Χτυπώντας τον κρόταφο με το δάκτυλο

boniface-somnambule-1951-01-g

Τρίτη, τέσσερις το απόγευμα. Η θερμοκρασία παίρνει τον ανήφορο, η μικρή πόλη κοιμάται. Ως συνήθως. Η παραδοσιακή μεσημβρινή σιέστα. Έτσι το λέμε εδώ. Θεσμός. Ελάχιστοι δεν κοιμούνται ποτέ, π.χ. εμείς που είμαστε από άλλο ανέκδοτο. Ευκαιρία λοιπόν να βγούμε και να διεκπεραιώσουμε μερικές μικροδουλίτσες με την ησυχία μας γλυτώνοντας συνωστισμούς, βαρετά συναπαντήματα, εναγκαλισμούς με γνωστούς, οχλαγωγία και διαδοχικά σοκ κακογουστιάς.

Μεταξύ άλλων, θέλαμε να αγοράσουμε ένα κολλύριο από κάποιο φαρμακείο. Αναζητήσαμε εκείνη την προϊστορική ταμπέλα που κολλούν στα τζάμια τους οι φαρμακοτρίφτες, όπου αναγράφονται τα φαρμακεία που παραμένουν ανοιχτά και το “μεσημέρι”, όπως λέμε στην Ελλάδα το απόγευμα μέχρι τις 5-6. Σε μια πόλη 150.000 κατοίκων με υπερπληθώρα φαρμακείων, βρήκα μόλις ένα στο κέντρο. Στη Γερμανία, αντιστοίχως, τα φαρμακεία είναι ΟΛΑ ανοιχτά καθημερινώς τις εργάσιμες από το πρωί ως τις έξι το απόγευμα. Μετά αρχίζουν τα διημερεύοντα/διανυκτερεύοντα με 24ωρες βάρδιες. Εδώ, ακόμη παγκόσμια πρωτοτυπία, ακολουθούν ωράριο μπουτίκ, μανάβικου, ειδών προικός, παρότι υπάρχει απελευθερωμένο ωράριο, αν ενθυμούμαι καλά κάτι νόμους Λοβέρδου και Αδώνιδος. Τέλος πάντων.

Εντοπίσαμε τελικά κάποιο, αρκετά κοντά στο σπίτι μου.

Φτάσαμε στην είσοδο. Ανοιχτή η πόρτα. Μπήκαμε μέσα και φωνάξαμε στον αέρα “καλησπέρα” για να ενημερώσουμε περί της παρουσίας μας, καθώς ουδείς φαινόταν στο ταμείο. Σκέφτηκα ότι ο αρμόδιος την είχε πέσει σε κάποιον καναπέ (σιέστα) στα ενδότερα ή ήταν υπνοβάτης που περπατάει στους δρόμους ή είχε πεταχθεί στον πάνω όροφο να ταΐσει κάποιο πεινασμένο μωρό ή έπαιζε τζόκερ στο παραπλήσιο προποτζίδικο.

Ξανά “καλησπέρα”. Ουδεμία απόκριση.

Βγήκαμε κάπως αμήχανα πάλι έξω στο πεζοδρόμιο, καθότι δεν μας αρέσει να καθόμαστε μόνοι μας ανάμεσα στα φάρμακα και ούτε είμαστε σε φάση να κλέβουμε ταβόρ, λεξοτανίλ ή σερβιέτες για την ακράτεια. Ξαναμπήκαμε και ζυγιστήκαμε. Με τα παπούτσια. Χοροπηδήσαμε λιγάκι στη ζυγαριά. Μετά, περιμένοντας, χαζέψαμε τις βαφές μαλλιών και τα σαμπουάν του Κορρέ.

Κάποια στιγμή ακούγονται οι ορμητικοί καταρράκτες του Νιαγάρα. Ένα καζανάκι έτρεξε και μια πόρτα με αλάδωτους μεντεσέδες άνοιξε και έκλεισε – δείγμα ζωής στον πλανήτη Άρη. Μια κυρία εμφανίστηκε (θα περίμενα ανακουφισμένη μετά από τόσο μεγάλη καθυστέρηση, αλλά του κάκου, στάθηκε μπροστά μας ξυνισμένη και στυφή σαν να είχε πιει τεκίλα με μουρουνόλαδο και φορμαλδεΰδη παρέα με την Κωνσταντοπούλου).

Περίμενα να πει κάτι χαριτωμένο όπως “συγνώμη για την καθυστέρηση”, “αχ σας έκανα να περιμένετε, αλλά ξέρετε τώρα….” ή να χαμογελάσει κάπως. Όμως όχι, στεκόταν εκεί, μια παγερή, σωματώδης γυναίκα-φόβητρο, κάτι μεταξύ πιστού, μεσαίου στελέχους του Κ.Κ Ουκρανίας και ξανθιάς κομμωτηριακής τομεάρχισσας των γυναικών της ΝΔ τη δεκαετία του ’80 που επί διασπάσεως ΔΗΑΝΑ παρέμειναν στο μαντρί εξαπολύοντας μύδρους κατά του αποστάτη Στεφανόπουλου. Νεκρική σιωπή. Μόνο το καζανάκι ακουγόταν, που αφού μάζεψε νερό, τώρα απλά έσταζε (εκνευριστικά), διαλύοντας κάθε ανησυχία μου, ότι δεν θα σταματούσε ποτέ, θα πλημμύριζε το χώρο κι εμείς ακόμη θα στεκόμασταν εκεί και θα κοίταζε ο ένας τον άλλο με νοτισμένα πόδια.

Έτσι πήρα την πρωτοβουλία να πω τι γυρεύαμε στο φιλόξενο μαγαζί της…

“Καλησπέρα”.

“…..”

“Εεε…ένα κολλυριάκι για τα μάτια παρακαλώ. Τομπρέξ έχετε”;

“…….”
(Η ματιά καρφωμένη πάνω μου. Ατάραχη.Της συμβαίνει κάτι; Μήπως θέλει να επιστρέψει στην τουαλέτα και θα μας αφήσει εκεί να ψάχνουμε άλλο φαρμακείο);

“Κάνει και για παιδάκια”;

“……”
(Γυρνάει προς τα συρτάρια με τα φάρμακα χωρίς να μου δώσει σημασία. Και χωρίς να μου απαντήσει).

“Εχμ, μάλιστα. Τι σας οφείλουμε”;

“Δυόμιση ευρώ”.
(Μιλάει!!! Μιλάει!!!)

“Έχετε ρέστα από πενηντάρικο; Με συγχωρείτε, ε”;

“……”
(Καμιά απάντηση, μου δίνει τα ρέστα)

“Ευχαριστώ πολύ”.

“……”

“Καλή συνέχεια”.

“……”

Βγαίνοντας κοιταχτήκαμε μεταξύ μας. Κάναμε γκριμάτσες απορίας χτυπώντας με το δάκτυλο τον κρόταφό μας. Έκανα έναν συνειρμό με το Βαρουφάκη στα Eurogroup, ο οποίος, αντίθετα από την φαρμακοποιό, μιλάει και παραμιλάει, αλλά η κατάληξη είναι και στην περίπτωσή του η ίδια. Το χτύπημα του δάκτυλου στον κρόταφο. Πράγμα πολύ σύνηθες τελευταίως στη χώρα του επίκινδυνου υπαρκτού σουρεαλισμού. Λες και έχουν επικρατήσει οριστικά, οριζοντίως και καθέτως, στα μήκη και στα πλάτη της κοινωνικής πυραμίδας, αλλά και σε κάθε έκφανση της δημόσιας και πολιτικής ζωής η τρέλα, η ιδιοτροπία, η γαϊδουριά, η φιλονικία, η εξισωτική μετριότητα.

Κοίταξα τη συσκευασία του κολλυρίου, στην οποία αναγράφεται η τιμή: 2,41 ευρώ. Εκείνη μου είχε πει 2,50 ευρώ.
Το σκέφτηκα λίγο. Με κορόϊδεψε, το στρογγύλεψε προς τα πάνω. Τυπικά ελληναράδικο. Δεν τόλμησα να γυρίσω πίσω και να ζητήσω τα 9 σεντ μου. Συνέχισα για το σπίτι, ενώ εκείνη έμπαινε με το πενηντάρικό μου στο πρακτορείο του ΟΠΑΠ. Χαλάλι της άλλωστε. Της τα χάρισα για την απαράμιλλη ευγένειά της, για την άριστη και άμεση εξυπηρέτηση.

About Der Landstreicher

Ιδού η αληθινή Ταϊτή, δηλαδή: πιστά πλασμένη με τη φαντασία μου. (Πολ Γκογκέν και Σαρλ Μορίς)............... Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια. (Γιώργος Μακρής).............. Und wollt ihr wissen, wer ich bin, ich weiß es selber nicht, ich irre so durchs Leben hin, weiß nicht, wo ich zu Hause bin und will es wissen nicht. (Landstreicherlied, Arnold Waldwagner)...........

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: