Φ. Ντοστογιέφσκι: Το όνειρο ενός γελοίου (1877/ Κοροντζής, 2007, σελ. 27-30)

der_traum_eines_laecherlichen_menschen_und_andere_erzaehlungen-9783458326762_xxl

«Πώς μπορεί να υπάρχει μια τέτοια επανάληψη και γιατί; Αγαπώ τη Γη όπου άφησα τα πιτσιλίσματα του αίματός μου, μόνο αυτήν αγαπώ, και ποτέ δεν έπαψα να την αγαπώ. Ακόμα κι εκείνη τη νύχτα εγκαταλείποντάς την, την αγαπούσα πιο απελπιστικά από ποτέ. Στην άλλη ετούτη Γη, υποφέρουν; Στη δική μας αγαπούμε μόνο μέσα στον πόνο και δια του πόνου, δεν ξέρουμε άλλη αγάπη. Θέλω να υποφέρω για ν’ αγαπήσω. Και πόσο θα ήμουν ευτυχής να βρέξω τώρα με δάκρυα και με φιλιά αγάπης τη Γη που άφησα! Όχι! Δεν θέλω τη ζωή πάνω σε μια άλλη Γη! Αρνούμαι τη ζωή…»
Μα ο σύντροφός μου μ’ είχε τώρα εγκαταλείψει. Χωρίς να το προσέξω, είχα κιόλας σιμώσει την άλλη αυτή ΓΗ! Το φως του ηλίου ήταν δυνατό και απαλό μαζί, ο αέρας ήταν ελαφρός, ευχάριστος, σαν αέρας παραδείσου. Θαρρούσα πως βρισκόμουν σε κανένα από τα νησιά του ελληνικού αρχιπελάγους ή κάπου σε καμιά ακρογιαλιά στεριάς που είναι κοντά στο αρχιπέλαγος αυτό.
Όλα στη φύση έμοιαζαν με τα δικά μας, μα όλα έλαμπαν σαν σε γιορτή, σαν σε μέρα θρησκευτικού πανηγυριού. Η σμαράγδινη χαϊδευτική θάλασσα πάφλαζε γλυκά πάνω στην ακρογιαλιά και τη φιλούσε με φανερή αγάπη, σχεδόν συνειδητή. Τα δέντρα μεγάλα και ωραία ήταν πάνω σε όλη τους την άνθηση, και ψηλά στον ουρανό, αναρίθμητα χελιδόνια με καλωσόριζαν με τις ζωηρές και τρυφερές φωνές τους θαρρούσες πως ήθελαν να προσφέρουν λόγια φιλικά. Το μυρωδάτο χορτάρι έλαμπε με χτυπητά χρώματα. Τα πουλάκια φτερούγιζαν κοπαδιαστά εδώ κι εκεί άφοβα, ερχόντουσαν να καθίσουν πάνω στους ώμους μου, στα χέρια μου και με χτυπούσαν χαρούμενα με τα μικρούλικα φτερά τους που έφρισσαν.
Τέλος παρατήρησα τους κατοίκους της ευτυχισμένης αυτής Γης. Ήλθαν μόνοι τους κοντά μου, με περιτριγύρισαν, με φίλησαν. Ω! αυτά τα παιδιά εκείνου του ήλιου πόσο ήταν όμορφα! Ποτέ στη Γη μας δεν είδα την ανθρώπινη ομορφιά να φτάσει σ’ αυτή την τελειότητα. Στα παιδιά μας μόνο, και στην πιο τρυφερή τους ηλικία ίσως θα βρίσκαμε κάποιες ωχρές αναμνήσεις της ομορφιάς αυτής. Εκείνα τα μάτια έδειχναν την εξυπνάδα, τη γαλήνη, τη φαιδρότητα. Τα λόγια τους ήταν γλυκύτατα στην αθωότητά τους.
Ω! με την πρώτη ματιά τα κατάλαβα όλα, όλα! Ήταν η Γη πριν αμαρτήσει ακόμα. Οι αγνές εκείνες ψυχές ζούσαν στον παράδεισο, που όπως λέει ο παγκόσμιος θρύλος ανήκε στους πρώτους προπάτορές μας. Μόνο που εδώ, όλη η Γη, ήταν πέρα για πέρα ένας παράδεισος.
Κι όλοι εκείνοι οι άνθρωποι με γέλια χαρούμενα μαζευόντουσαν γύρω μου και με χάιδευαν. Με πήραν στις κατοικίες τους και καθένας τους προσπαθούσε να με καθησυχάσει. Δε με ρωτούσαν. Θαρρούσες πως τα ήξεραν όλα. Δεν ήθελαν τίποτε να τους πω πριν να σβήσει από το πρόσωπό μου κάθε ίχνος πόνου.
Ε! ναι λοιπόν, κόσμε ξεροκέφαλε, έστω, είναι όνειρο μονάχα!… Ωστόσο η αγάπη των αθώων και ωραίων εκείνων ανθρώπων θα’ ναι μαζί μου παντοτινά. Και τώρα ακόμα νιώθω πως η αγάπη τους γεμίζει τον αέρα που αναπνέω. Γιατί τους είδα, τους αγάπησα στ’ αλήθεια θέλοντας και μη, και όταν έγινε αυτό, ω! πόσο υπέφερα!
Ναι, τους κατάλαβα αμέσως. Κατάλαβα μάλιστα πως σε πολλά πράγματα εκείνοι δεν θα μπορούσαν να με καταλάβουν, γιατί σαν άθλιος Πετρουπολίτης, σαν κοινός και σύγχρονος Ρώσος που είμαι, δεν μπορούσα, παραδείγματος χάριν, να καταλάβω, πως, ενώ τα ήξεραν όλα, δεν γνώριζαν τις επιστήμες μας. Μα δεν άργησα να μαντεύσω πως ό,τι ήξεραν το ήξεραν από διαίσθηση, και πως οι πόθοι τους δεν ήταν όμοιοι με τους δικούς μας. Δεν είχαν επιθυμίες, δεν λαχταρούσαν όπως εμείς την επιστήμη της ζωής, επειδή η ζωή τους ήταν τέλεια. Και οι γνώσεις τους ήταν πολύ πιο βαθιές και πολύ ανώτερες από τις δικές μας. Γιατί η επιστήμη μας ζητεί να εξηγήσει τη ζωή, ν’ αποκτήσει μια επιστημονική συνείδηση της ζωής για να μάθει στους άλλους να ζουν, ενώ σ’ εκείνους δεν τους χρειαζόταν η επιστήμη αυτή, επειδή ήξεραν πώς πρέπει να ζουν και επειδή το ήξεραν χωρίς να καταφεύγουν στη λογική. Μου έδειχναν τα δέντρα τους και παραξενεύτηκα για την αγάπη που τους είχαν: νόμιζαν πως δεν ήταν καθόλου ανώτεροι από τα δέντρα, και ξέρετε, δεν θα πέσω ίσως έξω, λέγοντας πως κουβέντιαζαν μαζί τους και, πως είχαν βρει την ομιλία των δέντρων. Έριχναν σ’ όλη τη φύση το ίδιο αδελφικό βλέμμα, κι αγαπιόντουσαν από τα πιο άγρια ζώα, που τα είχαν νικήσει με την αγάπη τους. Μου μιλούσαν για τ’ άστρα και δεν καταλάβαινα πάντα τι μου έλεγαν μα είμαι βέβαιος πως επικοινωνούσαν μαζί τους, όχι με τη σκέψη, αλλά με την ψυχή!

About Der Landstreicher

Ιδού η αληθινή Ταϊτή, δηλαδή: πιστά πλασμένη με τη φαντασία μου. (Πολ Γκογκέν και Σαρλ Μορίς)............... Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια. (Γιώργος Μακρής).............. Und wollt ihr wissen, wer ich bin, ich weiß es selber nicht, ich irre so durchs Leben hin, weiß nicht, wo ich zu Hause bin und will es wissen nicht. (Landstreicherlied, Arnold Waldwagner)...........

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: