Ο οδυρμός του περιστεριού

images

Δεν θα το έχετε προσέξει. Ή μάλλον δεν θα το έχετε παρατηρήσει. Καλύτερα. Ασυζητητί, πολύ καλύτερα, σας λέω. Εγώ τουλάχιστον το αγνοούσα. Μέχρι πέρυσι. Όποιος έχει ακούσει το σπαραχτικό κλάμα του περιστεριού μια φορά, αποκλείεται να το ξεχάσει. Πρόκειται για έναν ανατριχιαστικό, μονότονα επαναλαμβανόμενο, έντονα συριστικό ήχο που θυμίζει αλύχτισμα πονεμένου λύκου καθώς το πόδι του έχει πιαστεί και ξεσκίζεται στο δόκανο από τη μάταιη προσπάθεια να απελευθερωθεί.

Είχα την ατυχία να βιώσω τον εφιάλτη μου από πρώτο χέρι. Τον περασμένο Ιούνιο άρχισε. Δεν θυμάμαι αν ήταν μέσα στον ύπνο μου, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου ή κατά τη διάρκεια της συνήθους υπνοβασίας μου. Αν διάβαζα ή είχα καταπιαστεί με κάτι αδιάφορο. Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα πώς και πότε ξεκίνησε. Θυμάμαι όμως τον θερμό και αμήχανο Ιούνιο. Όταν το πρωτοάκουσα, πρέπει να νόμισα ότι ήταν κάποιο τραυματισμένο πουλί που στάθηκε στο μπαλκόνι πίσω από το παντζούρι που δεν άνοιγε ποτέ ή κάποιο αδέσποτο που είχε παγιδευτεί σε παρακείμενο γκαράζ ή φρεάτιο. Εκείνοι οι γόοι και οι κοπετοί γρήγορα κατάλαβα ότι δεν σταματούσαν ποτέ. Ξεκινούσαν με την αυγή και διακόπτονταν προσωρινά το σούρουπο. Από ένα σημείο και μετά, είτε κοιμόμουν, είτε είχα ανοιχτή την τηλεόραση, είτε έπαιζαν δίσκοι στο πικάπ με ανεβασμένη την ένταση, ο ολολυγμός αυτός υπερέβαινε κάθε άλλον φυσικό ή τεχνητό ήχο. Κάποια στιγμή κοιτάχτηκα στον καθρέπτη αναζητώντας να δω μήπως το κλάμα έβγαινε από το εσωτερικό του ειδώλου που στεκόταν απέναντί μου. Δεν είδα τίποτα. Το ανυπόφορο κλάμα συνεχιζόταν.

Απόγευμα ήταν, το θυμάμαι καλά, όταν άνοιξα με δυσκολία το ξύλινο παραθυρόφυλλο. Βγήκα στη βρώμικη στενή βεράντα. Και το αντίκρισα σηκώνοντας το βλέμμα μου προς τα πάνω. Ένα περιστέρι είχε φτιάξει τη φωλιά του πάνω ακριβώς στο air condition που διοχέτευε αέρα στο δωμάτιο, αλλά δεν λειτουργούσε ποτέ λόγω της ευαισθησίας της μύτης μου. Φαντάστηκα ότι όλοι αυτοί οι δυσάρεστοι ήχοι σχετίζονταν με την περίοδο επώασης ή αναπαραγωγής των περιστεριών που δεν ήξερα ούτε πόσο συχνή, ούτε πόσο επώδυνη για τις περιστέρες είναι. Αποφάσισα το λοιπόν να κάνω υπομονή. Δεν σκέφτηκα να διαλύσω τη φωλιά. Εννοείται τούτο.

Κι έτσι, το περιστέρι συνέχισε να κλαίει και εγώ να κλείνω τα αυτιά μου, να κρύβομαι κάτω από μαξιλάρια και να ξυπνάω βίαια και απότομα από τα χαράματα, ώσπου μου έγινε έμμονη ιδέα. Παραπατώντας το πρωί προς τη δουλειά μου – έμενα στο Λυκαβηττό τότε – άκουγα παντού περιστέρια να κλαίνε, σ’ όλη την Αθήνα, από τους Αγίους Αναργύρους ως τις Τζιτζιφιές. Αναγνώριζα τον ήχο και – το κυριότερο – τα αναζητούσα και τα ανακάλυπτα. Ακόμη και στην Ακαδημίας έψαχνα λαβωμένα περιστέρια. Και στην Κανάρη. Πίστευα ότι κάτι κακό έχουν πάθει. Πως έχει ενσκήψει μια επιδημία που θα τα αποδεκάτιζε όλα, ένα προς ένα και μετά θα έπαιρναν σειρά οι σπουργίτες, οι γάτες, οι σκύλοι… Ή ότι μας προετοιμάζουν, μας προειδοποιούν για κάτι αδιόρατο και ολέθριο. Τότε μου έκανε εντύπωση πως έκλαιγαν και ορισμένα που δεν έκλωθαν (όπως υπέθετα) πάνω από μια φωλιά, αλλά κλαυθμήριζαν αναστατωμένα με τον ίδιο διαπεραστικό τόνο πάνω σε στύλους, καλώδια, σχοινιά, κλαδιά, μπαλκόνια, πινακίδες. Όσα έκλαιγαν – κι αυτό καταφανώς ήταν το ίδιο ενοχλητικό όχι μόνο για τους ανθρώπους, αλλά και για τον υπόλοιπο πληθυσμό των περιστεριών που δεν έκλαιγε – αντιμετωπίζονταν από το species τους περιφρονητικά και επιθετικά. Τα άλλα περιστέρια τα πλησίαζαν απειλητικά, τα τσιμπούσαν με δύναμη και τα απόδιωχναν σαν να μην τα ήθελαν στην παρέα τους. Αυτό με μπέρδεψε. “Λες να κλαίνε, διότι τα εξοστρακίζουν από την κοινότητα ως μιαρά στοιχεία”, αναρωτιόμουν. Δεν ήξερα πολλά για τη συναισθηματική νοημοσύνη των συγκεκριμένων πτηνών.

Επέστρεψα στο σπίτι και άρχισα να παρατηρώ το ταλαιπωρημένο περιστέρι του στενού και βρώμικου μπαλκονιού για το οποίο ένιωθα αποστροφή και συμπάθεια. Ήταν κι αυτό αναστατωμένο και δεν έφευγε ποτέ από τη φωλιά. Έστρεφε το ράμφος του στη λυπημένη ράχη του και την τσιμπούσε με μανία. Νόμιζα ότι ήθελε να βγάλει το δέρμα του, να ξεπουπουλιάσει τα φτερά του. Ταυτόχρονα έκλαιγε αβοήθητο και μόνο. Σε ένα άλλο μπαλκόνι της γειτονιάς, θυμάμαι, ένα ζεύγος περιστεριών που συνεργαζόταν επί μακρόν στο κλάμα και στο τσίμπημα, το οποίο, στη δική τους περίπτωση, θεώρησα ότι ήταν πράξη ευεργεσίας, διότι έδειχναν ότι εργάζονταν άοκνα για την ανακούφιση του πιο άτυχου εκ των δύο. Τότε ήταν που πονηρεύτηκα: Πιθανόν να συμβαίνει κάτι άλλο. Ίσως κλαίνε, διότι έχουν αποικιστεί από τσιμπούρια, ψύλλους και άλλα παράσιτα που τους ρουφούν το αίμα, τα παραλύουν και τα οδηγούν στην τρέλα και στη συγκεκριμένη παροξυσμική θρηνωδία.

Δεν άργησα να αντιληφθώ το τι πραγματικά συνέβαινε. Ένα πολύ ζεστό απόγευμα προς το τέλος του Ιούνη, από εκείνα που η ζέστη σε κάνει να βλέπεις καλειδοσκοπικές οάσεις μπροστά σου και άλλα παραπλανητικά παιγνιδίσματα του μυαλού, οπτασίες και φαντασιοκοπήματα που είτε δεν αξίζουν τον κόπο, είτε δεν υπάρχουν, έθεσα κατ’ εξαίρεση σε λειτουργία για σύντομο χρονικό διάστημα το air condition, διότι αλλιώς θα έσκαγα. Το ίδιο κιόλας βράδυ είχα ανήσυχο ύπνο. Τα φονικά και σχεδόν αόρατα παράσιτα του περιστεριού που είχαν στήσει αποικία πάνω στο σώμα του και μέσα στη φωλιά του είχαν απορροφηθεί από τον εξωτερικό εξατμιστή και μέσω του συμπυκνωτή του μηχανήματος είχαν μεταφερθεί και διαχυθεί στο χώρο μου. Κάθε ώρα πολλαπλασιάζονταν ραγδαία, έστηναν αποικίες στο κρεβάτι μου, στην πολυθρόνα μου, στο γραφείο, στα καλύμματά μου, στα ρούχα μου. Τα ένιωθα να περπατούν χωρίς να τα βλέπω στα χέρια μου, γύρω από το αυτί μου, στο σώμα μου, στους τοίχους. Ήταν σαν αόρατοι κόκκοι άμμου και εξολοθρεύονταν, όταν με πολύ τύχη τα εντόπιζα, μόνο σπάζοντάς τα με το νύχι. Έπλενα, καθάριζα, σκούπιζα, ψέκαζα το σπίτι με ντετόλ και ό,τι έβρισκα μπροστά μου, αλλά η μάχη είχε χαθεί. Το περιστέρι συνέχιζε απερίσπαστο το κλάμα του, αλλά τώρα αντιμετώπιζα κι εγώ το ίδιο πρόβλημα με τα παράσιτα και τους λοιπούς μικροοργανισμούς που μπήκαν στη ζωή μου από την πίσω πόρτα χωρίς να το καταλάβω, κυριολεκτικά από τα φύλλα του κλιματιστικού.

Κοντολογίς, όταν η κατάσταση έγινε αφόρητη, λίγο δηλαδή πριν τα ανθρωποφάγα σμήνη με φάνε ζωντανό, εγκατέλειψα το σπίτι, διότι κινδύνευα να πιαστώ κι εγώ στα δίχτυα της παραφροσύνης. Το περιστατικό που σας διηγούμαι θα είχε απωθηθεί από τη μνήμη, εάν τις τελευταίες ημέρες δεν μου γινόταν αντιληπτό ότι ακούω πάλι τους ίδιους ήχους, που όπως είπα στην αρχή είναι χαρακτηριστικοί, θρηνητικοί και εξαιρετικά δυσάρεστοι για την ακοή και την ψυχική ισορροπία του ανθρώπου. Ο αυτοματοποιημένος επαναλαμβανόμενος κνησμός αποτελεί λ.χ. μια αντανακλαστική παρενέργεια.

Πιστέψτε με, εσείς οι καλοπροαίρετοι, ήμουν έτοιμος να τηλεφωνήσω σε νευρολόγο για να με συμβουλέψει. Νόμισα ότι ανακαλώ στη μνήμη μη-υπαρκτούς ήχους από το πρόσφατο παρελθόν. Λες και μου έλειψαν τα παράσιτα του περασμένου καλοκαιριού. Ψάχνοντας, ωστόσο, με το μάτι από το μπαλκόνι μου, εντόπισα ένα περιστέρι στον ακάλυπτο να χτυπιέται και να λυσσομανά. Κατόπιν, κάπου πίσω από το Εθνικό Θέατρο άκουσα τον ίδιο ήχο. Και στην Χαριλάου Τρικούπη και στην Οικονόμου. Άρα δεν ήταν η ιδέα μου.

Πάντως, φέτος, Ιούνιος πάλι, δεν κινδυνεύω να την ξαναπατήσω. Προνόησα ώστε το διαμέρισμα που με στέγασε τον τελευταίο χρόνο να μη διαθέτει air condition. Σύντομα, άλλωστε, θα το εγκαταλείψω κι αυτό ευελπιστώντας ότι στον επόμενο σταθμό δεν θα υπάρχουν ακάρεα, μικροοργανισμοί και τρελαμένα περιστέρια. Και ότι αυτή η απαίσια ηχώ του ολοφυρμού θα χαθεί επιτέλους για πάντα και θα κλείσει ο κακός κύκλος, στο κέντρο ακριβώς του οποίου εγκλωβίστηκα από ένα φτερωτό πρωτόζωο που δεν πέταγε μακριά.

About Der Landstreicher

Ιδού η αληθινή Ταϊτή, δηλαδή: πιστά πλασμένη με τη φαντασία μου. (Πολ Γκογκέν και Σαρλ Μορίς)............... Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια. (Γιώργος Μακρής).............. Und wollt ihr wissen, wer ich bin, ich weiß es selber nicht, ich irre so durchs Leben hin, weiß nicht, wo ich zu Hause bin und will es wissen nicht. (Landstreicherlied, Arnold Waldwagner)...........

2 responses to “Ο οδυρμός του περιστεριού”

  1. GUS says :

    Φαντάζομαι ότι αναφέρεσαι όχι σε ορίτζιναλ λευκό περιστέρι, το “άγιο πνεύμα” των πτηνών, αλλά σε δεκαοχτούρα, το γνωστό ενοχλητικό περιστερόμορφο πτηνό με το σαχλό βλέμμα και το θράσος του μπουνταλά, γνωστό και ως “ποντίκι με φτερά”, αφού είναι ταυτισμένο με τη βρώμα, όσο και το αντίστοιχο τρωκτικό.

    • Der Landstreicher says :

      σε δεκαοχτούρα αναφέρομαι, έγινε περιστέρι ποιητική αδεία. Αηδία σκέτη, αλληγορική (όπως το στόρι) ή πραγματική.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: