Αόρατος άνθρωπος (short story)

4933773_7b2c410b43_m

– Όνομα;
– Χορστ Βίντερ.
– Ηλικία;
– ….
– Ηλικία;
– Γράψε σαρανταπέντε, πενήντα. Χαρτιά δεν έχω.
– Πόσο καιρό άστεγος;
– 6…8 χρόνια; Δεν θυμάμαι.
– Πόσο καιρό βρίσκεστε στην Κολωνία;
– 15 μέρες, νομίζω.
– Προηγούμενη πόλη;
– Όμπερχαουζεν.
– Ζούσατε κι εκεί από ελεημοσύνες;
– Ναι.
– Παρακαλώ υπογράψτε εδώ που σας δείχνω και πηγαίνετε να καθίσετε με τους άλλους. Θα δούμε τι θα κάνουμε. Πιθανώς να σας βρούμε κατάλυμα για 7 μέρες στη διακονία Μίχαελσχόφεν.
——————

Ο Χορστ βρήκε μια θέση κοντά στο παράθυρο. Έξω χιόνιζε κι εκείνος κοιτούσε με άδειο βλέμμα τον λευκό κήπο της κοινωνικής υπηρεσίας της Ευαγγελικής Εκκλησίας, εκεί όπου καταφεύγουν άποροι και επαίτες για να βρουν ένα κρεβάτι σε κάποιο υπνωτήριο αστέγων ή να ρωτήσουν πού μπορούν να προμηθευτούν φαγητό και να κάνουν ένα ζεστό μπάνιο. Δίπλα του πέντε – έξι σαν αυτόν, άλλοι κρατώντας τα μάτια κλειστά, άλλοι μιλώντας με τον εαυτό τους, περίμεναν υπομονετικά να τους φωνάξουν. Όλοι με το ίδιο απλανές βλέμμα, με ρούχα βρώμικα, άπλυτοι και αξύριστοι, με αξιοπρέπεια που φυλλορροούσε από τις τρύπιες τσέπες των παντελονιών τους και δημιουργούσε μια θλιμμένη κηλίδα στο δάπεδο, η οποία τους ακολουθούσε σε κάθε βήμα τους. Δύο μέρες πριν τα Χριστούγεννα.
Ο Χορστ έκλεισε τα μάτια του και ψηλαφούσε το καρούμπαλο στο κεφάλι του. Ακόμη ζαλιζόταν. Ο διπλανός του, ένας επαίτης με άσπρα γένια και ίχνη από ξεραμένο αίμα στο σαγόνι του, έπειτα από λίγη ώρα του έπιασε την κουβέντα. Ο Χορστ παραξενεύτηκε. Οι επαίτες δεν μιλάνε πολύ σε άλλους επαίτες. Αυτός εδώ ήταν εξαίρεση.

– Μακάρι να με στείλουν σε κανά μέρος της προκοπής. Αργήσαμε, συνάδελφε. Τα ψαγμένα είναι τίγκα. Στο Έρενφελντ έχει και μάσα. Πέρυσι τα Χριστούγεννα μας δώσανε γαλοπούλα, φρούτα και κρασί. Φοβάμαι ότι δεν θα μου βρουν τίποτα, θα επιστρέψω κάτω από το Ντομ και θα έχει ψωφόκρυο, έτσι είπανε στο ράδιο. Πιο πολύ όμως με ανησυχούν αυτοί οι μαγκίτες με τα αυτοκίνητα που έρχονται μεθυσμένοι και μας βρέχουν με νερά την ώρα που κοιμόμαστε. Και ξέρεις, άμα πάρει νερά ο υπνόσακος, την έχεις άσχημα. Εσύ πού την αράζεις;
– Την βγάζω πίσω από το Ντομ, στο Μουσείο Ludwig. Καλά είναι. Ήρθα από εδώ, γιατί μας σήκωσε η αστυνομία. Μας είπανε ότι θα πάει στους -20. Δεν είμαι και πολλές μέρες στην Κολωνία.
– Α… δεν ωφελεί, συνάδελφε, τους πολιτικούς να βγουν αύριο οι εφημερίδες και να γράφουν “κι άλλος νεκρός άστεγος από το πολικό ψύχος”. Από πού είσαι;
– Από το Όμπερχάουζεν.
– Α…

Εδώ τελείωσε ο σύντομος διάλογος. Ο Χορστ δεν είχε να πει τίποτε άλλο. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που μιλούσε στους ανθρώπους. Από τότε που εμπιστευόταν, που πήγαινε κοντά τους. Από τότε που έβγαινε ένα νόημα απ’ όλα αυτά. Από τότε που η σκέψη μετουσιωνόταν σε λόγο. Γιατί να μιλάει; Ποιος ακούει; Δεν ενδιαφέρουν κανέναν τα λόγια του. Τώρα ανοιγοκλείνει το στόμα του, μόνο για να φάει, όταν έχει κάτι να μασήσει. Οικονομία δυνάμεων. Άλλωστε μπορεί να μιλάει από μέσα του, όταν θέλει. Κάποιος τον ακούει, θέλοντας και μη. Αλλά συνήθως δεν θέλει να πει κάτι καινούριο. Συνήθως οι εσωτερικοί του διάλογοι είναι αποσπάσματα από παλιότερες κουβέντες, εικόνες και στιγμιότυπα του παρελθόντος που μιλάνε, μνήμες σε μετάσταση.

Με κλειστά τα μάτια μιλούσε από μέσα του. Στην αναμονή της κοινωνικής υπηρεσίας της Ευαγγελικής Εκκλησίας. Σκοτώνοντας την ώρα του. Δεν βιαζόταν άλλωστε και η θέρμανση λειτουργούσε. Δεν είχε επαγγελματικό ραντεβού, δεν είχε προγραμματίσει κάποια φιλική συνάντηση, δεν είχε δουλειά ή να πάει σπίτι, δεν είχε πρόσκληση ή κάποια εκκρεμότητα. Καμιά υποχρέωση. Δεν είχε τίποτα και κανέναν να τον περιμένει. Χορστ, ο αόρατος άνθρωπος.

(…Από το Όμπερχάουζεν. Ναι από κει… Είχα συνεργείο αυτοκινήτων. Το έκλεισα, ο συνέταιρος με εξαπάτησε. Είχα γυναίκα. Η Γκάμπι με παράτησε για τον φίλο μου. Είχα παιδιά. Ο Σβεν δεν θέλει να με ξέρει, ντρέπεται. Η Έλκε ούτε που ξέρω πού είναι. Είχα λεφτά. Πήγα φυλακή για χρέη. Έχω φάει μπόλικο ξύλο. Έχω αρρωστήσει. Έχω κυνηγηθεί. Έχω αδικηθεί. Έχω πληγωθεί. Δεν μου φέρθηκαν καλά, ξέρεις. Έκανα και εγώ βλακείες, βέβαια. Και ποιος δεν κάνει; Έπινα. Έπαιζα… γυναίκες. Κάποια μέρα τιμωρείσαι. Ναι όλα αυτά μου συνέβησαν. Παλιοζωή. Σήμερα όμως είναι η χειρότερη μέρα της ζωής μου. Σίγουρο αυτό. Τα ξημερώματα κάποιοι μου πέταξαν από ένα αμάξι ένα άδειο μπουκάλι την ώρα που κοιμόμουν και με πέτυχαν στο κεφάλι. Το πρωί που βγήκα να ζητήσω καμιά βοήθεια στον πεζόδρομο στο Ρήνο, έχασα τον υπνόσακό μου που είχα αφήσει για να έχω καβάτζα το χώρο. Τον μαζέψανε. Αλλά αυτό εδώ με πείραξε πιο πολύ απ’ όλα: Το κορίτσι από το φαρμακείο που κάθε πρωί περνούσε από τη Χάινριχ Μπελ Πλατς πηγαίνοντας στη δουλειά της και μου άφηνε ένα κρουασάν, μου μιλούσε, μου χαμογελούσε και ήταν η μόνη φίλη μου σε όλο τον κόσμο, δεν πέρασε σήμερα. Δεν την είδα, όταν την γύρεψα πίσω από το τζάμι του μαγαζιού. Με εγκατέλειψε; Δεν θα ξαναδουλέψει πια εδώ, μου είπανε. Έφυγε).

———————

– Χορστ Βίντερ. (Ακούστηκε το όνομά του. Σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά από την υπάλληλο, τρίβοντας αμήχανα τα γένια του).
– Βρήκατε κάτι;
– Λυπάμαι πολύ. Όλες οι θέσεις των υπνωτηρίων είναι καλυμμένες. Θα πάρω μερικά τηλέφωνα ακόμη. Αν δεν βρεθεί κάτι, θα σας πρότεινα να απευθυνθείτε στην πρόνοια του Δήμου.

About Der Landstreicher

Ιδού η αληθινή Ταϊτή, δηλαδή: πιστά πλασμένη με τη φαντασία μου. (Πολ Γκογκέν και Σαρλ Μορίς)............... Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια. (Γιώργος Μακρής).............. Und wollt ihr wissen, wer ich bin, ich weiß es selber nicht, ich irre so durchs Leben hin, weiß nicht, wo ich zu Hause bin und will es wissen nicht. (Landstreicherlied, Arnold Waldwagner)...........

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: