“Ζουν ανάμεσά μας”

images (1)

Στριμωγμένος στη βαριά, νοτισμένη μπάρα είχε περάσει σε ανώτερο στάδιο εξομολόγησης προς το δεύτερο παγάκι του πέμπτου bοurbon που έλιωνε αργά ολοκληρώνοντας το σύντομο βίο του μέσα στο υγρο και άλυτο μυστήριο του “νερού της φωτιάς”. Κατεβάζοντας-ωπ! την τελευταία γουλιά έστρεψε το βλέμμα μέσα από τον καλειδοσκοπικό πάτο του ποτηριού προς το shelf του μπαρ παρακολουθώντας τον διονυσιακό χορό που είχαν στήσει οι σύμμαχες φιάλες. Ο ‘Σ’, o ρεσπονσάμπλ εκεί μέσα, του έκλεισε το μάτι. Αριστερά και δεξιά ακούγονταν αδιάφορες μεθυσμένες συζητήσεις και γέλια δυνατά και απρόσεκτα.
– Ένα τελευταίο για το δρόμο, έκανε.
Το μάτι ξανάκλεισε. Στην κοινωνία των μπαρ, ο πρώτος με τον οποίο χρειάζεται να συνεννοείσαι, είναι εκείνος που αγγίζει το μπουκάλι, ρίχνει το περιεχόμενό του στο ποτήρι και σου κλείνει το μάτι. Οι ωραίοι πίσω από τη μπάρα είναι στοργικοί, σοφοί, μανάδες και αδελοφοποιητοί τις προκεχωρημένες ώρες. Εκείνοι που θα σε γιατροπορεύσουν την ώρα της ανάγκης. Ο πρώτος λόγος επιλογής εξομολογητηρίου.
Χαιδεύοντας μηχανικά το χείλος του ποτηριού, σκεφτόταν τον αφορισμό του φίλου: “ζουν ανάμεσά μας”.
“Ναι αλλά που κρύβονται; τι μπέρδεμα”, μονολόγησε. “Πόσες παραπλανήσεις, παρανοήσεις, παραμορφώσεις, ξοδέματα, σκορπίσματα, διαψεύσεις, χίμαιρες, αυταπάτες, πλανέματα, βαυκαλίσματα, εξαϋλώσεις, πόσος κόπος…Πού στο διάολο είναι η Εδέμ, ρε Γιώργο, και πώς πάμε προς τα κει; Πού είναι οι “δικοί” μας”; Λες και ο Γιώργος ήταν εκεί δίπλα του και θα του απαντούσε.
Η πόρτα του μπαρ ανοιγόκλεινε συνεχώς και η σταθερή, ας το πούμε έτσι για να το κατανοήσουμε, κατάστασή της ήταν να μένει μονίμως μισάνοιχτη. Έμπαζε λιγάκι, κοντολογίς. Άνθρωποι μπαινόβγαιναν στο μπαρ, και καθ’ αυτόν τον τρόπο καθαρός αέρας παρεισέφρυε στο χώρο, ανανέωνε την ατμόσφαιρα, έκοβε κίνηση, έβρισκε τους αποδέκτες και μετέφερε τα κρίσιμα μηνύματα.
O λαθρεπιβάτης αέρας τον διέκρινε σκυμμένο στο μπαρ να χαϊδεύει το ποτήρι του bοurbon και να ανάβει το άφιλτρο. Εκείνος ένιωσε τον αέρα να του χτυπάει τη ραχοκοκκαλιά και να του παραδίδει το μήνυμα με μια μυρωδιά που του ανέσυρε από τη μνήμη παμπάλαιες εικόνες από την πατρίδα. Ήταν ακριβώς εκείνη τη στιγμή που ο Tom Waits έπαιζε στο πιάνο τις τελευταίες νότες του Drunk on the Moon και από τα ηχεία ακουγόταν πλέον το αποκαλυπτικό Enlightenment του Sun Ra.
Ο αέρας τότε αποχώρησε με τον επόμενο πελάτη που έβγαινε από το μπαρ, ο ‘Σ’ έκλεισε το μάτι κι εκείνος θυμήθηκε το Γιώργο και χαμογέλασε κρυπτικά μέσα από τις φράσεις του σαξοφώνου που του ξεδίπλωναν τον πάπυρο των κωδικών που αναζητούσε σε σπήλαια και φρεσκογιαλισμένα παρκέ.

About Der Landstreicher

Ιδού η αληθινή Ταϊτή, δηλαδή: πιστά πλασμένη με τη φαντασία μου. (Πολ Γκογκέν και Σαρλ Μορίς)............... Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια. (Γιώργος Μακρής).............. Und wollt ihr wissen, wer ich bin, ich weiß es selber nicht, ich irre so durchs Leben hin, weiß nicht, wo ich zu Hause bin und will es wissen nicht. (Landstreicherlied, Arnold Waldwagner)...........

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: