Φωνές δίχως ήχο

10712826_717159398374230_3735454667976955839_n

Από κάπου ξεκίνησε αυτό.
Κάποιος τραγούδησε φάλτσα το ρεφραίν,
μετά ένα ρεφραίν σε λάθος τραγούδι
και κατόπιν ακόμη ένα τραγούδι χωρίς ρεφραίν.
Κάποιος είδε να σχηματίζονται αρχικά στον αφρό της θάλασσας,
όταν ο άλλος τα σημείωνε με το δάκτυλο στο νυχτερινό θόλο.
Αλλά μήπως ήταν μόνο αφρός και αφρισμένη οφθαλμαπάτη;
Ή εθελοτυφλία;
Μόλις που ‘χε νυχτώσει.
Το μολύβι που κρατούσαμε και γράφαμε
στο πεντάγραμμο είχε σπασμένη μύτη.
Κάποιος σιωπούσε, όταν οι άλλοι μιλούσαν.
Κάποιος ανοιγόκλεινε το στόμα, όταν έσβηναν τα κεριά.
Μιλούσαμε χωρίς μιλιά. Με μάτια κλειστά
ακούγαμε λόγια που ειπώθηκαν. Και κάθε φορά που τ’ ανοίγαμε, τα λόγια έσβηναν
κι αντικρίζαμε στόματα σφαλισμένα.
Μετά έπεσε το σκοτάδι. Και αφουγκραζόμασταν το ψύχος.
Με μολύβι στο χέρι. Και σταχτοδοχείο. Χωρίς ξυστήρι και καπνό από πρόπερσι.
Ζωγραφίσαμε με αίμα και σάλιο το καράβι που παρακαλούσαμε να μας πάρει.
Το φτιάξαμε αγκυροβολημένο, με σπασμένο πηδάλιο.
Μοβ και πορτοκαλί.
Πηδήξαμε μέσα, λαθρεπιβάτες τρελοί,
κρυμμένοι στην καρίνα, μόνο που δεν ήταν το καράβι μας.
Δεν πήγαινε στη Μαγιαγκουάνα,
αλλά στο Τζέημσταουν το 1619
να ξεφορτώσει δούλους σιδηροδέσμιους.
Ριχτήκαμε στη θάλασσα.
Τα ρεύματα του Μέξικο εξαερώθηκαν
στη στρατόσφαιρα, τα χέρια μας λύθηκαν,
τα δάκτυλα άνοιξαν, τα σώματά μας ναυάγησαν, χάθηκαν,
μόνο οι φωνές χωρίς ήχο έμειναν σημαδούρες
αναμνηστικές
στο μοιραίο σημείο,
γίναμε κι εμείς ατμός μαζί με τα
κύματα
μας παρασέρνουν τώρα
τα σκοτεινά βαρομετρικά, γινόμαστε καταιγίδα,
τυφώνας, κυκλώνας,
αστράφτουμε και βροντάμε,
σκιάζουμε τους ανθρώπους
εσύ στο Νότιο Ειρηνικό και την Ινδοκίνα,
εγώ εδώ, μακριά
πάω με τα νέφη και δεν ξέρω σε ποιο ημισφαίριο
αιωρούμαι.
Θα λυσσομανάμε στους τροπικούς,
θα ξεσπάμε με αστραπόβροντα, με ηλεκτρικές εκκενώσεις θα σκίζουμε
τους ουρανούς,
τώρα δεν έχει σημασία αν κάνουμε φασαρία
ή αν το βουητό είν΄ της θάλασσας ή της βροχής,
εμείς επιλέξαμε σιωπή για πάντα.
Κάθε φορά που βρέχει, εγώ το ζητώ!
Η μητέρα όλων των λαθών, είναι η μητέρα όλων των παθών.

About Der Landstreicher

Ιδού η αληθινή Ταϊτή, δηλαδή: πιστά πλασμένη με τη φαντασία μου. (Πολ Γκογκέν και Σαρλ Μορίς)............... Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια. (Γιώργος Μακρής).............. Und wollt ihr wissen, wer ich bin, ich weiß es selber nicht, ich irre so durchs Leben hin, weiß nicht, wo ich zu Hause bin und will es wissen nicht. (Landstreicherlied, Arnold Waldwagner)...........

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: