Ρίτα ή οκτώ γράμματα στο σεντόνι

Street Scenes of the US in the 1970s (18)

Ξημερώματα, περασμένες τέσσερις. Τα τρανταχτά γέλια της μεθυσμένης, αργοπορημένης παρέας ακούστηκαν από πάνω, δίνοντας φευγαλέα πνοή στην κοιμισμένη μονοτονία της βάρδιας, μπερδεμένα με ακατάληπτες φράσεις που ήταν αδύνατο να ξεχωρίσουν από μακριά. Μια σύντομη απάντηση που φανέρωνε φωνή τρίτου προσώπου, ένας μεταλλικός ήχος αντικειμένου που πέφτει πάνω στο μάρμαρο, βήματα προς το ασανσέρ. Κατάλαβε πως οι τελευταίοι πελάτες επέστρεψαν στο ξενοδοχείο από τη διασκέδαση στα κλαμπάκια και ζήτησαν από τον νυσταγμένο Φώτη, τον νυχτερινό ρεσεψιονίστ, το κλειδί των δωματίων τους. Μ’ έναν υπόκωφο ήχο, η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε, ο Φώτης γύρισε στο ράντσο του και η ησυχία απλώθηκε νομοτελειακά στους χώρους του Gina Beach Palace.

Η Ρίτα για μια στιγμή σήκωσε το βλέμμα της προς το ταβάνι και αμέσως ξανάπιασε τη δουλειά. Οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν τώρα στο υπόγειο ήταν τα πλυντήρια που δούλευαν αδιάλειπτα, όλη μέρα και όλη νύχτα, και το ραδιόφωνο που έπαιζε σε χαμηλή ένταση τις βαρετές εκπομπές του δευτέρου προγράμματος της ελληνικής ραδιοφωνίας, του μοναδικού σταθμού που εξέπεμπε στην περιοχή. Η Αλέκα Κανελλίδου ερμήνευε βραχνά το “άσε με να φύγω, σε παρακαλώ”. “Πού στο καλό, το θυμήθηκαν αυτό;” σκέφτηκε. Κοίταξε γύρω της. Είχε μπροστά της δύο ακόμη ώρες και πέντε πλυντήρια από τα συνολικά δεκαεπτά της βάρδιάς της. Στις έξι έπρεπε να ανέβει στην κουζίνα και να βοηθήσει τη Μάρθα και τη Λιούντα στην προετοιμασία του πρωινού. Για ύπνο πήγαινε μετά τις δέκα το πρωί, παρόλο που, υποτίθεται, το ωράριό της έληγε στις οκτώ. Διακόσια έξι δωμάτια διέθετε το ξενοδοχείο. Σεντόνια, πετσέτες μικρές και μεγάλες, μπάνιου, προσώπου, σώματος, μαξιλαροθήκες, τραπεζομάντηλα, υποστρώματα, όλα κατέληγαν στο πυρακτωμένο υπόγειο, που αν προϋπήρχε του Δάντη Αλιγκέρι, η θερμοκρασία του θα τον ενέπνεε στη συγγραφή της Κολάσεώς του.

Η δουλειά της Ρίτας ήταν μηχανική και ανιαρή. Ξεχώριζε τα λερωμένα που της έφερναν οι καμαριέρες και στοίβαζαν όλα μαζί, τα τοποθετούσε στα πλυντήρια, άδειαζε το απορρυπαντικό και επέλεγε το κατάλληλο πρόγραμμα. Μόλις τελείωνε η πλύση, τα έπαιρνε με κάδους και τα έβαζε στο στεγνωτήριο. Κατόπιν, τα δίπλωνε και τα άφηνε πάνω σε ένα τεράστιο, μακρόστενο τραπέζι, τα σεντόνια με τα σεντόνια, τις πετσέτες με τις πετσέτες κ.ο.κ, όπου περίμεναν την κυρά-Φιλιώ να τα παραλάβει για το σιδερωτήριο.

Η Ρίτα ήταν τριανταεννιά ετών. Είχε σπουδάσει σκηνοθεσία στου Σταυράκου, στην Πατησίων, δούλεψε στην τηλεόραση στα τέλη του ’90, σε σειρές και σε τηλεπαιγνίδια, το 2002 συμμετείχε στο φεστιβάλ της Δράμας, συνεργάστηκε σε κάποια φιλμ. Λάτρευε τη δουλειά της, αυτό ήθελε από μικρή να κάνει, και ομολογουμένως είχε ταλέντο, ήταν μεθοδική, εργατική, είχε “μάτι”. Έτσι της έλεγαν όλοι. Ωστόσο, όσο περνούσε ο καιρός, αντιλαμβανόταν, και δεν ήταν η μοναδική στο συνάφι της, πως προοπτική επιβίωσης δεν υπήρχε στον αιώνα τον άπαντα αν δεν συμβιβαζόταν με την πραγματικότητα. Οικονομική στενότητα, μικρή κινηματογραφική παραγωγή, κλειστά παρεάκια, κλίκες, γλύφτες και ευνοούμενοι παντού. Θα έπρεπε να αρκεστεί σε τηλεσκηνοθεσίες εκπομπών μαγειρικής, βιντεοκλίπ και διαφημίσεις μασαζοκαλσόν. Και αυτό ακόμα υπό προϋποθέσεις. Η ιδέα και μόνο την τσάκιζε. Κάποια όνειρα μύχια που τα κρατούσε μέσα της ως τον συνδετικό κρίκο με την παιδική της ηλικία, δεν ήταν διατεθειμένη σε καμιά περίπτωση να τα ξεγράψει. Έτσι, κάποτε την κοπάνησε. Για Αμερική.

Κάποιοι φίλοι της καταλόγισαν δειλία, είπαν πως ζούσε σ’ έναν πύργο από ελεφαντόδοντο, πώς η φυγή της ήταν πρόωρη, παράτολμη, επιπόλαιη, πως η ίδια δεν μόχθησε, δεν έδωσε μάχες, πως όφειλε να μείνει εδώ και να παλέψει. Η Ρίτα όμως δεν είχε καμία όρεξη να σπαταλήσει όλη της τη ζωή με το πρόσωπο στραμμένο στον τοίχο και αόρατα χέρια να της κλείνουν το δρόμο. Ήθελε ορίζοντα, αναζητούσε την μεγάλη εικόνα, πίστευε από μικρή πως πρέπει να παίρνει ρίσκα, να φεύγει μπροστά, να προτιμάει, όποτε χρειάζεται, παρακαμπτήριους οδούς και αγροτικά δρομάκια, να βρίσκεται σε αέναη κίνηση, να διανύει όση απόσταση χρειάζεται μέχρι να σταματήσουν να αντηχούν τα γαβγίσματα των μετρίων, των ανέραστων και των δεσμοφυλάκων της αισθητικής που την κρατούσαν καθηλωμένη στην Αθήνα. Καθώς πολλές φορές έδινε την εντύπωση – και δικαιολογημένα – μιας απρόσιτης γυναίκας που δεν ταίριαζε στο περιβάλλον της, που θαρρούσε κανείς πως λόγω της ακτινοβολίας του πνεύματος και του αρχέτυπου κάλλους της ερχόταν από άλλο τόπο και χρόνο, μιας γυναίκας που γινόταν απόμακρη όταν βυθιζόταν στις σκέψεις της, χωρίς όμως να χάνει την επαφή με το τι συνέβαινε γύρω της, δεν χρονοτριβούσε δίνοντας εξηγήσεις. Δεν θεωρούσε σκόπιμο να εξηγήσει σε κανέναν τίποτα.

Αφού πρώτα τελείωσε κάτι μικροδουλειές, ένα διαφημιστικό για την ΗΒΗ ήταν η τελευταία της, το οποίο γυρίστηκε σε πορτοκαλεώνες του Άργους, μάζεψε τα πράγματά της και έφυγε για Λος Άντζελες. Το τι συνέβη εκεί, δεν είναι αρκετά ξεκάθαρο. Έχω ακούσει πολλά, αλλά η εκδοχή αυτή μου φαίνεται ως η πιο κοντινή στα πραγματικά γεγονότα:

Σχεδόν αμέσως γνωρίστηκε μ’ έναν μεξικανό οπερατέρ, ο οποίος δούλευε στα στούντιο της Πάραμαουντ. Συνδέθηκαν, μετακόμισε σπίτι του, άρχισαν να συνεργάζονται, η Ρίτα με τη βοήθειά του έκανε γνωριμίες, έβγαζε χρήματα και όλα πήγαιναν καλά. Μετά από ένα χρόνο βρέθηκαν στη Χαβάη για τα γυρίσματα μιας τηλεοπτικής σειράς. Μετά την ολοκλήρωσή τους, πήραν την απόφαση να εγκατασταθούν στη Χονολουλού, χαράσσοντας από κοινού, μα ο καθένας για τους δικούς του λόγους, την καθοριστική τομή στη ζωή τους και στο οριστικό ξεκαθάρισμα με τα δεσμά του παρελθόντος. Έβρισκαν το κλίμα εξαιρετικό, την ατμόσφαιρα ειδυλλιακή και τους ανθρώπους εγκάρδιους. Το σημαντικότερο όμως ήταν πως και στους δύο προσφέρθηκε σταθερή δουλειά στον τοπικό τηλεοπτικό σταθμό ΚHET, παράλληλα με τις συνεργασίες που ακόμη διατηρούσαν στο L.A. Η ζωή της Ρίτας είχε πάρει μια απρόσμενα θετική, σχεδόν εξωτική, τροπή.

Μάθαινε τα νέα των φίλων της στην Ελλάδα από το skype και αισθανόταν δικαιωμένη που την εγκατέλειψε. Γεωγραφικά και ψυχολογικά είχε απομακρυνθεί πολύ από την πατρίδα της που βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο σε βαθιά, μη αναστρέψιμη παρακμή. Με τον μεξικανό φίλο της είχαν μια καλή ερωτική και επαγγελματική σχέση, μπορούσαν να συνεννοηθούν, να συμβιώσουν. Η Ρίτα ούτε “για πάντα” είπε ποτέ, ούτε “ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου”. Ο εν λόγω σύντροφος ταίριαζε στη συγκεκριμένη φάση της ζωής της. Ενάμιση χρόνο μετά από την εγκατάστασή τους στη Χονολουλού, ο μεξικανός απολύθηκε μετά από ένα σφοδρό επεισόδιο στο στούντιο. Κλείστηκε στο σπίτι, άρχισε να πίνει και να μαλώνει συχνά με την Ρίτα, ολοφάνερα επηρεασμένος από την δυσμενή αυτή εξέλιξη. Σύντομα, αποφάσισαν από κοινού να το διαλύσουν, καθώς εκείνος επιθυμούσε να επιστρέψει στο LA, ενώ η Ρίτα ήθελε να μείνει. Έτσι και έγινε. Η Ρίτα πέρασε ακόμη ένα χρόνο στο νησί δουλεύοντας, διαβάζοντας και κάνοντας μακρινούς περιπάτους στον ελεύθερό της χρόνο. Την άνοιξη του 2013 συνέβησαν δύο μεγάλες ατυχίες. Ένας τυφώνας σάρωσε το σπίτι της στο Waikiki και προκάλεσε τεράστιες ζημιές στις εγκαταστάσεις του τηλεοπτικού σταθμού. Ο KHET σχεδόν ισοπεδώθηκε και έθεσε σε αναγκαστική άδεια τους περισσότερους εργαζομένους. Η Ρίτα ήταν από τους πρώτους συντελεστές που ξέγραψε και δεν επαναπροσέλαβε, όταν επαναλειτούργησε με το ένα-δέκατο του προσωπικού και ελάχιστες παραγωγές. Παράλληλα, αντιμετώπιζε άμεσο στεγαστικό πρόβλημα, καθώς δεν μπορούσε να μείνει για πολύ καιρό φιλοξενούμενη στους λιγοστούς, ούτως ή άλλως, φίλους που είχε στη Χονολουλού.

Έτσι, ίσως πρόωρα -και όχι έγκαιρα αυτή τη φορά- πήρε την απόφαση της επιστροφής στην Ελλάδα, ακριβώς την εποχή που η οικονομική κρίση κορυφωνόταν. Γιατί το έκανε; Δεν το εξήγησε. Κόντρα-ρόλος ίσως; Μήπως η οίηση, που της καταλόγιζαν, η οποία μετουσιώθηκε στην απαίτηση ενός πειράματος με αντικείμενο έρευνας τον ίδιο της τον εαυτό; Η βεβαιότητά της πως διέθετε φτερά και μόλις το αποφάσιζε εκείνη θα δραπέτευε ξανά; Πάντως, όλοι συμφωνούν πως διόλου δεν το έκανε από νοσταλγία. Μπορεί από περιέργεια, από διαστροφή, αλλά σίγουρα όχι από νοσταλγία.

Στην Ελλάδα τα βρήκε φυσικά μπαστούνια. Ο κόσμος ήταν φρικαρισμένος. Δουλειά δεν υπήρχε ούτε για αστείο. Οι περισσότεροι φίλοι της ετοίμαζαν τις βαλίτσες τους. Όσους συνάντησε στα στέκια της Τζαβέλλα, στην Πλατεία, στη Βαλτετσίου και στην Αγία Ειρήνη, τους είδε τρομακτικά αλλαγμένους, αμήχανους, φοβισμένους, απαθείς, συγχυσμένους, ματαιωμένους. Η Αθήνα δεν μύριζε όμορφα. Βρομούσε. Έκλεινε τα ρουθούνια της κάθε φορά που έβγαινε από το σπίτι της μάνας της. Ένα βράδυ πέταξε από τον δεύτερο όροφο την τηλεόραση της κυρίας Φωφώς στον ακάληπτο. Έγινε σούσουρο. Η μητέρα της, άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και την κοίταξε σιωπηλή και βουρκωμένη. Η Ρίτα δεν είπε τίποτα. Την άλλη μέρα ήταν να ψάξει για σπίτι στην Καλλιδρομίου με μια φίλη της από την Καλών Τεχνών. Δεν μπήκε καν στη διαδικασία. Μια εβδομάδα μετά από την επιστροφή της στην Ελλάδα, πήρε την απόφαση να φύγει από την Αθήνα.

Τηλεφώνησε σ’ έναν φίλο της παλιό που είχε κληρονομήσει το ξενοδοχείο του πατέρα του. Του ζήτησε δουλειά. Του φώναξε “οποιαδήποτε δουλειά, κατάλαβες; Αρκεί να φύγω από την Αθήνα”. Ο λόγος της ακούστηκε επιθετικός, χωρίς ίχνος απόγνωσης ή απελπισίας. Κάμποσες ώρες αργότερα, έλαβε τηλεφώνημα από το φίλο της. Της είπε πως υπάρχει μια θέση, αλλά πως με καμιά κυβέρνηση δεν θεωρεί πως είναι η κατάλληλη για εκείνη: Νυχτερινή βάρδια στο υπόγειο, στα πλυντήρια του ξενοδοχείου, προετοιμασία πρωινού και όποτε χρειαστεί θα βοηθάει και στο σιδερωτήριο. Ωράριο από τις 10 το βράδυ ως τις 10 το άλλο πρωί, από 15 Μαΐου μέχρι 15 Οκτωβρίου, για ολόκληρη τη σαιζόν. Ρεπό, πολύ δύσκολα. 700 ευρώ το μήνα. Όχι συμβόλαιο. Χωρίς δεύτερη σκέψη η Ρίτα δέχτηκε. Ο φίλος προσπάθησε να την αποτρέψει, της υποσχέθηκε πως θα έψαχνε κάτι καλύτερο για εκείνη. Της επανέλαβε τους ενδοιασμούς του, παράλληλα με το θαυμασμό του για το κουράγιο της και τη χαρά που την έβλεπε αγέρωχη και γοητευτική μετά από τόσα χρόνια. Της επανέλαβε τις αντιρρήσεις του ακόμη και όταν η Ρίτα εμφανίστηκε μπροστά του, στο παραθαλάσσιο θέρετρο. Ήταν ανένδοτη. Αφού λοιπόν ήθελε, δεν του έμενε παρά να υποχωρήσει… Έτσι ξεκίνησε να δουλεύει. Αγόγγυστα, αδιαμαρτύρητα. Ευγενική με τις συναδέλφισσές της, αλλά απόμακρη. Αναρωτιούνταν όλες τους, και όχι μόνο αυτές, τι δουλειά είχε μια τέτοια γυναίκα όμορφη και πολυταξιδεμένη, με τη διαδρομή και την κλάση της, μια “βασίλισσα” έλεγαν, μαζί τους, στα μπουντρούμια του Gina Beach… Η Ρίτα δεν αισθανόταν την ανάγκη να δώσει εξηγήσεις. Χαμογελούσε απλώς, όταν οι καμαριέρες θαύμαζαν τα δάχτυλα και τις βλεφαρίδες της ή όταν τις άκουγε να μιλούν για τις γάμπες της.

Εκείνη τη νύχτα, οι δύο ώρες που της απέμεναν για να διεκπεραιώσει την εργασία της, πέρασαν γρήγορα. Τα πλυντήρια τελείωσαν και δίπλωνε τώρα τα τελευταία σεντόνια που έβγαζε από το στεγνωτήριο. Από το ραδιόφωνο ακούστηκε ο εθνικός ύμνος, όπως κάθε μέρα στις 6. Ακολούθησε το δελτίο καιρού για τους ναυτιλομένους. Προμηνύονταν 5-6 μποφόρ. Η Ρίτα περίμενε εδώ και μέρες την έλευση του βορειοανατολικού ανέμου. Οι παραθεριστές στα πάνω διαμερίσματα συνέχιζαν τον θερινό τους ύπνο. Οι υπεύθυνες για την προετοιμασία του πρωινού έπιαναν αγουροξυπνημένες τα πόστα τους. Η Ρίτα έπρεπε να ανέβει τις σκάλες και να πάει να βοηθήσει στην κουζίνα.

Όμως εκείνη την ημέρα δεν πήγε. Έκλεισε το ραδιόφωνο, έσβησε τα φώτα και άφησε ανοιχτά τα πορτάκια των πλυντηρίων. Φεύγοντας πήρε μαζί της οκτώ μονά σεντόνια. Κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα του ξενοδοχείου. Δεν την είδε κανένας. Ο Φώτης ροχάλιζε πίσω από τη ρεσεψιόν περιμένοντας να τον ξυπνήσει ο αντικαταστάτης του. Πήγε προς τη θάλασσα, η οποία δεν απείχε πολύ. Μόλις άρχιζε να φέγγει το πρώτο φως της ημέρας. Πίσω από κάτι χαμηλούς θάμνους είχε κρύψει το προηγούμενο βράδυ οκτώ λεπτά κοντάρια ύψους δύο μέτρων. Τα τράβηξε έξω. ‘Ηταν κοντάρια από χαλασμένες ομπρέλες τύπου μπαμπού που νοίκιαζε μαζί με ξαπλώστρες στην παραλία κάποιος ντόπιος επιχειρηματίας. Τα είχε βρει πεταμένα πίσω από ένα θλιβερό ζυθεστιατόριο. Χωρίς να χάσει χρόνο έμπηξε τα κοντάρια μέσα στην άμμο σε ίση απόσταση δύο μέτρων το ένα από το άλλο. Ξεδίπλωσε τα λευκά σεντόνια. Από το σακίδιο που κουβαλούσε μαζί της στο υπόγειο, έβγαλε ένα κόκκινο σπρέι και σχεδίασε ένα γράμμα σε κάθε σεντόνι. Ψέκασε αρκετές φορές προσεκτικά πάνω από το γράμμα για να φαίνεται καθαρά. Κατόπιν έδεσε τα σεντόνια στα κοντάρια. Με τη βοήθεια του αέρα άρχισαν να κυματίζουν.

Η Ρίτα πήγε και στάθηκε στα βράχια, στην άκρη της παραλίας. Άναψε ένα Gauloises και κοίταξε κάτω, τα κοντάρια σε παράταξη, τα λευκά σεντόνια δεμένα σφιχτά, τα οκτώ ζωγραφισμένα κόκκινα γράμματα να χτυπιούνται με λύσσα στον αέρα. Από μακριά διακρινόταν η λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΗ. Ένα γράμμα σε κάθε σεντόνι.Σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει προς την αντίθετη κατεύθυνση από το ξενοδοχείο. Οι συναδέλφισσες αναρωτήθηκαν πού εξαφανίστηκε η βασίλισσα. Ο φίλος της ο ξενοδόχος την αναζήτησε, την κάλεσε στο τηλέφωνο κατά τη διάρκεια της ημέρας ξανά και ξανά, αλλά τελικά διαπίστωσε πως το κινητό της, το είχε αφήσει μαζί με τα άλλα πράγματά της στο δωμάτιό της. Αργότερα εκμυστηρεύτηκε στον Φώτη πως το περίμενε αυτό από τη Ρίτα, πώς μια τέτοια γυναίκα δεν έκανε για τα μπουντρούμια του ξενοδοχείου. Παραξενεύτηκε μόνο που δεν ζήτησε καν τα χρήματά της. Η Ρίτα όμως δεν ένιωθε την ανάγκη να δίνει εξηγήσεις.

About Der Landstreicher

Ιδού η αληθινή Ταϊτή, δηλαδή: πιστά πλασμένη με τη φαντασία μου. (Πολ Γκογκέν και Σαρλ Μορίς)............... Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια. (Γιώργος Μακρής).............. Und wollt ihr wissen, wer ich bin, ich weiß es selber nicht, ich irre so durchs Leben hin, weiß nicht, wo ich zu Hause bin und will es wissen nicht. (Landstreicherlied, Arnold Waldwagner)...........

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: