Τάσος Λειβαδίτης: Νυχτερινός Επισκέπτης (1972, Κέδρος) 1ο μέρος

_-___1~1

Νύχτα

Μια πόρτα τη νύχτα που τη βλέπουν μόνο οι τυφλοί,
το σκοτάδι κάνει τα ζώα ν’ ακούνε μακρύτερα,
κι εκείνος τρίκλιζε, όχι απ’ το πιοτό,
μ’ απ’ την απελπισμένη κίνηση ν’ ανέβει
στον πύργο, που χάσαμε κάποτε.

—————————–

Ενοχή

Τι ζητούσαν, λοιπόν, σε τι είχα φταίξει, εμένα το μόνο μου
έγκλημα ήταν ότι δεν μπόρεσα να μεγαλώσω, κυνηγημένος πάντα,
πού να βρεις καιρό, έτσι έμεινα εύπιστος κι αγκάλιαζα το κρύο
σίδερο της γέφυρας.
Ενώ απ’ το βάθος, μακριά, με κοίταζε σαν ξένο η πιο δική μου ζωή.

—————————–

Περιπέτεια

Απ’ τον πατέρα μου κληρονόμησα αυτό το δυστυχισμένο χέρι κι
απ’ τη μητέρα μου ένα μεγάλο φτερό, από κείνα που έβγαζε απ’
την ψυχή της και τα κάρφωνε στο αστείο καπέλο της – είναι από
τότε που τις νύχτες η παλιά ντουλάπα ανοίγει μόνη της και βγαίνει
η λαιμητόμος, εγώ παλεύω μαζί της, παίρνω τον μπαλντά και
την κάνω κομμάτια, ύστερα καταπίνω τις σανίδες για να μην τις
βρουν, πολλοί ναυαγοί σώθηκαν έτσι.
Χρόνια έζησα τρέμοντας τις πόρτες, ώσπου μάζεψα τα χαρτιά μου,
τις τύψεις μου κι έφυγα. Μα στον πρώτο σταθμό είδα πάλι
εκείνο το παιδικό φτερό και κατέβηκα.
Από τότε έμεινα για πάντα στην Κόλαση.

——————————

Μετά Χριστόν

Να σε καρφώσουν στο σταυρό ή να σταυρωθείς πάνω σ’ αυτό το
τίποτα που υπήρξες είναι ο ίδιος δρόμος, έρημος και ακατανόητος,
ανάμεσα στα λιγοστά δέντρα και τη νύχτα που κατεβαίνει.

—————————–

Το Χέρι

Όχι, δεν είναι φτερούγα. Το χέρι του είναι, καθώς προσπαθεί ν’ αποφύγει τα χτυπήματα.

—————————–

Άδοξο τέλος

Έπρεπε να φτάσω γρήγορα, παιζόταν η τύχη μου, η παραμικρή αργοπορία ίσως μου στοίχιζε το θάνατο ή ίσως και κάτι πιο πολύ.
Όμως δεν έβρισκα το δρόμο, είχα χαθεί σ΄ένα λαβύρινθο από υγρές, μουχλιασμένες αυλές. “Θεέ μου, πρέπει να βγω” είπα, κι είδα μια γυναίκα. Το πρόσωπό της είχε μια πράσινη ανταύγεια, σαν να ήταν χλοϊσμένο, στεκόταν ακίνητη μπροστά σ’ έναν καθρέφτη κι έφτιαχνε τα μαλλιά της. “Σας παρακαλώ, πώς μπορώ να βγω από δω;”, εκείνη δε μίλησε και τότε πρόσεξα πως ήταν ένα άγαλμα, η αληθινή γυναίκα καθόταν πιο εκεί, σε μια κουνιστή πολυθρόνα. “Πώς μπορώ να βγω από δω;”, ξανάπα. Χαμογέλασε με κακία “κι εγώ πριν από χρόνια ήθελα” είπε. Τότε, δίπλα στο γυναικείο άγαλμα, φάνηκε το πρόσωπό μου από μάρμαρο, που άρχισε κι αυτό να πρασινίζει με τον καιρό, ενώ εγώ, καθισμένος σε μια πολυθρόνα, χαμογελούσα κιόλας με κακία,
σ’ αυτόν που ερχόταν να ρωτήσει για το δρόμο του.

————————-

(η συνέχεια στις 10.3.2013)

p

About Der Landstreicher

Ιδού η αληθινή Ταϊτή, δηλαδή: πιστά πλασμένη με τη φαντασία μου. (Πολ Γκογκέν και Σαρλ Μορίς)............... Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια. (Γιώργος Μακρής).............. Und wollt ihr wissen, wer ich bin, ich weiß es selber nicht, ich irre so durchs Leben hin, weiß nicht, wo ich zu Hause bin und will es wissen nicht. (Landstreicherlied, Arnold Waldwagner)...........

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: