όπως τα παρουσιάζουν. Οι γερμανοί δεν είναι ναζί και οι έλληνες δεν είναι τεμπέληδες, έχουν ιστορικούς δεσμούς, κοινή πορεία, άρρηκτες σχέσεις. Γνωρίζοντας και τους δύο λαούς, προσπαθώ να σπάσω τα τείχη της προκατάληψης και των στερεοτύπων που τα τελευταία χρόνια υψώθηκαν. Σε κάποιους αυτό δεν άρεσε. Στην αρχή έριξαν φόλα στο σκύλο μου για προειδοποίηση. Και ξέρω ποιος το έκανε. Πήγα και τον βρήκα. Αρνήθηκε πως ήταν αυτός ο ένοχος. ‘Τράβα στους μπάτσους, αν θέλεις’, μου είπε. Πήγα λοιπόν στο τμήμα ενός γειτονικού χωριού και εκεί ουσιαστικά κάλυψαν τον άλλον, αφού με απέτρεπαν να κάνω μήνυση, μου έλεγαν ότι θα βρω το μπελά μου αν το συνεχίσω γιατί είμαι νεοφερμένος στην περιοχή, πως θα στραφούν όλοι εναντίον μου γιατί είμαι γερμανός και τέτοια. Μετά από λίγο καιρό κάποιοι σχεδίασαν σβάστικες στον τοίχο του σπιτιού μου και έγραψαν με σπρέι «γερμανοτσολιά, σήκω φύγε» και «γαμώ την πουτάνα τη Γερμανία».
«Και αφού τους ήξερες γιατί δεν πήγες να τους βρεις»;
«Ξαναπήγα στην Αστυνομία και μου είπαν πως δεν με συμφέρει να σηκώσω το θέμα και να το τραβάω. Μάλιστα, με συμβούλεψαν να μιλάω λιγότερο. Παράλληλα κάποιοι από Χρυσή Αυγή, αλλά και από άλλα κόμματα, επειδή το email μου με τα άρθρα μου δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες, άρχισαν να με απειλούν. Αυτό συνεχίστηκε για αρκετό καιρό. Είχα φυσικά και πολλούς φίλους στο Βόλο, στη Μηλίνα και σε άλλα μέρη του Πηλίου που μου έλεγαν ‘μη φοβάσαι’, ‘είμαστε μαζί σου’. Φυσικά και δεν φοβάμαι κανέναν. Έτσι συνέχισα να λέω τη γνώμη μου και να επικρίνω τους φανατικούς και από τη μία και από την άλλη πλευρά. Το καλοκαίρι τα πνεύματα οξύνθηκαν. Αρκετές μέρες πριν το δημοψήφισμα κάηκαν στα γύρω χωριά πέντε αυτοκίνητα με γερμανικές πινακίδες. Τρεις μέρες πριν την επιβολή των capital control, βρήκα στην αυλή μου ένα φάκελο με φυσίγγια. Το ανέφερα στην Αστυνομία και είπαν ότι θα το ερευνήσουν. Δεν με πήραν ποτέ τηλέφωνο. Πριν δεκαπέντε μέρες, επιστρέφοντας από μια βραδινή έξοδο στον Κάλαμο, ένα παραθαλάσσιο χωριουδάκι εκεί κοντά, τρεις άνδρες μου έστησαν καρτέρι στο σκοτάδι πριν μπω στο σπίτι μου. Με ακινητοποίησαν, μου έδεσαν τα χέρια οπισθάγκωνα και με έσυραν μέσα φράζοντάς μου το στόμα. Εκεί με χτύπησαν επανειλημμένα με γροθιές και με τις κάνες των όπλων που είχαν μαζί τους. Με χαστούκιζαν, με έφτυναν και ρωτούσαν που έχω τα λεφτά μου, με αποκαλούσαν «ναζί», μου έλεγαν πως «αυτή είναι η τελευταία μου νύχτα, κωλογερμανέ φασίστα», πως θα μου κόψουν το κεφάλι και θα το κρεμάσουν από τα κλαδιά, όπως έκαναν οι παππούδες τους στην κατοχή και πως θα με γαμάνε μέχρι να πεθάνω. Με βασάνιζαν όλη τη νύχτα βρίζοντας παράλληλα εμένα, την οικογένειά μου, τη Γερμανία, τη Μέρκελ και το Σόιμπλε. Το κακό είναι πως πίσω από τις κουκούλες τους αναγνώριζα χαρακτηριστικά και φωνές πολύ νεαρών ατόμων. Μισούσαν. Κάποια στιγμή λιποθύμησα από το πολύ ξύλο και μου έριξαν νερό για να με συνεφέρουν. Εξαντλημένος καθώς ήμουν τους υπέδειξα μετά από δύο ώρες βαρβαροτήτων το σημείο όπου είχα μαζεμένα γύρω στα τέσσερα χιλιάρικα για ώρα ανάγκης και κάτι ασβεστώματα που είχα σκοπό να αρχίσω. Ήθελαν και τ’ άλλα. Υποστήριζαν πως έχω κι άλλα κρυμμένα. Εγώ τους έλεγα πως αυτά είναι όλα και πως δεν υπάρχουν άλλα. Άρχισαν να καταστρέφουν τους πίνακες, τα χαρτιά μου, να σπάνε τα έπιπλα και τις συσκευές. Κάποια στιγμή έπεσαν και οι τρεις πάνω μου και με τσάκισαν. Νόμισα πως πραγματικά θα πεθάνω».

Σταμάτησε λίγο και κοίταξε την πορτοκαλάδα του, χωρίς ωστόσο να κάνει κίνηση να την φτάσει.
«Πάρε το ποτήρι μου με το νερό», του είπα, «είναι καθαρό».
«Ευχαριστώ Τζίμη», έκανε. Ήπιε μια γουλιά και συνέχισε:
«Δεν έχω πειράξει ποτέ άνθρωπο. Πάντα πίστευα στην αλληλεγγύη, το διεθνισμό, τον ουμανισμό, τη συμφιλίωση, το σμίξιμο με τον «άλλο», σεβόμουν το διαφορετικό, τη φύση, κάθε μορφή ζωής, κάθε δόγμα, κάθε άποψη, κάθε προσανατολισμό ερωτικό ή άλλο. Πολλοί με αποκαλούσαν ρομαντικό ή αφελή. Τα ίδια πιστεύω και τώρα και θα πιστεύω και στο μέλλον. Δεν έχω αλλάξει απόψεις. Μόνο ο ανθρωπισμός θα μας πάει μπροστά, όταν κυριαρχήσει. Και σ’ αυτή την κατεύθυνση πρέπει να δουλέψουμε όλοι μας αφήνοντας κατά μέρους εθνικισμούς, εγωκεντρισμούς και απομονώνοντας τους φανατικούς. ‘Γιατί με χτυπάτε ακόμα;’ κατάφερα να ψελλίσω, ενώ ήμουν πεσμένος στο πάτωμα φτύνοντας αίμα. ‘Δώσε μας τις κάρτες σου. Όλες! Ελληνικές και γερμανικές, παλιογουρούνι και πες μας τους κωδικούς. Θα πάμε να τσεκάρουμε στα ATM. Αν μας έχεις πει ψέματα, θα γυρίσουμε και θα σε σκοτώσουμε σα σκυλί, καργιόλη ναζί’. Έκανα όπως μου είπαν και προτού φύγουν για να σηκώσουν τα χρήματα, με πέταξαν δεμένο χειροπόδαρα στον αχυρώνα, πίσω στο περιβόλι. Δυστυχώς το σπίτι μου είναι σε απομονωμένο σημείο και δυστυχώς ο πρώτος άνθρωπος, ένας αγρότης, που με βρήκε δεμένο, βρώμικο και λιπόθυμο, πέρασε μετά από 28 ώρες, δηλαδή το πρωί της επόμενης μέρας. Οι ληστές είχαν προλάβει να σηκώσουν αρκετά λεφτά από τους γερμανικούς μου τραπεζικούς λογαριασμούς, στους οποίους δεν είχα περιορισμό ανάληψης, ενώ από τον ελληνικό, μπόρεσαν να πάρουν το τελευταίο χιλιάρικο με την κάρτα ανάληψης. Όταν τηλεφώνησα για να δηλώσω κλοπή και να φράξω τις κάρτες ήταν πια αργά».

«Ρε τους μαλάκες, ποιον πήγαν και χτύπησαν! Τελικά οι καλοί την πληρώνουν σ’ αυτόν τον κόσμο. Άμα είσαι σκατόψυχος, τι νόημα έχει αν είσαι γερμανός ή έλληνας ή τούρκος;» είπα αποσβολωμένος απ’ αυτά που άκουγα.
«Τζίμη, αυτό έτυχε σε μένα. Κάθε μέρα συμβαίνει αυτό παντού στη Στοκχόλμη, στην Ουγγαρία, στη Γευγελή, στις ΗΠΑ, αν πέσεις στα χέρια φασιστών ή παλιανθρώπων, αν είσαι μετανάστης, πρόσφυγας ή διαφορετικός. Δεν έχει σημασία το πού, το σε ποιον. Σημασία είναι ότι πρέπει να νικήσουμε τη βία, να θεραπεύσουμε τα κεφάλια των ανθρώπων από το ρατσισμό και την μισαλλοδοξία. Θα μπορούσα να έχω μαζί μου ένα σπρέι πιπεριού, να προσέχω λίγο περισσότερο, αλλά δεν ήθελα έτσι. Στο Πήλιο… Δεν ζω, διάολε, στις φαβέλες του Ρίο ή στο Μπρονξ, δεν είμαι μαφιόζος ή έμπορος ναρκωτικών. Ήρθα να ζήσω στην Ελλάδα μου, αφήνοντας πίσω μια πατρίδα που αγαπώ, μια πατρίδα που όσο κι αν φαίνεται απίστευτο δεν έχει ξεκαθαρίσει με το παρελθόν της, που οι ρυθμοί και οι νόρμες της καταπιέζουν ασφυκτικά τους πολίτες της και προκαλούν ψυχικές ασθένειες, που οι ανισότητες είναι κραυγαλέες, που πίσω από την καλοκουρδισμένη μηχανή υπάρχει ανέχεια, ναζισμός, απανθρωπιά, μιζέρια, μοναξιά. Δεν σκοπεύω να γυρίσω εκεί. Στην Ελλάδα, πιθανώς να συμβαίνουν τα ίδια και χειρότερα. Η απόφασή μου όμως είναι να μείνω σ’ αυτόν τον τόπο, εδώ έχω βρει τα λίγα τετραγωνικά ελευθερίας που μου αναλογούν και αναζητούσα στη γη. Και δεν θα φύγω, δεν θα πτοηθώ. Είμαι ο Μάνφρεντ, θα μείνω εδώ μέχρι να κρίνονται οι άνθρωποι με βάση την προσωπικότητά τους, την αξία τους, την ηθική τους και όχι την υπηκοότητα, το χρώμα, την καταγωγή. Εδώ βρήκα το σπίτι μου, εδώ βρήκα την Δέσποινα, εδώ έφτιαξα τα αμπέλια μου, εδώ θα ριζώσω. Κι ας έμεινα μία εβδομάδα στο κρεβάτι μέχρι να συνέλθω».

«Τι να σου πω ρε Μάνφρεντ. Να ζητήσω εγώ συγνώμη για τους αλήτες; Κοίτα, εγώ νταλικέρης είμαι, αλλά με τόσα ταξίδια στην Ευρώπη, έχω δει κόσμο και κοσμάκη, το μάτι μου άνοιξε. Εξάλλου προέρχομαι από αριστερή οικογένεια. Ο παππούς πολέμησε με τον Άρη, ήταν στο ΕΑΜ. Κάποτε αυτός ο τόπος ήταν γεμάτος ήρωες, πνεύμα, φιλότιμο. Έτσι γράφουν τα βιβλία ιστορίας, πράγμα για το οποίο καμιά φορά αμφιβάλλω. Τώρα βρίσκεται σε παρακμή, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης – και πότε δεν ήταν, θα μου πεις – και γι’ αυτό ίσως έχει γίνει και επικίνδυνος. Να σου πω… να προσέχεις μάγκα μου. Το έχουμε ξαναδεί το έργο. Τα ίδια τραβήξανε και οι αλβανοί όταν πρωτοήρθαν και οι πακιστανοί, και πολλοί έλληνες στη Γερμανία, και οι μαύροι στην Αμερική και οι τσιγγάνοι στη Γαλλία και σε όλο τον κόσμο, καλά λες. Ρατσισμός παντού».

Στα χείλη του διαγράφηκε ένα πικρό χαμόγελο. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Συμφωνούσαμε.
«Θα με πάρεις τελικά μαζί σου για Γερμανία; Το σκέφτηκες;»
«Κοστάντζα πάω. Άμα βολεύει…»
«Από κει μέχρι το Τίμπινγκεν θα δω πως θα πάω. Σ’ ευχαριστώ πολύ».
«Άντε, πιες την πορτοκαλάδα σου να πηγαίνουμε σιγά-σιγά».
Κι έτσι, σηκωθήκαμε, ένας μελαχρινός νταλικέρης και ένας ξανθός γερμανός, για να κάνουμε μαζί το ταξίδι. Πίσω έμεινε η πορτοκαλάδα του και η αθλητική μου εφημερίδα.
Διασχίζοντας κάθετα την παραλιακή προς το λιμάνι, τον ρώτησα».

«Ένα θέλω να σε ρωτήσω ρε Μαν. Τι διάβαζες πριν; Έτσι από περιέργεια…»
«Ένα βιβλιαράκι που κουβαλάω πάντα πάνω μου από τα δεκαεπτά μου. Το Beantwortung der Frage: Was ist Aufklärung», του Ιμμάνουελ Καντ», είπε γελώντας. «Διαφωτισμός».
«Θα μου πεις γι’ αυτό στο καράβι, έτσι;»
«Ασφαλώς».

About Der Landstreicher

Ιδού η αληθινή Ταϊτή, δηλαδή: πιστά πλασμένη με τη φαντασία μου. (Πολ Γκογκέν και Σαρλ Μορίς)............... Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια. (Γιώργος Μακρής).............. Und wollt ihr wissen, wer ich bin, ich weiß es selber nicht, ich irre so durchs Leben hin, weiß nicht, wo ich zu Hause bin und will es wissen nicht. (Landstreicherlied, Arnold Waldwagner)...........

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: