Μελισσάνθη (part 1)

Το derlandstreicher παρουσιάζει με υπερηφάνεια ένα μικρό αφιέρωμα στην ποίηση της αγαπημένης μας ελληνίδας ποιήτριας, της Μελισσάνθης. Σε δύο συνέχειες δημοσιεύονται ποιήματα από διαφορετικούς σταθμούς της πορείας της, τα οποία συγκλονίζουν με το λυρισμό και τις υπαρξιακές αναζητήσεις τους. Η επιλογή ήταν ιδιαίτερα δύσκολη εξαιτίας της πληθώρας εξαιρετικών ποιημάτων.

μελισσανθη-ηβη-κουγια-σκανδαλακη

Η Μελισσάνθη (φιλολογικό ψευδώνυμο της Ήβης Κούγια Σκανδαλάκη) γεννήθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου του 1907. Σπούδασε γαλλική και γερμανική φιλολογία, μουσική, χορό και ζωγραφική. Κατά καιρούς εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε αθηναϊκές εφημερίδες και τη δεκαετία 1945-1955 ήταν μόνιμη συνεργάτιδα του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας διασκευάζοντας θεατρικά έργα και μεταφράζοντας ξένους ποιητές για λογοτεχνικές εκπομπές του ραδιοφώνου.

Στη λογοτεχνία η Μελισσάνθη εμφανίστηκε το 1930 με τη συλλογή ποιημάτων “Φωνές εντόμου”. Το έργο εκτείνεται μέσα σε μια γόνιμη περίοδο 55 ετών μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Η ποίηση της Μελισσάνθης τοποθετείται στο χώρο του υπαρξισμού και της μεταφυσικής αγωνίας. Ξεκίνησε να γράφει ποίηση στα πλαίσια της παραδοσιακής στιχουργικής και οδηγήθηκε σταδιακά προς τον ελεύθερο στίχο (από το 1945), επιλογή που οδήγησε και σε μια ανάλογη ανανέωση των θεματικών και γλωσσικών της επιλογών.

Η ποίησή της εκτιμάτο από μεγάλη μερίδα του λογοτεχνικού κόσμου της εποχής της. «Φαινόμενο που πραγματικά αγγίζει το θαύμα», την έχει αποκαλέσει ο ποιητής Μιλτιάδης Μαλακάσης. Ο συγγραφέας και εκπαιδευτικός Ιωάννης Γρυπάρης την παραλληλίζει με τον Γκαίτε, ενώ ο κριτικός της λογοτεχνίας Μάρκος Αυγέρης σημειώνει ότι η ποίησή της «και σαν αίσθηση και σαν ποίηση και στους τόνους και στην έκφραση είναι ολότελα μοντέρνα, βυθίζεται ολόκληρη μέσα στη σημερινή αισθαντικότητα και όπως αναζητά την πνευματική γεύση του κόσμου συναντά τους ίδιους πανάρχαιους δρόμους της πνευματικής ηδονής ενώνοντας “τα εγγύς και τα άπω”».
Τιμήθηκε με τον Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (1936), την Εύφημο Μνεία Βραβείου Παλαμά, το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1965), το Παράσημο Χρυσούς Σταυρός Τάγματος Εποποιίας, το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976), το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη, το Βραβείο Μεταφραστών, το Μετάλλιο Δήμου Πειραιώς και το Αργυρούν Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών.Πέθανε στην Αθήνα το 1990.

Η Μελισσάνθη στο Der Landstreicher:

“Στη νύχτα που έρχεται” https://derlandstreicher.wordpress.com/2012/02/17/

“Φλεγόμενη Βάτος” https://derlandstreicher.wordpress.com/2012/10/25/

” Για τον ποιητικό άνθρωπο” https://derlandstreicher.wordpress.com/2012/12/02/

———————-

Ίλιγγος

Κλεισμένη στου κρανίου μου το γρανίτη
η σκέψη μου οργιάζει και σφυρά
σκάβοντας σπήλαια κι άντρα φοβερά
με φαντασία διαβολικού τεχνίτη

Κι εμπρός σε βάραθρα που ο νους μου φρίττει
μ’ ακράτητην ορμή κατηφορά
Κάτου βογγούνε σκοτεινά νερά
σε χειμάρρου ξεχειλισμένη κοίτη

Της τρέλας ο ίλιγγος παραμονεύει
με του φιδιού το βλέμμα σαγηνεύει
και την τραβάει μαγνήτης στο γκρεμνό

Χίλια γυαλένια μάτια την κοιτούνε
λιθάρια, οι λογισμοί κατρακυλούνε
και ξαφνικά – πηδάει μες στο κενό.

( Προφητείες, 1931)

———————–

Αποδημία

Και ξεκινώ
κρυστάλλινο πρωϊνό
Ολόγυρά μου, οι ορίζοντες συντέφι
Η θάλασσα καθρέφτης και μου γνέφει
Οι ελπίδες φτερουγίζουν άσπροι γλάροι
πίσω πετώ της αρνησιάς λιθάρι
κι εφήμερο λουλούδισμα του αφρού
στο κύμα επάνω φεύγω του καιρού
Τον άπειρο ξανοίγω ωκεανό
δίχως καρδιοσωμό και δίχως τρόμο

Κι αν άλλοι διάβηκαν τον ίδιο δρόμο
απάτητο και πάλι τον περνώ
Όμοια και τα δικά μου χνάρια σβήνει
Το αιώνιο, αδιάφορο του χρόνου κύμα
Μα πιο ψηλά το πέρασμά μου αφίνει
αόρατης αράχνης χρυσό νήμα
Όλο απ’ τη γνώριμη στεριά μακραίνω
με την καρδιά χαρούμενη πηγαίνω
για της φορτούνας τον τρελλό χορό
κι όλο και ξετυλίγεται το νήμα
Τα μάτια κι αν δε στέργω να γυρίσω
μα ο δρόμος κύκλος και με φέρνει πίσω
Κι όλο ξανατυλίγεται το νήμα.

(Προφητείες, 1931)

————————–

Ερωτηματικό

Σ’ άγνωστους κόσμους οδεύουμε τυφλοί…
Κάθε μας πράξη ανθρώπινη πώς ν’ ακτινοβολεί
στο άπειρο τι προέκταση να παίρνει και τι σχήμα
πέφτοντας ο ίσκιος μας πέρα απ’ το μνήμα;
Στις χώρες των θεών πώς ν’ αντηχούνε
τα βήματά μας, τα λόγια μας, ποιοι άβυσσοι να τ’ ακούνε;

Τι όντα, να λούζονται μες στα χαμόγελά μας;
Και τα δάκρυά μας
τι ήχο να κάνουν στη στέγη του ουρανού;
Τι βλέμματα να πέφτουνε στα πρίσματά τους;
Η οδύνη μας ποιες να φλογίζει Βάτους;
Τι θόλους να βαστάζει η σκέψη μας του θείου του νου;
Κι οι άγγελοι με τι όνομα να μας γνωρίζουν;
……………………………………..

(Φλεγόμενη Βάτος, 1935)

——————————-

Αναρχία

Πρόβατο απολωλός ξέφυγα απ’ το κοπάδι
κόβοντας της σκλαβιάς μου το κοντό σκοινί
Δεν θέλω, εγώ, να βόσκω στο παχύ λιβάδι
που την αγέλην οδηγεί απειλής φωνή

Δεν θέλω να γυρίζω στο μαντρί το βράδυ
– να μαι ο τροχός όπου γυρνάει τη μηχανή –
κι ας με παραμονεύει ο λύκος στο σκοτάδι
λίγο πιο πέρα, ας χάσκουν του άγνωστου οι γκρεμνοί.

Σκλάβος δεν θέλω να’ μαι του πιο ωραίου βασιλείου
κι αν μου δοθεί και το άρμα να οδηγήσω του ήλιου
δεν θ’ ανατείλω δύο φορές στον ουρανό

Παρά ανυπόταχτος θα φέρομαι κομήτης
μες στο άπειρο το διάστημα, κακός προφήτης
πολέμους και καταστροφές θα προμηνώ.

(Φλεγόμενη Βάτος, 1935)

—————————–

Καταδίκη

Σαν επιδέξιος σκοινοβάτης έχω μάθει
ν’ ανεβοκατεβαίνω με λεπτό σκοινί
από τον Παράδεισο στην Κόλαση – απ’ τα βάθη
στα ύψη- προτού της μέρας φέξουν οι φανοί

Τη νύχτα η γλώσσα μου ξεραίνεται στεγνή
δροσιά ζητά να βρει σε βούρκου κατακάθι
μα ως με το λάδι ανάβει η φλόγα πιο τρανή
κάθε φορά φουντώνουν πιο τρανά τα πάθη

Για τελευταία φορά, τη δίψα μου να σβήσω
κι απόψε – λέω – μα τάχα, θα επιστρέψω πίσω;
Ξέρω πως το σκοινί θα σπάσει κάποια ώρα

κι οι άγγελοι που με βλέπουν στο πλευρό τους τώρα
το ανέκκλητό μου κύλισμα θ’ ακούν με τρόμο
δίχως ελπίδα γυρισμού στο θείο τους το δρόμο.

(Φλεγόμενη Βάτος, 1935)

————————————-

About Der Landstreicher

Ιδού η αληθινή Ταϊτή, δηλαδή: πιστά πλασμένη με τη φαντασία μου. (Πολ Γκογκέν και Σαρλ Μορίς)............... Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια. (Γιώργος Μακρής).............. Und wollt ihr wissen, wer ich bin, ich weiß es selber nicht, ich irre so durchs Leben hin, weiß nicht, wo ich zu Hause bin und will es wissen nicht. (Landstreicherlied, Arnold Waldwagner)...........

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: