Μελισσάνθη (Part 2)

Δ. Γκιώνης-Aπό ποιους ερεθισμούς αρχίσατε να γράφετε ποιήματα…
Μελισσάνθη – «Οι ερεθισμοί οι δικοί μου ξεκίνησαν από προβλήματα υπαρξιακά, από την οδυνηρή επαφή μου με τον κόσμο και όπως μου άρεσε η ποίηση βρήκαν διέξοδο σ’ αυτήν».
-Ποια ήταν αυτά τα προβλήματα;
«Οι συγκρούσεις με το περιβάλλον πρώτα πρώτα. Ενας νέος άνθρωπος σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο από τους άλλους, που του είναι αδύνατο να τον παραδεχτεί. Αρχίζει τότε μια πάλη που είτε είναι εξωτερική: στήθος με στήθος, είτε εσωτερική: να εξηγήσει και να παραδεχτεί το σκληρό παιχνίδι που παίζεται γύρω μου. Η δεύτερη αυτή πάλη γίνεται πιο σκληρή όταν αισθάνεσαι την αδυναμία σου να δράσεις εξωτερικά».

——————-

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ

—————-

Ματαιότης

Tι ήξερες χτες, που δεν υπήρχες μερμηγκάκι
Κι αύριο, που δεν θα υπάρχεις, τι θα ξέρεις πάλι;
Στην επιφάνεια, όλως τυχαία, μι΄ανεμοζάλη
σ΄έφερε ασήμαντο της μοίρας παιγνιδάκι

Κι ο σίφουνας σε ξαναπαίρνει σε λιγάκι
-μάταιη κάθε αντίστασή σου, κάθε πάλη-
μόλις σηκώσεις απ’ το χώμα το κεφάλι
κι άβυσσοι οι πιο ξέρηχοι σου φαντάζουν λάκκοι

Τι αστείο, λοιπόν, έτσι οι γροθιές σου να υψωθούνε
τώρα, κατέναντι στους αιώνιους ουρανούς
Τι κωμικοί κι όλοι οι θυμοί σου τούτοι που’ναι

μπροστά στου απείρου τους αγνώστους ωκεανούς
Μόνο ένα φύσημα να σε διαλύσει σώνει
και τα έργα σου όλα τα τρανά μια φούχτα σκόνη.

(Φλεγόμενη βάτος, 1935)

————————

Το μυστικό όνομα

Σε πολλές πόρτες χτύπησα
πολλούς ρώτησα διαβάτες
Σκίρτησα σ’ ανέλπιστα καλέσματα
στάθηκα μπροστά σε άγνωστες στράτες
Κι όλο έλπιζα ν’ ακούσω όλο έλπιζα
να με κράξουν με το μυστικό όνομά μου
Σ’ όλες τις φωνές αγάπης έστρεψα
μα στο βάθος σώπαινε η καρδιά μου
Μου χαρίσανε πλήθος ωραία ονόματα
λουλουδιών, καρπών, εντόμων κι άστρων
Τα έπαιξα, τα φόρεσα, στολίστηκα
σκόρπισαν σε θρύμματα αλαβάστρων.

(Δεν έχει δημοσιευτεί σε ποιητική συλλογή, περίοδος 1936-1944)

——————————

Λυρική Εξομολόγηση ΙΙΙ, 2

Με χείλη φρυγμένα πλανηθήκαμε
Δίχως άσχυλο πάνω στη γη κανένα
Νυχτωμένοι οδοιπόροι σταματήσαμε
Κάτω από παραθύρια φωτισμένα
Μπροστά από μια σειρά κλεισμένες πόρτες
Γυμνοί, δαρμένοι από τις καταιγίδες
Μα-όταν το καλοκαίρι όλοι κοιμούνται-
Εμείς γνωρίζαμε και περιμέναμε
Τις ώρες που τα ουράνια ανοιγοκλείνουν
Τις μυστικές, και οι άγγελοι ελεούνε
Με διάττοντες τους ξάγρυπνους ποιητές.

(Λυρική εξομολόγηση, 1945)

————————–

Τραγούδι των χαμένων ημερών

Πόσες ημέρες δίχως όνομα
Πόσες αυγές, πόσα φευγάτα δειλινά
Το κύμα φεύγει κι επιστρέφει
στην ίδια πάντοτε αμμουδιά
Βραδιάζει, ξημερώνει
κι εμείς ολοένα αναμετράμε
πόσα καράβια που ξεκίνησαν χωρίς εμάς
Ήρθαν και πάλι έφυγαν οι αγγελιοφόροι
χωρίς να πάρουν το δικό μας μήνυμα
Οι θάλασσες που πλάθουν νέους θρύλους
δεν αυλακώθηκαν απ’ τα δικά μας ιστιοφόρα
Τόσες ημέρες που άναψαν και σβήσαν
γλίστρησαν από την απρόσεχτη καρδιά μας
και σώρεψαν τη σκόνη τους στα πόδια μας
το πένθος και την τύψη στην ψυχή μας
Τόσα καράβια που ξεκίνησαν χωρίς εμάς
τόσα πουλιά ταξιδεμένα
από τα μάκρη τ’ ουρανού, τόσες φωνές
που προσδοκούσαν κάθε μέρα την απόκρισή μας
Σύννεφα που διαβήκανε στα πέλαγα
δίχως να πάρουν το χαιρετισμό μας

Πόσα καράβια κίνησαν χωρίς εμάς
Πόσα πουλιά φτασμένα και φευγάτα

Στον ύπνο μας ακόμα τραγουδούν
οι θάλασσες που πλάθουν νέους θρύλους
Ξανάρχονται καράβια και πουλιά
κάθε στιγμή κινούν οι αγγελιοφόροι

Τα διαβατάρικα νέφη κινούν
Βραδιάζει, ξημερώνει
φτάνουν τόσες αυγές και δειλινά
χτυπούνε πάντα στο παράθυρό μας
μαζί με τα θαλασσοπούλια
μαζί με τους περαστικούς ανέμους
Φέρνουν αντίλαλους από τα περασμένα
ξυπνούν τους σωπασμένους ήχους
τις φευγαλέες φωνές των μακρινών πραγμάτων

Όλο επιστρέφουν με τις νέες ημέρες κι οι παλιές
κι όσα νομίζαμε για πάντοτε χαμένα
ξαναγυρνούν μες στο τραγούδι ονομασμένα.

(Η εποχή του ύπνου και της αγρύπνιας, 1950)

—————————

Ο μακρινός δρόμος

Κάποτε κλείδωσε το άδειο του σπίτι
Με τις στοιχειωμένες του κάμαρες
κι έριξε το κλειδί του μες στο ποτάμι
(σε κάθε παράθυρο υπήρχε
ένα σιωπηλό παράπονο αρρώστου
που τον εγκαταλείπουν ολομόναχον)
Κανείς δεν τονε πρόσεξε όταν έφευγε
πίσω από το παραπέτασμα της φθινοπωρινής βροχής
ένας ξέθωρος ήλιος χειμωνιάτικος τον ζεσταίνει
δεν ξέρει πού θα τον βρει το βράδυ
ούτε ρωτά πού τελειώνει η οδοιπορία του

Καιρούς ανάσανε νοτισμένο χώμα
δεντρίσια μοναξιά και σιωπή
κατάπιε πάχνα και νυχτερινό αγιάζι
άφινε τη βροχή να τον περονιάζει ως το κόκκαλο.
Ύστερα τον έπιανε μι’ αβάσταχτη πείνα
για την ανθρώπινη ομιλία
για τα κοινά ζεστά, ανθρώπινα λόγια
Μια «Καλημέρα» ή μια «Καλησπέρα» στο χωραφόδρομο
είναι σαν μια γενναία φέτα ψωμί
γλυκό, σιταρίσιο, χωριάτικο ψωμί.

Ξαναγύριζε σε μέρη πολυσύχναστα
άνοιγαν πόρτες ξεχύνονταν κύματα από φωνές
τον έπαιρνε η ζέστα στο πρόσωπο
οι γνώριμες σπιτικές μυρουδιές
Τόσα παράθυρα ολοφώριστα, τόσοι καινούργιοι άνθρωποι
που ξαναζούσαν από την αρχή, όσα έζησε

Κοντοστεκόταν λίγο και ύστερα πάλι
συνέχιζε την περιπλάνηση
μες στη νυχτερινή διαπεραστική παγωνιά.

(Το φράγμα της σιωπής, 1965)

——————————

Κυκλικό

Ρωτάω το νερό – τι είμαι;
Νερό που χάνεται μέσα στη γη και πάει
Ρωτάω το χώμα – τι είμαι;
Χώμα που κρύβει τ’ απογυμνωμένα οστά
Ρωτάω τον αέρα-τι είμαι;
Αέρας, φωνή που μάταια μάχεται
με τη σιωπή και με το χιόνι
Ρωτάω τη φωτιά – τι είμαι;
Φωτιά που κατατρώει με και δεν σβύνει
Ρωτάω τον ουρανό – τι είμαι;
Ουρανός, δροσιά της κόλασής μου.

(Το φράγμα της σιωπής, 1965)

——————————-

Τα σπίτια που κατοικήσαμε

Δεν είμαστε δεν βρισκόμαστε
πουθενά
Τα σπίτια που κατοικήσαμε
έκοψαν τα σκοινιά που τα κρατούσαν
αγκυροβολημένα

Ελεύθερα τώρα κυματίζουν στο κενό
-ξεθωριασμένα σκηνικά-
Ο άνεμος τα ξεσήκωσε και τα πήρε
μ’ όλα τα υπάρχοντά μας
Εξαφανίστηκαν μες σε μια νύχτα
διαλύθηκαν καθώς το αλάτι στο νερό
Υπήρξαν, δεν υπάρχουν πια
Δεν είναι.

(Τα νέα ποιήματα 1974-1984)

—————————–

Ο άλλος χρόνος

Άξαφνα από μια λύση της συνέχειας
από μιαν αδιόρατη της μνήμης σχισμή
ορμούν σαν τα φαντάσματα στη σκηνή
πρόσωπα αλλοτινά, μακρυνά, ξεχασμένα
-άλλοτε προσφιλή, τώρα σε λήθης αχλύ βυθισμένα-
Αλλοιώτικα τα βλέμματά τους μας κοιτάζουν
κάτω από ένα φως τόσο πολύ διαφορετικό
-σαν οξύ διαλυτικό- Αλλοιώνονται ευθύς
δείχνονται δίχως αξία, όσα πολύτιμα πριν
γύρω μας φαντάζαν απτά, υπαρκτά,
μες στη λαμπρή ηλιοφάνεια.
Από άλλον χρόνο κοιταγμένα, φαίνονται τώρα
φασματικά, πλασματικά
παιγνίδια της στιγμής
φωτιστικά.

(Τα νέα ποιήματα 1974-1984)

About Der Landstreicher

Ιδού η αληθινή Ταϊτή, δηλαδή: πιστά πλασμένη με τη φαντασία μου. (Πολ Γκογκέν και Σαρλ Μορίς)............... Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια. (Γιώργος Μακρής).............. Und wollt ihr wissen, wer ich bin, ich weiß es selber nicht, ich irre so durchs Leben hin, weiß nicht, wo ich zu Hause bin und will es wissen nicht. (Landstreicherlied, Arnold Waldwagner)...........

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: