Η (παι)δική μου 12η Ιανουαρίου, μια ηλιαχτίδα στο καταχείμωνο

County Fair, 1938 (14)

Θυμάμαι πως η 12η Ιανουαρίου ήταν μια σημαντική ημερομηνία για μένα από τότε που ήμουν μικρός, γυμνασιόπαις. Καμιά επέτειος, καμιά γιορτή, όχι, τίποτα τόσο σπουδαίο. Η συγκεκριμένη ημερομηνία ήταν μια επινοημένη, προσωπική επέτειος, μια αφετηρία μέσα στην καρδιά του χειμώνα ενάντια του post-christmas blues. Ήταν η δική μου τεχνητή λίμνη απ’ όπου αρδεύονταν και υδρεύονταν τα όνειρα θερινής νυχτός που έπλαθα μέσα στο σκοτάδι του Ιανουαρίου.

Μια εβδομάδα μετά από την επανέναρξη των σχολείων, του Αη Γιαννιού, ο χρόνος ως το καλοκαίρι φάνταζε ατελείωτος. Κι όμως, από την άλλη, στο μυαλό μου φώλιαζε η (ψευδ)αίσθηση ότι ο καιρός άρχιζε πια να μετράει αντίστροφα. Ότι ξεκινούσε η…κατηφόρα προς το τέλος της σχολικής χρονιάς, ότι κόντευαν τα μπάνια, τα ακρογιάλια, οι καλοκαιρινές παρέες, τα παγωτά, οι ποδηλατάδες, η ανεμελιά, τα παιγνίδια. Με ξεγελούσε φυσικά το μεγάλωμα της μέρας που με την άκρη του ματιού μου παρατηρούσα. Αυτό ήταν αναμφισβήτητο, ωστόσο η μισή αλήθεια. Όταν πας φροντιστήριο σταθερά 17.30 και στις 21 Δεκεμβρίου είναι νύχτα, πας ξανά στις 12 Ιανουαρίου και είναι ακόμα φωτεινά, ξέρεις ότι η ζωή μεγαλώνει, το φως κυριαρχεί, η καρδιά χτυπάει, ότι εσύ ο ίδιος έχεις κερδίσει ένα εικοσάλεπτο ευτυχίας. Δεν έδινα δεκάρα τσακιστή που το καλοκαίρι απείχε στην πραγματικότητα έξι μήνες (ουσιαστικά δεν το σκεφτόμουν), ενώ το σχολείο είχε αρχίσει πριν από μόλις τέσσερις. Την κλεψύδρα τη φέρναμε στα μέτρα μας, αλλά στο τέλος πάντα ο χρόνος μας γονάτιζε, επέβαλλε το δικό του νόμο. Οι τελευταίοι μήνες, ειδικά το διάστημα μετά το Πάσχα, πάντα μετρούσαν διπλοί. Ο χρόνος είναι ο κριτής, ο ύστατος θριαμβευτής.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι βαριόμουν τη ζωή μου στο σχολείο ή ότι δεν ξεκινούσα τη χρονιά με το απαραίτητο σφρίγος και όρεξη για γνώση και μαθήματα. Λάθος. Το ένα δεν αναιρούσε το άλλο. Μου άρεσε το σχολείο, το διάβασμα, αγαπούσα τους συμμαθητές μου. Απλά διάλεγα καλοκαίρι, ξενοιασιά. Προτιμούσα τότε, αυτό το δεύτερο, αυτό που μου λείπει σήμερα. Ήθελα να τη χορτάσω για να με θρέφει μετέπειτα. Η ξενοιασιά όμως φτάνει ποτέ; Όχι, δεν χορταίνεται. Θα ήμασταν αθάνατοι, αν μπορούσαμε να την κρύψουμε και να την φυλάξουμε στην αγκαλιά μας. Μπορούμε όμως να την αναζητούμε μέχρι το τέλος, να τη διεκδικούμε λυσσαλέα.

Άντεχα λοιπόν περίπου μια εβδομάδα επιστροφής στα θρανία. Μετά, όταν ερχόταν η 12η Ιανουαρίου, η οποία στην ανάμνησή μου έπεφτε πάντα Κυριακή ή Δευτέρα, έβγαζα τελετουργικά το χάρακα, το μολύβι και τους μαρκαδόρους από την κασετίνα σκιτσάροντας με κατάνυξη το ημερολόγιο μέχρι τον Ιούνιο, κοκκινίζοντας τις αργίες και πρασινίζοντας τα Σαββατοκύριακα. Με μπλε στυλό διέγραφα με “χι” κάθε βράδυ την ημέρα που ολοκληρωνόταν με αρχαία, βιολογία, γερμανικά και άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες. Κολλούσα το χάρτινο κομψοτέχνημα είτε στο γραφείο μου με σελοτέιπ, είτε στο ράφι με πινέζες και μαγνητάκια. Πήγαινα για ύπνο και η επόμενη μέρα ήταν μια μέρα πιο κοντά στα κύματα και στις βόλτες.

Χάζευα επί ώρες, κάθε μέρα, το λειψό ημερολόγιο που ξεκινούσε από τη 12η Ιανουαρίου και κατέληγε στα μέσα Ιουνίου. Μετρούσα τις μέρες, τις εβδομάδες, τους μήνες ανάποδα, χιαστί, εντός, εκτός και επί τα αυτά. Κομμάτιαζα το χρόνο σε “δύσκολες” και σε “εύκολες” σχολικά μέρες. Σε κολοβούς και ολόκληρους μήνες, σε γούρικες και γρουσούζικες ημερομηνίες. Σε εβδομάδες με πάρτι, εξόδους ή χωρίς. Έζησα πολλά καλοκαίρια μέσα στο χειμώνα στα δεκατρία μου, στα δεκαπέντε μου, στα δεκαεπτά μου με το βλέμμα καρφωμένο στο ημερολόγιο.

Οι ασκήσεις υπομονής άρχισαν από τότε. Από την άλλη θρεφόταν και οργίαζε η ονειροπόληση, η προσμονή, η προσδοκία. Χωρίς να συμφιλιωθούν ποτέ αυτά τα χαρακτηριστικά, έγιναν κουβάρι, το οποίο προσπαθώ ακόμα και σήμερα να ξεμπλέξω, να ξετυλίξω περιμένοντας πότε καλοκαίρια, πότε αμυγδαλιές, πότε θερμές ηλιαχτίδες μέσα στο καταχείμωνο.

About Der Landstreicher

Ιδού η αληθινή Ταϊτή, δηλαδή: πιστά πλασμένη με τη φαντασία μου. (Πολ Γκογκέν και Σαρλ Μορίς)............... Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια. (Γιώργος Μακρής).............. Und wollt ihr wissen, wer ich bin, ich weiß es selber nicht, ich irre so durchs Leben hin, weiß nicht, wo ich zu Hause bin und will es wissen nicht. (Landstreicherlied, Arnold Waldwagner)...........

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: